25 Ιούνιος 2009

Τροπολογίες και ρήγματα

Με τροπολογία του σε (άσχετο) νομοσχέδιο του Υπουργείου Δικαιοσύνης, ο τρομερός και φοβερός αναπληρωτής υπουργός Μαρκογιαννάκης ζητάει την τροποποίηση του Ν. 3386/2005 που αφορά τους μετανάστες.

Η τροπολογία αυτή περιέχει δύο εξαιρετικά προβληματικές ρυθμίσεις: Πρώτον, προβλέπει ότι σε περίπτωση απέλασης αλλοδαπού, ο χρόνος κράτησής του μέχρι την εκτέλεση της απέλασης επιμηκύνεται από τρεις μήνες κατ' ανώτατο όριο, που ίσχυε μέχρι τώρα, στους έξι και -υπό προϋποθέσεις- στους δώδεκα.

Δεύτερον, στην ήδη υπάρχουσα πρόβλεψη ότι η διοικητική απέλαση αλλοδαπού επιτρέπεται εφόσον κρίνεται ότι η παρουσία του στη χώρα είναι επικίνδυνη για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια, διευκρινίζεται ότι "ο αλλοδαπός θεωρείται επικίνδυνος για τη δημόσια τάξη ή ασφάλεια ιδίως όταν σε βάρος του ασκηθεί ποινική δίωξη για αδίκημα που τιμωρείται με στερητική της ελευθερίας ποινή τουλάχιστον τριών μηνών".

Οι δύο αυτές ρυθμίσεις δημιουργούν σοβαρότατες ρωγμές σε θεμελιώδεις αρχές του κράτους δικαίου της χώρας μας. Στην πρώτη περίπτωση η Πολιτεία προσπαθεί να αντιμετωπίσει ένα πραγματικό πρόβλημα, ότι δηλαδή η διαδικασία της διοικητικής απέλασης είναι χρονοβόρα και ότι, αν ο υπό απέλαση αλλοδαπός αφεθεί ελεύθερος μέχρι την ολοκλήρωσή της, είναι λογικό να προσπαθήσει να ξεφύγει από τις αρχές ώστε τελικά να αποφύγει την απέλασή του (αν και η αιτιολόγηση του Μαρκογιαννάκη είναι άλλη, και είναι επιεικώς απαράδεκτη -διαβάστε την τροπολογία).

Από την άλλη, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι η κράτηση εν όψει απέλασης, μολονότι πρόκειται για διοικητικό μέτρο και όχι ποινή, δεν παύει να αποτελεί στέρηση της ελευθερίας χωρίς προηγούμενη δικαστική απόφαση. Είναι μια εξαίρεση στον κανόνα που προβλέπει ότι απαιτείται δικαστική απόφαση για να στερηθεί κάποιος την ελευθερία του, εξαίρεση που δικαιολογείται ακριβώς από την ιδιαιτερότητα της περίπτωσης. Και ακριβώς επειδή είναι εξαίρεση, ο χρόνος κράτησης θα πρέπει να περιορίζεται στον απολύτως αναγκαίο. Εδώ προβλέπεται η παράτασή του μέχρι τους δώδεκα μήνες αν (λέει η τροπολογία) "ο αλλοδαπός αρνείται να συνεργαστεί" (πώς να συνεργαστεί δηλαδή;) ή αν "καθυστερεί η λήψη των αναγκαίων για την απέλασή του εγγράφων από τη χώρα καταγωγής ή προέλευσής του". Ειδικά αυτό το τελευταίο είναι κάπως εξωφρενικό: θα παρατείνεται δηλαδή η κράτηση ενός ανθρώπου επειδή η χώρα προέλευσής του, που πιθανόν να είναι κάποιο κράτος υπό διάλυση ή υπό καθεστώς διαρκούς εμφυλίου, αδυνατεί ή αδιαφορεί να ασχοληθεί με τους πολίτες της που έφυγαν άρον άρον και να διευκολύνει τον επαναπατρισμό τους; Κι αν αύριο διαπιστωθεί ότι σε κάποια/πολλά/όλα αυτά τα κράτη δεν επαρκούν ούτε δώδεκα μήνες για να αποστείλουν τα "αναγκαία έγγραφα", τι θα κάνουμε; Θα παρατείνουμε εκ νέου τον χρόνο κράτησης, και πόσο; Στα δύο χρόνια; Στα τρία; Επ' αόριστον;

Αλλά βέβαια, ο Μαρκογιαννάκης στην εισήγησή του διαβεβαιώνει ότι η κράτηση θα γίνεται "σύμφωνα με τις ισχύουσες διατάξεις και με σεβασμό στα ατομικά δικαιώματα". Καλά, επ' αυτού ουδέν σχόλιον...

Στη δεύτερη περίπτωση, έχουμε μια ρύθμιση κατ' αρχήν άχρηστη στην πράξη. Ο νόμος προβλέπει τέσσερις λόγους διοικητικής απέλασης, και ένας εξ αυτών είναι η παραβίαση των διατάξεων του ίδιου του νόμου. Στην πράξη, όπως γνωρίζουν καλά οι δικηγόροι που έχουν ασχοληθεί με το θέμα, αυτός είναι και ο λόγος που χρησιμοποιείται από τους αστυνομικούς διευθυντές στη συντριπτική πλειονότητα των απελάσεων: πράγματι, αν ο οποιοσδήποτε αλλοδαπός βρίσκεται στη χώρα χωρίς νόμιμη άδεια διαμονής, αυτό από μόνο του αποτελεί επαρκή λόγο απέλασης και δεν χρειάζεται να ψαχουλεύεις το ποινικό του μητρώο για να δεις αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη σε βάρος του.

Συνεπώς, για τους παράνομους μεταναστες δεν υπήρχε έλλειψη λόγων απέλασης και η προσθήκη αυτή δεν πρόκειται να λύσει κανένα πρόβλημα ούτε να διευκολύνει σε τίποτα. Μπορεί όμως να δημιουργήσει προβλήματα στους νόμιμους, αφού πλέον θα επιτρέπεται η απέλασή τους αν βρεθούν απλώς κατηγορούμενοι για κάποιο αδίκημα. Κι εδώ έχουμε επίσης μια σοβαρή ρωγμή στο κράτος δικαίου: ίσως να μην μπορούμε να μιλήσουμε για άμεση και ευθεία παραβίαση του τεκμηρίου της αθωότητας, οπωσδήποτε όμως μπορούμε να μιλήσουμε για έμμεση, αφού η συγκεκριμένη ρύθμιση επιτρέπει τη δυσμενή διοικητική μεταχείριση ενός αλλοδαπού χωρίς αυτός να έχει προηγουμένως καταδικαστεί από τη δικαιοσύνη, μόνο και μόνο επειδή κατηγορείται.

