Στα ελληνικά ιντερνέτς ξεσηκώθηκε ένα σχετικό σούσουρο: δίνεται δηλαδή ασυλία στην αστυνομία να ανοίγει τα κεφάλια των διαδηλωτών άφοβα; Φαρμακερά σχόλια εκτοξεύτηκαν στο τουίτερ, βρέθηκε μέχρι και κάποιος που αναρωτήθηκε αν αυτό σημαίνει ότι θα βγει από τη φυλακή ο Κορκονέας!
Να δούμε λίγο τα πράγματα πιο ψύχραιμα: Είναι σαφές ότι αυτό που προτείνεται να καταργηθεί είναι η εφαρμογή της διαδικασίας του αυτοφώρου και όχι το αξιόποινο. Επομένως για ασυλία δεν μπορούμε να μιλάμε -τα αδικήματα παραμένουν αδικήματα και οι προβλεπόμενες ποινές είναι οι ίδιες. Επισημάνθηκε (αρχικά από τον Γιάννη, και εν συνεχεία από όσους αντέγραψαν την ανάρτησή του...) ότι με την τακτική διαδικασία προκύπτουν καθυστερήσεις, οι οποίες μπορεί να οδηγήσουν στην παραγραφή των αδικημάτων. Σωστό είναι αυτό, μόνο που πρόκειται για γενικότερο πρόβλημα: ο νόμος ορίζει ότι τα πλημμελήματα παραγράφονται στα πέντε χρόνια από την τέλεσή τους, και, αν στο μεταξύ έχει αρχίσει η κύρια διαδικασία, ο χρόνος αυτός παρατείνεται για τρία ακόμη χρόνια. Ουσιαστικά δηλαδή μιλάμε για μια οκταετία, χρόνος που θα έπρεπε να θεωρείται υπερεπαρκής ώστε να μην παραγράφεται ποτέ κανένα πλημμέλημα. Στην άκρως ιδιότυπη ελληνική δικαστική πραγματικότητα, βέβαια, υπάρχουν περιπτώσεις που η οκταετία έχει αποδειχθεί ανεπαρκής. Αν θέλουμε να είμαστε ειλικρινείς πάντως, και λίγο κυνικοί, ούτε η εφαρμογή της διαδικασίας του αυτοφώρου εξασφαλίζει ότι δεν θα παραγραφεί ένα αδίκημα εν επιδικία: αρκούν ένα-δυο απειλητικά τηλεφωνήματα για βόμβα στην Ευελπίδων, και μια χαρά "εξισώνονται" χρονικά οι διαδικασίες... Επίσης, ας σημειώσουμε εδώ ότι, ειδικά για το αδίκημα της εξύβρισης (και κάποια άλλα που θεωρούνται "ήσσονος βαρύτητας"), η ελληνική Πολιτεία έχει ανακαλύψει και τη φάμπρικα της "υφ' όρων παραγραφής", με την οποία στέλνει μαζικά στο αρχείο τέτοιες υποθέσεις προκειμένου "να αποσυμφορηθεί η ποινική δικαιοσύνη" (πιο πρόσφατες τέτοιες ρυθμίσεις έγιναν το 2011 και το 2005).
Όπως έχει επισημανθεί πολλάκις στο παρελθόν, το πραγματικό πρόβλημα είναι πρωθύστερο: την ώρα που η ένδοξη Ελληνική Αστυνομία και το αρμόδιο υπουργείο υπερασπίζονται με νύχια και με δόντια το ιερό δικαίωμα των δυνάμεων αποκατάστασης της τάξης να μη φέρουν διακριτικά κατά την άσκηση των καθηκόντων τους, αυτό που συνήθως συμβαίνει είναι ότι οι άντρες των ΥΜΕΤ, ΔΕΛΤΑ, ΔΙΑΣ και λοιπών αρκτικόλεξων μπορούν να ξεδίνουν ανενόχλητοι επί δικαίων και αδίκων διαδηλωτών, εφόσον πρακτικά δεν μπορούν να αναγνωριστούν ώστε να τους καταλογιστούν τυχόν αξιόποινες πράξεις. Όσο λοιπόν αυτό το ζητηματάκι παραμένει άλυτο, και κάτι μου λέει ότι θα παραμένει για πολύ ακόμα, το να συζητάμε αν θα εφαρμόζεται η αυτόφωρη ή η τακτική διαδικασία μου φαίνεται κάπως άκαιρο. Με άλλα λόγια, πόσες φορές θυμάστε να κάθισε αστυνομικός στο σκαμνί επειδή επέδειξε υπερβάλλοντα ζήλο στη χρήση του ροπάλου ή των χημικών, είτε με τη μία είτε με την άλλη διαδικασία; (Στο σημείο αυτό να θυμίσουμε και ένα από τα πιο σύντομα ελληνικά ανέκδοτα: Ένορκη Διοικητική Εξέταση).
