Νωρίς το πρωί, με τον πρώτο καφέ της ημέρας, ξεφυλλίζω τη χτεσινή Athens Voice.
Αφιέρωμα στη Θεσσαλονίκη. Μάλιστα. Δεν το λες και πολύ πρωτότυπο, κάθε αθηναϊκό έντυπο που σέβεται τον εαυτό του φιλοξενεί τουλάχιστον ένα κάθε χρόνο, συνήθως με αφορμή το Φεστιβάλ Κινηματογράφου ή τη Διεθνή Έκθεση.
Γυρίζω τις σελίδες αδιάφορα. Αυτά τα αφιερώματα έχουν ένα κοινό στοιχείο, σχεδόν πάντοτε είναι γραμμένα για τους Αθηναίους. Ως εκ τούτου, η εικόνα της Θεσσαλονίκης που παρουσιάζουν οφείλει να συμπίπτει λίγο-πολύ με τα εκάστοτε κλισέ που έχουμε στο μυαλό μας εμείς εδώ για τη
νύφη του Θερμαϊκού: παλιά το κλισέ ήταν η
ερωτική πόλη, πιο μετά η
φραπεδούπολη και το
χαλλλαρά, και διαχρονικά είναι η πόλη όπου
συμβαίνουν πράγματα και που
υπόγεια ρεύματα ξεβγάζουν
ακατέργαστα διαμάντια και
καλά κρυμμένα μυστικά, που ο οξυδερκής δημοσιογράφος ανακαλύπτει και φέρνει στο φως.
Τη Θεσσαλονίκη τη γνώρισα φοιτητής. Φεύγαμε τότε από Κομοτηνή, με το ΚΤΕΛ ή με το μουτζούρη, και κατεβαίναμε σε φίλους, φίλους φίλων και συγγενείς που σπούδαζαν στη συμπρωτεύουσα. Στρωματσάδες, ατέλειωτες τσάρκες για καφέ, τάβλι-σκάκι-τρίβιαλ, ρετσίνες, χάζι στις βιτρίνες, σάντουιτς με γύρο και μπουγάτσες με τυρί. Αστειάκια, τον είπα και με είπε, μου πήρε τηλέφωνο,
να σε φέρω κιμά να με κάνεις κεφτέδες. Αθώα, χιλιοειπωμένα, ένα ακόμα κλισέ, η κόντρα μεταξύ καρντάσηδων και χαμουτζήδων. Στο μεταξύ, απολαμβάναμε την ανοιχτωσιά της πόλης προς τη θάλασσα, τα κάστρα, την άπλα της Αριστοτέλους και τις καβάτζες στη Ναυαρίνου. Λάιβ στον Μύλο, αυτοσχέδιες μαζώξεις με κιθάρες, πειρατικές κασέτες (ναι, κασέτες!) στην Πανεπιστημιούπολη, τσουρέκια Τερκενλή.
Με δυο λόγια, ήμασταν κάτι σαν τουρίστες. Ειδικά εμείς, Αθηναίοι μεν αλλά που ερχόμασταν από το ηρωικό ΔουΠουΘου, Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης ("Δεν Περάσαμε Θεσσαλονίκη", κατ' άλλη εκδοχή).
Διαβάζοντας αυτά τα αφιερώματα, μου φαίνεται σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα. Οι περισσότεροι Αθηναίοι βλέπουν ακόμα τη Θεσσαλονίκη σαν μέρος για ρέμπελο τουρισμό, χαλάρωμα, οφθαλμόλουτρο στις καφετέριες της παραλίας. Αλλάζουν λίγο τα ονόματα και τα στέκια, Λαδάδικα, Μοδιάνο, Μπιτ μπαζάρ, κατά τα άλλα μία από τα ίδια. Βλέπω στις σελίδες της AV γνώριμες φάτσες. Ο Σταρόβας, ο Στάθης Παναγιωτόπουλος, ο Χρήστος Πορτοκάλογλου. Χαμογελάω, την πρώτη φορά που άκουσα το όνομα "Χρήστος Πορτοκάλογλου" ήταν κατά σύμπτωση, όταν η αδερφή μου νοίκιασε το διαμέρισμα όπου προηγουμένως έμενε αυτός, σ' ένα στενό κοντά στη Ναυαρίνου. "Έμενε ένας ντι-τζέι που είχε βάψει μαύρους τους τοίχους!". Τότε, στα μέσα της δεκαετίας του '90, όλοι αυτοί ήταν new entries για τους Αθηναίους. Σήμερα έχουν αναβαθμιστεί, τα έντυπα τους χαρακτηρίζουν πατριάρχες. Πατριάρχες του
αλτέρνατιβ, ή κάτι τέτοιο, θα σας γελάσω.