Τα πράγματα είναι πολύ ζόρικα. Η κυβέρνηση βρίσκεται στο συνήθη πανικό που προκαλεί η επιπόλαιη και επικοινωνιακού χαρακτήρα αντιμετώπιση των προβλημάτων, και φαίνεται ότι νομοθετεί ακριβώς για να δείξει ότι κάτι κάνει, έστω κι αν στην πραγματικότητα κάνει μια τρύπα στο νερό. Όχι όμως μόνο στο νερό, αλλά και σε βασικές αρχές του κράτους δικαίου, που καλό θα ήταν πριν αρχίσουμε να τις σκαλίζουμε να το σκεφτούμε λίγο πιο σοβαρά το θέμα. Αν το κριτήριο για την άσκηση της κυβερνητικής πολιτικής είναι το πώς θα σταματήσουν οι ψηφοφόροι της ΝΔ να αλληθωρίζουν προς τον Καρατζαφέρη, τότε φοβάμαι πολύ πως έχουμε πάρει άσχημο δρόμο και θα έχουμε εξίσου άσχημη κατάληξη.

Ειδικά στον χώρο του δικαίου, αρχές που σήμερα τις θεωρούμε σχεδόν αυτονόητες δεν είναι καθόλου τέτοιες, δεν προέκυψαν από παρθενογένεση ούτε από επιφοίτηση, είναι αποτέλεσμα μιας μακράς πορείας εξέλιξης του πολιτισμού (συνολικά, όχι μόνο του δικαιικού). Είναι ανησυχητικό το πόσο πρόθυμα κάποιοι πολιτικοί δέχονται να υποχωρήσουν από αυτές τις αρχές με πρόσχημα το οποιοδήποτε πρόβλημα, υπαρκτό ή όχι. Και είναι ακόμα πιο ανησυχητικό το πόσο εύκολα μπορούμε εμείς, οι πολίτες, να δεχτούμε την απομάκρυνση από αυτές τις αρχές.


  • Σχετική δήλωση της Διεθνούς Αμνηστίας εδώ.




ΥΓ: Με την ανάρτηση αυτή, το ιστολόγιο του χασοδίκη συμπληρώνει τις 300. Ωραίο νούμερο, στρογγυλό! Ο ίδιος ο χασοδίκης πάλι συμπληρώνει σήμερα τα 34. Ε, καλοκαιράκι έρχεται κιόλας, η δουλειά εξακολουθεί να πιέζει, ο ελεύθερος χρόνος είναι λίγος και καλύτερα να επενδυθεί μακριά από την οθόνη και το πληκτρολόγιο, σε παραλίες και σε βράχια, υπάρχει κι ένα σοβαρό ταξιδιωτικό πρότζεκτ στα σκαριά, είναι μια καλή ευκαιρία για ένα διάλειμμα από το ιστολογείν. Αν δεν προκύψει κάτι συνταρακτικό, λοιπόν, αυτή θα είναι η τελευταία ανάρτηση για την τρέχουσα περίοδο και θα επανέλθουμε μαζί με τα πρωτοβρόχια. Από την άλλη βέβαια, μέχρι τις αρχές Αυγούστου τουλάχιστον, όλο κάπου εδώ τριγύρω θα είμαστε και μπορεί να τα ξαναπούμε. Αν δεν, πάντως, καλό καλοκαίρι σε όλους και καλή αντάμωση!


.

22 Ιούνιος 2009

Η λαϊκή εντολή βρωμάει απ' το κεφάλι

Μυρίζουν θάλασσα οι εντολές μου!


Όταν προσπαθείς να πεις αυτό που θέλεις να πεις χωρίς να το πεις, συνήθως καταλήγεις να χρησιμοποιείς μπουρδουκλωμένες ασυναρτησίες αλά Ζουράρις ή κλισέ φράσεις του τύπου "όχι αγάπη μου, δεν είναι αυτό που νομίζεις"!

Εν προκειμένω, αυτό που θέλει να πει ο Γιωργάκης είναι ότι, αν παρ' ελπίδα η κυβέρνηση αντέξει μέχρι τον Μάρτιο του επόμενου χρόνου, τότε θα προκαλέσει εκλογές μπλοκάροντας τη διαδικασία εκλογής του Προέδρου της Δημοκρατίας. Αυτό όμως είναι κάτι που δεν το λες ανοιχτά, γιατί κατά πάσα πιθανότητα ο Παπούλιας θα προταθεί και πάλι από τη ΝΔ για τη δεύτερη θητεία που επιτρέπει το Σύνταγμα, και τι να πει το ΠΑΣΟΚ; Ότι δεν θα τον ψηφίσει; Δικός του άνθρωπος είναι, τον ψήφισε την πρώτη φορά και δεν έχει δώσει και κανένα δικαίωμα κατά τη διάρκεια της θητείας του. Να πει ότι δεν θα τον ψηφίσει στην αρχή, αλλά μετά τις εκλογές, είτε μόνο του είτε μαζί με τη ΝΔ; Ε, πάλι σαχλαμάρα είναι, χειρότερη κιόλας, άσε που θα βγει μετά λαύρος ο Αντώναρος και θα ωρύεται ότι το ΠΑΣΟΚ παίζει με τους θεσμούς -και θά 'χει και τα δίκια του.

Οπότε ο Γιωργάκης άρχισε τις περικοκλάδες: θα τον στηρίξει μεν τον Παπούλια, αλλά θεωρεί πως "ο καλύτερος τρόπος για να τιμήσουμε το αξίωμα και το πρόσωπο είναι η εκλογή του Προέδρου να γίνει από ένα Κοινοβούλιο με νωπή λαϊκή εντολή". Το οποίον, ανάμεσα σε δέκα χιλιάδες πιθανές περικοκλάδες που θα μπορούσε να χρησιμοποιήσει, αποτελεί μάλλον την πιο άκυρη επιλογή, διότι βρε αδερφέ είναι τελείως ασυνάρτητο και, εν πάση περιπτώσει, αν κάτι περιποιεί πράγματι τιμή για το αξίωμα και το πρόσωπο αυτό είναι η διακομματική επανεκλογή ενός Προέδρου από διακόσιους εξήντα-τόσους βουλευτές, ανεξαρτήτως αν αυτοί είναι λιγουλάκι σιτεμένοι ή ολόφρεσκοι.