Το ερώτημα βέβαια μπορεί να τεθεί και από άλλη πλευρά: ποιος ακριβώς είναι ο σκοπός της προτεινόμενης από το υπουργείο ρύθμισης; Θέλω να πω, αν είχε διαπιστωθεί ότι γίνεται κατάχρηση του αυτοφώρου σε τέτοιες περιπτώσεις, ότι ας πούμε γίνονται κακόβουλες μηνύσεις ώστε να σέρνονται αθώοι αστυνομικοί στα δικαστήρια στα καλά του καθουμένου, πράγμα που έχει σαν αποτέλεσμα να αποσπώνται από την άσκηση των καθηκόντων τους ή να αυτοπεριορίζονται και να μην είναι αποτελεσματικοί, κάτι τέτοιο τέλος πάντων, τότε ενδεχομένως η προτεινόμενη ρύθμιση να είχε κάποια λογική. Ενδεχομένως.
Συνήθως, όταν θέλουμε να εξακριβώσουμε τον σκοπό του νομοθέτη, μπορούμε να εφαρμόσουμε μία από τις εξής δύο μεθόδους: είτε να μυρίσουμε τα νύχια μας (μέθοδος αρκετά δημοφιλής και διασκεδαστική, που όμως στερείται κάπως επιστημονικής βάσης), είτε να ρίξουμε μια ματιά στην αιτιολογική έκθεση που συνοδεύει κάθε νομοσχέδιο και η οποία, όπως λέει και το όνομά της, καλείται να μας διαφωτίσει (εμάς και τους βουλευτές που πρόκειται να ψηφίσουν τη διάταξη) σχετικά με το τι επιδιώκει ο νομοθέτης. Ψάχνουμε λοιπόν στο διαδίκτυο την αιτιολογική έκθεση του συγκεκριμένου νομοσχεδίου, εντοπίζουμε την παράγραφο που αναφέρεται στην επίμαχη ρύθμιση, και διαβάζουμε τα εξής:
Στο άρθρο 20 προβλέπεται η εξαίρεση εφαρµογής συγκεκριµένων διατάξεων του Κώδικα Ποινικής Δικονοµίας για τα αδικήµατα που διώκονται κατ' έγκληση και φέρεται ότι διαπράχθηκαν από αστυνοµικό, λιµενικό ή πυροσβεστικό υπάλληλο κατά την άσκηση των καθηκόντων τους και εξαιτίας αυτών.
Κι αυτό είναι όλο. Που σημαίνει ότι ο νομοθέτης μας αφήνει στο σκοτάδι σχετικά με το τι ακριβώς επιδιώκει με την προτεινόμενη ρύθμιση, και το μόνο στο οποίο μπορούμε να ελπίζουμε είναι να συζητηθεί το θέμα στη Βουλή, είτε στην αρμόδια επιτροπή είτε στην ολομέλεια, μπας και φωτιστούμε κάπως.
Συμπέρασμα; Αβέβαιο. Θεωρητικά μιλώντας, κάθε διάταξη που εισάγεται σε νομοσχέδιο θα πρέπει να έχει κάποιον συγκεκριµένο σκοπό και ο σκοπός αυτός θα πρέπει να είναι διαφανής. Στην προκειμένη περίπτωση κάτι τέτοιο δεν ισχύει, με αποτέλεσμα ο καθένας να μπορεί να βάλει με το μυαλό του διάφορα. Οπότε, αν μεν η ρύθμιση αυτή πρόκειται να αντιμετωπίσει κάποιο υπαρκτό πρόβλημα, περιμένω με μεγάλη περιέργεια να μάθω ποιο είναι αυτό -και στο μεταξύ αναρωτιέμαι γιατί μας το κρατάνε μυστικό και δεν το γράφουν στην αιτιολογική έκθεση. Αν πάλι όχι, τότε το λιγότερο που μπορεί να πει κανείς είναι ότι στέλνει λάθος μηνύματα στην κοινή γνώμη.
.