Αλτέρνατιβ; Καλά, λέμε τώρα. Μάλλον λατέρνατιβ θα έπρεπε να το λέμε. Το αφιέρωμα περιλαμβάνει και
συνέντευξη του Νίκου Καρατζά, του κυρίου "Ιανός". Ο οποίος "Ιανός" μπορεί κάποτε να ξεκίνησε σαν μικρό, ψαγμένο βιβλιοπωλείο με το μεράκι του βιβλιόφιλου ιδιοκτήτη του, αλλά σήμερα είναι
γκράντε επιχείρηση, με μαγαζί στη Σταδίου πρώτη μούρη, προσωπικό που φοράει στολές και υποκατάστημα στο Golden Hall. Αύριο μεθαύριο μπορεί να μπει και στο χρηματιστήριο, που λέει ο λόγος, γιατί έτσι είναι η ζωή και τα πράγματα αλλάζουν, αλλά αυτά τα αφιερώματα τέτοιες λεπτομέρειες τις προσπερνούν, στη γενική εικόνα της Θεσσαλονίκης που θέλουν να παρουσιάζουν ο ρομαντικός βιβλιοπώλης ταιριάζει, ο πετυχημένος επιχειρηματίας ίσως όχι και τόσο, άρα εκεί θα εστιάσουμε.
Τέλος πάντων, μ' έχει πιάσει η γκρίνια και μπορεί να γίνομαι και άδικος, όμως αυτό το καλλιεργούμενο hype περί Θεσσαλονίκης έχει αρχίσει και με κουράζει. Δεν είναι ρε παιδιά ούτε Βαρκελώνη, ούτε Βερολίνο (με παχύ λάμδα), τι να κάνουμε τώρα, με το ζόρι δηλαδή; Εντάξει,
συμβαίνουν πράγματα, αλλά σε κάθε πόλη αυτού του μεγέθους "συμβαίνουν πράγματα". Δεν είναι αυτό το θέμα, ή πάντως όχι μόνο αυτό. Γιατί, εκτός που συμβαίνουν πράγματα, η Θεσσαλονίκη είναι και η πόλη που ανέχεται τόσα χρόνια δήμαρχο τον Παπαγεωργόπουλο, που βγάζει νομάρχη τον Ψωμιάδη, που την εγκαταλείπει κόσμος για νά 'ρθει να ζήσει στην Αθήνα. Πού; Στην Αθήνα, for crying out loud. Ξέρω τουλάχιστον τρεις-τέσσερις περιπτώσεις, συμφοιτητές μου στη σχολή, λαμπρά παιδιά, μια χαρά μυαλά, που ζουν και δουλεύουν εδώ. Ε, για κάποιον λόγο έφυγαν, έτσι δεν είναι; Αλλά αυτά είναι στενάχωρα πράγματα, δεν χωράνε στα αφιερώματα των αθηναϊκών περιοδικών. Καλύτερα να μας δίνουν μικρά μυστικά, πού θα φάμε τον καλύτερο γύρο και το πιο φρέσκο καζάν ντιπί,
κόζυ μπαράκια, τρέντυ φατσούλες και
φάνκυ καταστάσεις. Εν πάση περιπτώσει. Το κόβω εδώ, όχι άλλη γκρίνια, έξω έχει λιακάδα κι έρχεται Σαββατοκύριακο. Γιατί να χαλάμε τις καρδιές μας; Ας διαβάσουμε για
την άλλη Θεσσαλονίκη, την ωραία, κι ας αγνοήσουμε την καθαυτό Θεσσαλονίκη. Ας κάνουμε πως δεν τη βλέπουμε, βρε αδερφέ.
Είναι κι αυτή μια άποψη.
.