Από μια άλλη άποψη, ωστόσο, η επιλογή του Γιωργάκη είναι απολύτως πετυχημένη, διότι το κριτήριο της φρεσκάδας της λαϊκής εντολής το εισήγαγε πρώτος ο Καταλληλότερος πρόπερσι. Κι όταν ζητάς νωπή λαϊκή εντολή για να συντάξεις προϋπολογισμό, κάτι που το κάνεις κάθε χρόνο, δικαιούται κι ο άλλος να ζητήσει νωπή λαϊκή εντολή για να εκλέξει Πρόεδρο της Δημοκρατίας που στο κάτω κάτω εκλέγεται κάθε πέντε χρόνια, έτσι δεν είναι;

Όπως και νά 'χει, νομίζω ότι έχουν ωριμάσει πλέον οι συνθήκες για μια αναθεώρηση του Συντάγματος σε πιο σύγχρονες κατευθύνσεις. Αποδεικνύεται από τα πράγματα ότι οι απαρχαιωμένες διατάξεις που προβλέπουν συγκεκριμένη διάρκεια της λαϊκής εντολής στα τέσσερα χρόνια αποτελούν μία από τις αγκυλώσεις του χτες, που θά 'λεγε και ο Καταλληλότερος, που εμποδίζουν την πρόοδο της χώρας και την εύρυθμη λειτουργία της Δημοκρατίας μας. Πρέπει λοιπόν να αντικατασταθούν από την εξής απλή και κατανοητή διάταξη: "Η Λαϊκή Εντολή ανανεώνεται μόλις αρχίσει να μυρίζει".



(η φωτο είναι του svenwerk)


.

16 Ιούνιος 2009

Κυβερνητικές συνεργασίες και λοιπά δαιμόνια

Μια προσπάθεια συμβολής στον μετεκλογικό διάλογο του Συνασπισμού



Τα τελευταία 35 χρόνια το μοντέλο διακυβέρνησης τούτης εδώ της χώρας βασίστηκε αποκλειστικά -με μια μικρή ιδιόμορφη εξαίρεση το 1989-90- στη διαδοχή αυτοδύναμων μονοκομματικών κυβερνήσεων. Πότε του ΠΑΣΟΚ, πότε της ΝΔ, και πάντοτε με σημαντική βοήθεια από τον εκάστοτε ισχύοντα εκλογικό νόμο.

Άσχετα από το πώς εξελίχθηκε η ίδια η χώρα αυτό το χρονικό διάστημα, άσχετα από την άνοδο του βιωτικού επιπέδου, την οικονομική ανάπτυξη κλπ., είναι γεγονός πως το μοντέλο διακυβέρνησής της είχε σαν αποτέλεσμα, ή σαν παρενέργεια αν προτιμάτε, την ουσιαστική υποβάθμιση της δημοκρατίας μας. Υποβάθμιση που οφείλεται κυρίως στη ντε φάκτο κατάργηση της διάκρισης ανάμεσα σε εκτελεστική και νομοθετική εξουσία, εφόσον η βουλή δεν ελέγχει την κυβέρνηση αλλά περιορίζεται να επικυρώνει τις αποφάσεις της, και σε μία σειρά από άλλους παράγοντες καθόλου άσχετους με τον πρώτο: την υπερσυγκέντρωση εξουσίας στο πρόσωπο του εκάστοτε πρωθυπουργού-αρχηγού του κυβερνώντος κόμματος · τη συνακόλουθη διαμόρφωση των κομμάτων εξουσίας σε ακραιφνώς αρχηγικά · την αντίληψη της κρατικής μηχανής ως φέουδου του εκάστοτε κυβερνώντος κόμματος, κατάλληλου για την τακτοποίηση ημετέρων · τις πελατειακές σχέσεις μεταξύ κομμάτων εξουσίας-πολιτών και τις σχέσεις αθέμιτης αλληλεξάρτησης μεταξύ κομμάτων εξουσίας-ΜΜΕ και λοιπών οικονομικών παραγόντων.

Στο ίδιο αυτό χρονικό διάστημα, το εκλογικό αποτύπωμα της αριστεράς, με όποια μορφή κι αν εμφανίστηκε (ενιαία ή πολυδιασπασμένη, των άκρων ή της συναίνεσης, του σαλονιού ή του δρόμου) δεν ξεπέρασε το καταραμένο 15 % (μια μονάδα πάνω, μία κάτω, μικρή σημασία έχει).

Αυτό το σύστημα εναλλαγής των δύο μεγάλων κομμάτων στην εξουσία, που έχουμε μάθει να το αποκαλούμε "δικομματισμό", έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα ανθεκτικό στον χρόνο. Δεν λείπουν αυτοί που κατά καιρούς αναγγέλλουν ή προφητεύουν το "κλείσιμο του κύκλου" της Μεταπολίτευσης, αλλά μάλλον πρόκειται για ευσεβείς πόθους: για να καταλάβουμε πόσο ανθεκτικό είναι το Σύστημα, ας αναλογιστούμε ότι η ΝΔ άντεξε να περιμένει έντεκα χρόνια εκτός εξουσίας χωρίς σοβαρές απώλειες ή διασπάσεις, κι ο Καραμανλής προσωπικά, ένας άπειρος τότε πολιτικός χωρίς καμία προϋπηρεσία σε θέση ευθύνης, άντεξε και παρέμεινε αρχηγός μετά από μια τραγική εκλογική ήττα όπως του 2000. Ας σκεφτούμε ακόμα ότι το ΠΑΣΟΚ μετά την ήττα του 2007 έδειχνε στα πρόθυρα της διάλυσης, και γρήγορα η δημοσκοπική του απήχηση έπεσε σε ποσοστά της τάξης του 25 % (όταν τον ίδιο περίπου καιρό ο ΣΥΡΙΖΑ έφτανε δημοσκοπικά το 18 %, και κάποιοι σύντροφοι στην Κουμουνδούρου μάλλον το πήραν στα σοβαρά, ότι από τη μια μέρα στην άλλη θα γίνουν δεύτερο κόμμα με δυναμική εξουσίας...). Σήμερα ο Γ. Παπανδρέου είναι, ούτε λίγο ούτε πολύ, πρωθυπουργός εν αναμονή και ο Βενιζέλος -που κι εγώ είχα τότε βλακωδώς πιστέψει ότι θα αποσκιρτήσει- ένα πειθαρχημένο κομματικό στέλεχος.

Η ισχύς των δύο κομμάτων εξουσίας και η συμπαγής, σχεδόν αρραγής τους ενότητα δεν οφείλεται μόνο στο επίπεδο και την ποιότητα των εσωκομματικών τους διεργασιών. Ας μη γελιόμαστε, συνεκτικός ιστός των δύο αυτών κομμάτων είναι πάνω απ' όλα η προοπτική της εξουσίας. Και η προοπτική της εξουσίας υπάρχει επειδή ακριβώς είναι διαπιστωμένη η αντοχή του Συστήματος.

Το οποίο Σύστημα, όμως, όπως όλα τα συστήματα, αντιμετωπίζει φθορά. Περιορισμένη φθορά, φθορά που εν πολλοίς παραμένει μέσα στο κλειστό κύκλωμα του Συστήματος, ασυνεχής φθορά, αφού κατά καιρούς παρουσιάζει τάσεις ανάσχεσης, αλλά πάντως φθορά. Που μεταφράζεται σε απομάκρυνση ψηφοφόρων. Και που υποχρεώνει το Σύστημα να στηρίζεται όλο και περισσότερο στα δεκανίκια του εκλογικού νόμου για να διατηρηθεί εν ζωή: 40 βουλευτές είναι το πεσκέσι του εκλογικού νόμου στο πρώτο κόμμα, 50 θα γίνει από τις μεθεπόμενες εκλογές. Και, νομίζω για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια, βρέθηκε υπουργός και μάλιστα κορυφαίος να επιχειρηματολογήσει ότι είναι "υποχρέωση της κυβέρνησης" να διασφαλίσει ότι όποιος εκλεγεί πρώτος, θα μπορεί να κυβερνήσει.

Ποια είναι λοιπόν η προοπτική της αριστεράς μέσα σε αυτό το πολιτικό περιβάλλον; Και συγκεκριμένα, ποια είναι η προοπτική του Συνασπισμού (είτε ΣΥΝ, είτε ΣΥΡΙΖΑ);

Ομολογώ ότι δυσκολεύομαι να τη διακρίνω. Δυσκολεύομαι να καταλάβω αν αυτός ο χώρος έχει συγκεκριμένη στόχευση, και αν ναι ποια. Με δεδομένο το συσχετισμό δυνάμεων, ο Συνασπισμός περιορίζεται στην άσκηση αντιπολίτευσης που μπορεί άλλοτε να είναι πετυχημένη και άλλοτε όχι. Ως "επιτυχία" εν προκειμένω ορίζεται η παρεμπόδιση της υλοποίησης ή της θεσμοθέτησης συγκεκριμένων μέτρων, αλλά -ας μην κρυβόμαστε- σύμπασα η αριστερά, με όποια δυναμική κι αν έχει κατά καιρούς επιτύχει, όση κοινωνική επιδοκιμασία κι αν έχει σε ορισμένες περιπτώσεις προκαλέσει, δεν έχει καταφέρει να αλλάξει ή έστω να επηρεάσει ουσιωδώς τις βασικές πολιτικές γραμμές πάνω στις οποίες κινείται η χώρα. Πάρτε όποιο παράδειγμα θέλετε: την οικονομική πολιτική, τα εργατικά δικαιώματα, τις ΔΕΚΟ, την υγεία, την παιδεία, την εξωτερική πολιτική. Η αριστερά, και ο Συνασπισμός ειδικότερα, μπορεί ενίοτε να κερδίζει μερικές αψιμαχίες, αλλά διαρκώς βρίσκεται σε άμυνα και οι μεγάλες μάχες συνήθως χάνονται, καμιά φορά και χωρίς καν να δοθούν.

Ο μόνος τρόπος που θεωρώ ότι μπορεί ενδεχομένως να αλλάξει αυτό περνάει αναγκαστικά μέσα από τη μεταβολή του συσχετισμού των δυνάμεων. Και η μεταβολή αυτή δεν πρόκειται να γίνει από τη μια στιγμή στην άλλη, δεν πρόκειται ξαφνικά το 4,7 % να γίνει 47 %, δεν πρόκειται να δούμε αυτοδύναμη κυβέρνηση Συνασπισμού. Όχι στο ορατό μέλλον, τουλάχιστον. Ο μόνος τρόπος να αλλάξουν οι συσχετισμοί, ιδίως μέσα σε ένα τόσο ανθεκτικό Σύστημα, είναι σταδιακά. Και για να γίνει αυτό, πρέπει ο Συνασπισμός να πείσει ότι μπορεί να διαχειριστεί θέσεις ευθύνης, μπορεί να πάει παραπέρα από τα (μικρά ή μεγάλα) "όχι" και να προτείνει, να τεκμηριώσει και να υποστηρίξει πολιτικές διακυβέρνησης.

Κάτι τέτοιο μπορεί να συμβεί μόνο μέσα από κυβερνήσεις συνεργασίας. Είτε μας αρέσει, είτε όχι. Σε επίπεδο φαντασίωσης, κι εγώ θα ήθελα ίσως να καταλάβουμε τα χειμερινά ανάκτορα ανεμίζοντας κόκκινες σημαίες και τραγουδώντας το Venceremos, αλλά ας μην γελιόμαστε, ποιες είναι οι πιθανότητες;

Τις προάλλες συζητούσαμε αυτό το θέμα στο φιλόξενο ιστολόγιο της Krotkaя, και η οικοδέσποινα προέβαλε ένα σωρό (βάσιμες) αντιρρήσεις και ένα σωρό (υπαρκτούς) κινδύνους: Πώς συνεργάζεσαι με ένα κόμμα που ακολουθεί ουσιαστικά δεξιές πολιτικές; Κινδυνεύεις να παρασυρθείς σε επιλογές ξένες με την ιδεολογία σου, να θεωρηθείς δεκανίκι, να διαστρεβλωθούν οι θέσεις σου, να βάλεις νερό στο κρασί σου. Κι από πάνω, νά 'χεις να συνδιαλέγεσαι και με τον Πάγκαλο! Κι εξάλλου αυτά έχουν γίνει και αλλού, και απέτυχαν.

Βάσιμες οι αντιρρήσεις και υπαρκτοί οι κίνδυνοι, αλλά ας μην ξεχνάμε ότι η πολιτική είναι ούτως ή άλλως μια ενασχόληση υψηλού κινδύνου και το ζητούμενο είναι πάντοτε να επιλέγεις τα ρίσκα που θα πάρεις συνειδητά, και να βρίσκεις τρόπους να τα διαχειριστείς. Επίσης, ας μην ξεχνάμε το παλιό κλισέ, ότι πολιτική είναι η τέχνη του εφικτού. Και το εφικτό με το επιθυμητό σπανίως συμπίπτουν -ειδικά όταν μιλάμε για την αριστερά.

Η χρονική συγκυρία είναι ιδιαίτερη: η φθορά του Συστήματος που λέγαμε πιο πάνω καθιστά ορατό το ενδεχόμενο, για πρώτη φορά εδώ και πολλά χρόνια και παρ' όλα τα δεκανίκια του εκλογικού νόμου, να μην αναδείξουν οι επόμενες εκλογές αυτοδύναμη κυβέρνηση. Είναι πολύ πιθανό να προκύψει αναγκαιότητα για μια κυβέρνηση συνεργασίας, και τα δυνατά σενάρια δεν είναι απεριόριστα: λόγω ακριβώς του εκλογικού νόμου, το σχήμα ΝΔ-ΛάΟΣ πιθανότατα δεν θα φτάνει τους 151 βουλευτές, οι Οικολόγοι-Πράσινοι δεν είναι σίγουρο ότι θα μπουν στη βουλή, και το ΚΚΕ δεν συμμετέχει στα σενάρια.

Σε μια τέτοια περίπτωση, ο Συνασπισμός θα έχει να αντιμετωπίσει ένα ιστορικό δίλημμα, πολύ διαφορετικό από την ιδιάζουσα συγκυρία του '89. Θα τολμήσει να κάνει το μεγάλο βήμα και να βουτήξει στα βαθιά; Θα προσπαθήσει να αποδείξει στην πράξη ότι οι αυτοδύναμες κυβερνήσεις δεν είναι ο μόνος δρόμος της δημοκρατίας; Θα επιδιώξει να νομιμοποιήσει το αίτημα για έναν εκλογικό νόμο που δεν θα νοθεύει τη λαϊκή βούληση στο όνομα της "ανάγκης να κυβερνηθεί η χώρα";

Νομίζω ότι αυτό είναι το πρώτο ερώτημα που θα πρέπει να απαντήσει. Δεν λέω αν θα πρέπει να το απαντήσει θετικά ή αρνητικά, αλλά σίγουρα θα πρέπει να το απαντήσει σαφώς και ενσυνείδητα, με γνώση ότι το ερώτημα μπορεί να μην ξανατεθεί τόσο επιτακτικά για πολλά χρόνια ακόμα. Είπαμε, το Σύστημα είναι ανθεκτικό και προσαρμόζεται, μια ενδεχόμενη -μικρή έστω- οικονομική ανάκαμψη αύριο, μια αλλαγή αρχηγού μεθαύριο (από τον ανιψιό στην κόρη, ή κάτι τέτοιο), θα του δώσει καύσιμα για πολύ καιρό. Ίσως.

Νομίζω ότι η απάντηση σε αυτό το ερώτημα προέχει από κάθε άλλη συζήτηση περί ιδεολογικής καθαρότητας, ηγεσίας και εσωκομματικών ισορροπιών. Και μάλλον θα τις καθορίσει κιόλας, αν δοθεί εγκαίρως. Όπερ έδει δείξαι.


.

12 Ιούνιος 2009

Όνειρα θερινής νυκτός

Στο editorial της Athens Voice αυτής της εβδομάδας, ο Φώτης Γεωργελές αναλύει το αποτέλεσμα των ευρωεκλογών και καταλήγει ως εξής: "Τα πολιτικά κόμματα, αν μπορέσουν να διαβάσουν τα αποτελέσματα της προηγούμενης Κυριακής, αλλά και όλο το κλίμα της εποχής, θα καταλάβουν ίσως ότι δεν μπορούν να κάνουν τίποτα λιγότερο από το να επανεφεύρουν τον εαυτό τους".

Δεν είναι ότι έχει άδικο ο άνθρωπος -είναι ότι αυτά τα πράγματα δεν γίνονται. Να τα πάρουμε με τη σειρά:

Ξεκινώντας από τον αναμφισβήτητο μεγάλο νικητή της περασμένης Κυριακής, το ΛάΟΣ, το κόμμα που αύξησε όχι μόνο το ποσοστό του αλλά και τους ψηφοφόρους του σε απόλυτους αριθμούς. Για ποιον λόγο θα έπρεπε να επανεφεύρει ο,τιδήποτε; Περισσότερο από ακροδεξιός, ο Συναγερμός είναι ένα κόμμα που ποντάρει στον παλιό καλό λαϊκισμό, και ο Καρατζαφέρης ένας ικανός δημαγωγός της παλαιάς σχολής. Όπως έχει εύστοχα επισημάνει ο Νίκος Δήμου παλαιότερα, χαρακτηριστικό του λαϊκισμού είναι πως, σε κάθε πρόβλημα, αντί να προτείνει μια λύση υποδεικνύει έναν ένοχο. Σε περιόδους μεγάλων και περίπλοκων προβλημάτων, όπως αυτή που διανύουμε, ο καλός λαϊκιστής διατυπώνει θέσεις απλοϊκές, και γι' αυτό κατανοητές απ' όλους, εκμεταλλεύεται την ανασφάλεια και τις φοβίες της κοινής γνώμης και ενεργοποιεί τα συντηρητικά αντανακλαστικά της κοινωνίας. Με λίγο πουσάρισμα και από τα ΜΜΕ (και ο ΛάΟΣ πήρε πολύ, όχι λίγο) η συνταγή δίνει εγγυημένα αποτελέσματα. Μένει να αποδειχθεί αν αυτά είναι συγκυριακά ή όχι, αλλά σε κάθε περίπτωση το κόμμα δεν πρόκειται να αλλάξει τακτική: απλούστατα, δεν έχει καμία άλλη διαθέσιμη.

Να περάσουμε στο ΚΚΕ. Το Κόμμα έχει εδώ και χρόνια υιοθετήσει μια συγκεκριμένη προσέγγιση για την πολιτική και την πραγματικότητα που φέρει χαρακτηριστικά θεολογίας: οι θέσεις του Κόμματος έχουν ισχύ παπικού θέσφατου, είναι αδιαπραγμάτευτες και ο Λαός δεν έχει παρά να σπάσει τα δεσμά του, να δει το φως το αληθινό και να κοινωνήσει τη μία και μοναδική κομματική Αλήθεια. Όταν βαδίζεις στη γραμμή "πέντε κόμματα (ή τέσσερα ή έξι ή είκοσι, μικρή σημασία έχει), δύο πολιτικές", πόσο μακριά από αυτήν μπορείς να πας;

Για τη Νέα Δημοκρατία πάλι δεν υπάρχουν πολλά να πει κανείς. Η κυβερνώσα παράταξη έχει συνδέσει τις τύχες της με το προφίλ του Αρχηγού -τελεία και παύλα. Είναι χαρακτηριστικό το προεκλογικό σποτάκι, όπου παρουσιάζονται πεντέμιση χρόνια κυβερνητικού έργου (ή "έργου") και το μόνο πρόσωπο που βλέπουμε είναι του Καραμανλή! Λες και κυβερνάει μόνος του. Μόνη της η Νέα Δημοκρατία έχει σκάψει το λάκκο της, υποβαθμίζοντας τα υπόλοιπα στελέχη σε ρόλο δευτεροκλασάτων και αναλώσιμων -από επιλογή ή από ανάγκη, θα σας γελάσω. Στρατηγική που μοιραία κάποια στιγμή θα ξεφούσκωνε, γιατί αργά ή γρήγορα ο καθένας αντιλαμβάνεται πως, όσο ικανός κι αν είναι (;) ο αρχηγός, μόνος του το κάρο δεν μπορεί να το τραβήξει. Τώρα πια είναι αργά να βγάλει λαγούς απ' το καπέλο, και πράγματι δεν βγάζει: μετά από πεντέμιση χρόνια διακυβέρνησης, ο Καταλληλότερος ξαναμαναλέει για αυστηρά χρονοδιαγράμματα και πολυτέλειες που πρέπει να κοπούν. Μετά από πεντέμιση χρόνια περισπούδαστης τάχα οικονομικής πολιτικής, και πάλι στα δύσκολα η "λύση" είναι να αυξηθούν οι φόροι στα ποτά και τα τσιγάρα. Και τι του προτείνουν τα στελέχη του για να "αλλάξει το κλίμα"; Ανασχηματισμό -ω της πρωτοτυπίας, κάθε έξι μήνες ν' αλλάζουμε καρέκλες στους ίδιους υπουργούς, ζήτω η επανίδρυση του κράτους! Μόλις ολοκληρωθεί, θα γίνει και η επανεφεύρεση του κόμματος...

Στην αντίπερα όχθη, το πράσινο στρατόπεδο βρίσκεται σε φάση αναμονής, εφαρμόζοντας τη δοκιμασμένη τακτική του ώριμου φρούτου. Όσο το ΠΑΣΟΚ ερχόταν δεύτερο σε εκλογές και δημοσκοπήσεις, κάτι λίγες και κολοβές προσπάθειες που έκανε ο Γιωργάκης να ανοίξει "διάλογο με την κοινωνία" αποκηρύχθηκαν ως αμερικανιές και αντιμετωπίστηκαν με ειρωνικά σχόλια για τα λάπτοπ. Τώρα που πήρε κεφάλι, τώρα που του αρκεί να περιμένει τον χρόνο και τη φθορά να κάνουν τη δουλειά τους, τώρα που η κυβέρνηση στριφογυρίζει εγκλωβισμένη στο τέλμα της, δεν νομίζω ότι θα έχει κανείς ιδιαίτερη διάθεση για πειραματισμούς.

Τι απέμεινε; Ο ΣΥΡΙΖΑ και οι Οικολόγοι-Πράσινοι, από τα κόμματα με κοινοβουλευτική εκπροσώπηση εν πάση περιπτώσει. Ο μεν πρώτος καλά θα ήταν να επανεφεύρει τον εαυτό του, και η αλήθεια είναι ότι προσπαθεί κάπως να το κάνει, αλλά χωρίς να το πολυπετυχαίνει μέχρι στιγμής. Και το κακό είναι ότι εμείς οι της αριστεράς, εξ ιδίας πείρας μιλάω, έχουμε μια τάση προς την ομφαλοσκόπηση και την υπερανάλυση. Που δεν είναι κακό δηλαδή, αλλά να, όσο εσύ παιδεύεσαι να τριχοτομήσεις την τρίχα σε επίπεδο θεωρίας, ο χρόνος -πραγματικός και πολιτικός- περνάει, ο κόσμος βαριέται να περιμένει, και τελικά μένεις με την ανάλυση στο χέρι, και με τον καημό γιατί ρε γαμώτο αυτό που εσύ νομίζεις καθαρό και ξάστερο ο άλλος δεν το καταλαβαίνει;

Όσο για τους Πράσινους, ομολογώ ότι δεν έχω τι να πω. Για την ώρα αποτελούν για μένα ένα αίνιγμα, ένα στοίχημα, όπως θέλετε πείτε το. Θα έχουν την προσοχή μας, αλλά εν πάση περιπτώσει είναι κάπως υπερβολικό να περιμένεις επανεφευρέσεις από ένα κόμμα που μόλις έσκασε μύτη στο πολιτικό στερέωμα.

Κοντολογίς, πολύ φοβούμαι, τι φοβούμαι δηλαδή, είμαι σχεδόν σίγουρος, ότι τα κόμματα δεν πρόκειται να επανεφεύρουν τον εαυτό τους. Δεν πρόκειται να βρουν άλλους δρόμους διαλόγου με την κοινωνία, δεν πρόκειται να ξεφύγουν από την πεπατημένη (το καθένα τη δικιά του). Αν έχετε την εντύπωση ότι, μετά τις Ευρωεκλογές του 2009, ζούμε περίπου το κλίμα των Ευρωεκλογών του 1999 (να μην πω και του 1989), δεν πέφτετε πολύ έξω: το μόνο που έχει αλλάξει είναι η σειρά των χρωμάτων στον πίνακα.


.

03 Ιούνιος 2009

Το καλσόν και το Κοράνι*

Μου προκαλεί πάντοτε εντύπωση ο τρόπος με τον οποίο διάφοροι δημοσίως ομιλούντες και γράφοντες δείχνουν να πέφτουν απ' τα σύννεφα όποτε προκύπτει κάποιο θέμα που προφανώς δεν είχαν οι ίδιοι στο μυαλό τους, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι δεν ήταν υπαρκτό.

Πιο πρόσφατο παράδειγμα, η επεισοδιακή συγκέντρωση των μουσουλμάνων στο κέντρο της Αθήνας μετά το γνωστό περιστατικό με τον αστυνομικό και το Κοράνι. Ξαφνικά, ανήσυχες φωνές άρχισαν να μας προειδοποιούν για τους κινδύνους που διατρέχει η κοινωνία μας από τον ισλαμικό φονταμενταλισμό, και το φάντασμα του μουσουλμανικού τόξου που θα περικύκλωνε την Ελλάδα, φάντασμα που σέρνεται εδώ και είκοσι τουλάχιστον χρόνια, μεταφέρθηκε από εκτός των συνόρων, εντός.

Στην αναμπουμπούλα ο λύκος χαίρεται, και εν προκειμένω ο Καρατζαφέρης, που δεν έχασε την ευκαιρία να τονίσει ότι "οι λαθρομετανάστες ήρθαν απρόσκλητοι σε μια χριστιανική χώρα και πρέπει να σέβονται τους κανόνες και τους νόμους αυτής της χώρας. Αν δεν μπορούν να αφομοιωθούν η πόρτα είναι ανοιχτή, να πάνε από εκεί που ήρθαν".

Η δήλωση αυτή είναι πολλαπλώς άσχετη, irrelevant που λένε και οι αγγλοσάξωνες, με το ζήτημα. Ας προσπεράσουμε το αν και κατά πόσο είναι δόκιμο να ορίζεται η Ελλάδα ως "χριστιανική χώρα", και ας δεχτούμε την αυτονόητη διατύπωση περί σεβασμού στους νόμους. Η ρίζα του προβλήματος είναι αλλού: το αν οι μετανάστες μάς ήρθαν καλεσμένοι ή ακάλεστοι ελάχιστη σημασία έχει. Το θέμα είναι ότι ήρθαν, κι από τη στιγμή που ήρθαν πρέπει να δούμε τι θα τους κάνουμε.

Θα μπορούσε να πει κανείς, ο Καρατζαφέρης οπωσδήποτε αλλά όχι μόνο, να τους απελάσουμε -τουλάχιστον τους παράνομους. Μια κουβέντα είναι. Η απέλαση σαν διοικητική πράξη είναι πιο περίπλοκη απ' όσο φαντάζεται ο μέσος νους. Διαχρονικά, η Ελλάδα μπορούσε να απελαύνει εύκολα μετανάστες μόνο στις γειτονικές της χώρες, Αλβανία κυρίως και Βουλγαρία παλιότερα: τους φόρτωνε το Αλλοδαπών σε μια κλούβα για Κακαβιά ή Προμαχώνα κι όξω απ' την πόρτα (και μέσα σε μια βδομάδα επέστρεφαν...). Τώρα όμως το κύμα από τα Βαλκάνια έχει κοπάσει, ενώ έχει φουντώσει το κύμα από χώρες μακρινές, με τις οποίες η Ελλάδα δεν έχει όχι μόνο σύνορα, αλλά πολλές φορές ούτε καν απευθείας αεροπορική σύνδεση. Σε αυτές τις περιπτώσεις, η απέλαση συνήθως είναι απλώς ανέφικτη -όρος που χρησιμοποιείται κατά κόρον και από τις αρμόδιες αρχές1, όταν υποχρεώνονται να ελευθερώνουν αλλοδαπούς που δεν μπορούν να απελάσουν.

Επιπλέον, ακόμα και αν δεν υπήρχε αυτό το πρόβλημα, η απέλαση έχει κι ένα κόστος που υποτίθεται ότι βαρύνει τον απελαυνόμενο, αλλά στο 100 % των περιπτώσεων το καταβάλλει το δημόσιο ταμείο2. Χώρια το λειτουργικό κόστος των διοικητικών μηχανισμών που απασχολούνται. Όσοι προτείνουν αυτόν τον δρόμο, λοιπόν, ας κάτσουν να κάνουν και μια εκτίμηση του συνολικού κόστους, με δεδομένο ότι μιλάμε για περίπου 200.0003 παράνομους μετανάστες (χοντρική και μάλλον μετριοπαθής εκτίμηση).

Ας συνυπολογίσουμε ότι συζητάμε για ένα φαινόμενο παγκόσμιο και μεγάλης κλίμακας: όσους και να απελάσουμε, θα συνεχίσουν να έρχονται. Τι κάνεις σε αυτήν την περίπτωση; Να περιφρουρήσουμε τα σύνορα, θα πει ο Καρατζαφέρης (λέω τώρα ένα τυχαίο παράδειγμα). Μόνο που, όταν μιλάμε για τη συγκεκριμένη χώρα και τα συγκεκριμένα σύνορα, για να πετύχουμε κάπως αποτελεσματική περιφρούρηση θα έπρεπε να στείλουμε τον μισό πληθυσμό να τα φυλάει. Είναι μια λύση, δε λέω, και θα μείωνε και την ανεργία (μ' ένα σμπάρο δυο τρυγόνια), από την άλλη όμως, πέραν της αμφίβολης αποτελεσματικότητάς της, είναι και ελάχιστα cost effective.

Τέλος, ακόμα κι αν απελάσεις όλους τους παράνομους και σφραγίσεις ερμητικά τα σύνορα, και πάλι σου μένουν περίπου 700.000 νόμιμοι μετανάστες. Μ' αυτούς τι κάνεις;

Λέμε συχνά ότι η Ελλάδα δεν έχει σοβαρή μεταναστευτική πολιτική. Ας μην γελιόμαστε, όμως: μιλάμε για ολόκληρες καραβιές ανθρώπων, που για να φτάσουν στη χώρα μας περπάτησαν ατέλειωτα χιλιόμετρα μέσα από ορεινά μονοπάτια του χάρου, θάφτηκαν σε διπλούς πάτους νταλίκας, λίγο πιο άνετους από φέρετρο, και σκυλοπνίγηκαν σε κάθε είδους καρυδότσουφλο. Είναι αστείο να πιστεύουμε ότι άνθρωποι τόσο απελπισμένοι και τόσο αποφασισμένοι ταυτόχρονα θα φοβηθούν την όποια μεταναστευτική πολιτική ή νομοθεσία της Ελλάδας, όσο καλοσχεδιασμένη κι αν είναι.

Τούτου λεχθέντος, γεγονός παραμένει ότι η χώρα δεν έχει σοβαρή μεταναστευτική πολιτική, και είναι επείγουσα ανάγκη να αποκτήσει. Επείγει η χάραξη πολιτικών ένταξης και ενσωμάτωσης, που αναγκαστικά περνάνε μέσα από την εκπαίδευση και την επιμόρφωση. Επείγει ο περιορισμός της γραφειοκρατίας, που ξεκίνησε κάποτε (έχω σούρει τόσα πολλά στον Προκόπη Παυλόπουλο, αλλά οφείλω να του αναγνωρίσω ότι έκανε κάποια σωστά βήματα σε αυτήν την κατεύθυνση) αλλά έμεινε στη μέση. Επείγει η επίλυση του προβλήματος των μεταναστών δεύτερης γενιάς. Επείγει η έμπρακτη αναγνώριση του δικαιώματος αυτών των ανθρώπων να εκτελούν τις θρησκευτικές τους λειτουργίες σε επίσημους και αξιοπρεπείς χώρους.

Και, αν θέλουμε να το δούμε και ευρύτερα το θέμα, αναγνωρίζοντας ότι οι δυνάμεις της Ελλάδας δεν φτάνουν για την επίλυση ενός προβλήματος με παγκόσμιες διαστάσεις, είναι ανάγκη η χώρα μας να παλέψει σε όλα τα διαθέσιμα διεθνή φόρα, ώστε να επιδιωχθεί λύση εκεί που μπορεί ίσως να επιτευχθεί: στις χώρες προέλευσης των μεταναστών, με στοχευμένη αναπτυξιακή βοήθεια. Άλλη λύση δεν υπάρχει. Είναι πολύ να απαιτήσουμε από την κυβέρνηση γενικά και το Υπουργείο Εξωτερικών ειδικότερα να κάνουν αυτήν την προσπάθεια; Τώρα βέβαια, να έχεις τέτοιες απαιτήσεις από τη βαρώνη Ντόρα, ίσως είναι υπερβολικό...

Το μόνο βέβαιο είναι ότι οι μέχρι σήμερα ακολουθούμενες πολιτικές, βασισμένες στην καχυποψία και τη γραφειοκρατική αρτηριοσκλήρωση, έχουν οδηγήσει σε αδιέξοδα. Σε γκετοποίηση, σε αποκλεισμό, σε ξενοφοβικά σύνδρομα, και πάντως όχι στην ομαλή ένταξη των μεταναστών στην κοινωνία μας. Επίσης βέβαιο είναι ότι οι μετανάστες δεν θα εξαφανιστούν εν μία νυκτί, παρά τους ευσεβείς πόθους ορισμένων, και επομένως το να βρούμε τρόπους συμβίωσης είναι προς το συμφέρον της κοινωνίας συνολικά. Και τέλος, λίγη υπευθυνότητα από μερίδα των ΜΜΕ δεν θα έβλαπτε: υπερβολές, ανακρίβειες και σχοινοτενή συμπεράσματα, όπως αυτά που διατυπώνονται σε αυτό το άρθρο, καθόλου δεν βοηθάνε.



1: Δελτίο τύπου του Συνηγόρου του Πολίτη από 7-1-2008 με τίτλο "Διαδοχικές απελάσεις με κενό νόμου", αρχείο .pdf.
2: Άρθρο 80 του Ν. 3386/2005.
3:
Έκθεση-μελέτη του ΙΜΕΠΟ με τίτλο "Εκτίμηση του όγκου των αλλοδαπών που διαμένουν παράνομα στην Ελλάδα", 2008, αρχείο .pdf.

Στα site του Συνηγόρου και του Ινστιτούτου υπάρχει πολύ και ενδιαφέρον υλικό για διάφορες πτυχές του μεταναστευτικού.


*Ο τίτλος είναι εμπνευσμένος από το άρθρο της Λώρης Κέζα, βλ. λινκ στην τελευταία παράγραφο.


.

01 Ιούνιος 2009

Πάνω απ' όλα η συνέπεια


Στην πολυθρύλητη συνέντευξη που παραχώρησε ο πρωθυπουργός στον Γ. Πρετεντέρη την περασμένη εβδομάδα, αναφέρθηκε μεταξύ άλλων και στο σημαντικό μεταρρυθμιστικό έργο της Νέας Διακυβέρνησης, φέρνοντας σαν παράδειγμα το ασφαλιστικό σύστημα. Χαρακτήρισε μάλιστα τη συνέχιση αυτής της μεταρρύθμισης ως ανοιχτό στοίχημα, και τόνισε ιδιαιτέρως την αναγκαιότητα της παράτασης του εργασιακού βίου των Ελλήνων ως μέτρου που θα οδηγήσει (ανάμεσα σε άλλα) στην οριστική και βιώσιμη επίλυση αυτού του ακανθώδους προβλήματος.

Στην ουσία, επαναδιατύπωσε και επιβεβαίωσε τον πυρήνα των προτάσεων της Νέας Διακυβέρνησης για το θέμα.

Όμως αυτά είναι λόγια. Το ζητούμενο είναι οι πράξεις, και ευτυχώς η κυβέρνησή μας δεν υπολείπεται των δεσμεύσεών της. Δείτε πώς παρατείνεται ο εργασιακός βίος ορισμένων συμπολιτών μας, που έχουν την ευτυχία να βλέπουν νέες προοπτικές καριέρας να ανοίγονται μπροστά τους στην τρυφερή ηλικία των 66 ετών, και προσπεράστε ορισμένες λεπτομέρειες δευτερεύουσας ασφαλώς σημασίας που καταγράφονται στις τελευταίες παραγράφους του ρεπορτάζ.

Και καλό μήνα!


.