Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοπάνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Κοπάνες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

03 Οκτωβρίου 2011

The day after

Κατεβαίνοντας με βήμα αργό στο μονοπάτι από το καταφύγιο του Ζολώτα προς τα Πριόνια, σε μια στιγμή τα δέντρα στα δεξιά αφήνουν ένα άνοιγμα και το μάτι πέφτει απέναντι, στις επιβλητικές γκρεμίλες τις στεφανωμένες από τα σύννεφα που τρέχουν γρήγορα καταπάνω, αφήνοντας τον ήλιο να φωτίσει επιτέλους τα κατσάβραχα. Κοντοστέκομαι. "Πού πάμε, ρε γαμώτο;" φωνάζω. Οι υπόλοιποι της παρέας που ακολουθούν κοντοστέκονται κι αυτοί, σαστίζουν λιγάκι.
- Τι έπαθες ρε;
- Πού πάμε, λέω, γιατί φεύγουμε από 'δω, γιατί δεν καθόμαστε εδώ πάνω για πάντα να ησυχάσουμε;

------------------------------------

Μια εξόρμηση στον Όλυμπο δεν είναι ακριβώς ξεκούραστη υπόθεση. Μόνο την ταλαιπωρία του πούλμαν να λογαριάσεις, δυο ταξίδια μέσα σε δυο μέρες από έξι και βάλε ώρες το καθένα, σ' αυτά τα κωλοκαθίσματα όπου τα πόδια δεν βολεύονται με τίποτα -και δεν είμαι και κανας δίμετρος διάολε-, αρκεί. Βάλε και τις γαϊδουροανηφόρες, βάλε και τη σαθρίλα του βουνού, το δύσκολο πεδίο, κουραστικό για τα γόνατα και τις γάμπες, βάλε τα γεμάτα καταφύγια, το κρύο, τις μουρμούρες και τις ψιλογκρίνιες που κουβαλάει κάθε πολυμελής ομάδα... Αλλά όλα αυτά, κι άλλα τόσα ακόμα, αξίζει να τα υπομείνεις για εκείνη τη μαγική στιγμή που φτάνεις στο Οροπέδιο των Μουσών, που πετάς από πάνω σου το σακίδιο και αράζεις στη βεράντα του καταφυγίου, με τον κώλο σου να κρυώνει πάνω στην παγωμένη πέτρινη πεζούλα, αλλά με το μάτι σου να χορταίνει την υπέροχη θέα αυτού του θαύματος της Φύσης και της Πέτρας που λέγεται Στεφάνι:

(φωτο αρχείου)


Και ναι ρε γαμώτο, ας ακουστεί κλισέ αλλά είναι αλήθεια, εκεί πάνω δεν υπάρχει μνημόνιο, δεν υπάρχει τρόικα και κρίση και Βενιζέλος και Πάγκαλος κι αρχίδια, εκεί πάνω είσαι μόνο εσύ και η παρέα σου και το βουνό. Αδειάζει το μυαλό απ' όλο το δηλητήριο που έχει μαζέψει και το μόνο που σκέφτεσαι είναι το επόμενο βήμα. Είναι τυχαίο που, ολόκληρο Σαββατοκύριακο, οι μόνες συζητήσεις που κάναμε για την επικαιρότητα έγιναν το βράδυ της Παρασκευής μόλις φτάσαμε και την τελευταία μισή ώρα της κατάβασης, πριν μπούμε στο πούλμαν της επιστροφής; Όχι, δεν είναι τυχαίο, όλα αυτά εξαφανίζονται μαγικά σχεδόν όσο το υψόμετρο αυξάνεται, λες και τα παίρνει μαζί του ο αέρας που φυσάει στα ψηλά. Δυο μέρες η μόνη μας στενοχώρια ήταν οι φίλοι μας που ξεκίνησαν να επαναλάβουν την απαιτητική αναρριχητική διαδρομή στο Ξερολάκκι -και υποχρεώθηκαν να γυρίσουν πίσω από μια βροχή που τους έπιασε και μούσκεψε τα βράχια. Τ' άλλα όλα τ' αφήσαμε να περιμένουν στην Αθήνα.

-------------------------------------

...Εντάξει, προφανώς αυτό δεν γίνεται, προφανώς υπάρχουν χίλιοι δύο λόγοι που φεύγουμε, κι ίσως κιόλας αν δεν φεύγαμε, αν μέναμε συνέχεια εκεί, ίσως λέω, το βουνό να έχανε τη μαγεία του, να ερχόταν ο κορεσμός κι η συνήθεια (αν και δεν είμαι καθόλου σίγουρος).

Αλλά τελικά ας μου εξηγήσει κάποιος πώς γίνεται, μετά από ένα σαββατοκύριακο με δώδεκα ώρες ταξίδι, δεκάξι ώρες περπάτημα, τη μια νύχτα με μόνο τρεις ώρες ύπνο, κάτω απ' τα αστέρια μ' έναν υπνόσακο της πλάκας, με καφέδες βαπορίσιους, μακαρόνια παραβρασμένα και ψωμί μπαγιάτικο, πώς διάβολο γίνεται πες μου, να ξυπνάς τη Δευτέρα το πρωί για να επιστρέψεις στη δουλειά και την καθημερινότητα και να νιώθεις σαν ντοπαρισμένος; Σαν να μην κουράστηκες εσύ, σαν ήταν να κάποιος άλλος που έβαλε όλον τον κάματο, και σε σένα να έμεινε μόνο η ευχαρίστηση.

Κάτι γίνεται εκεί πάνω και δεν το έχω εντοπίσει ακόμα. Μην είναι το οξυγόνο; Μην είναι τα μαγνητικά πεδία που ανακαλύπτουν κάτι μυστήριοι καλεσμένοι στις εκπομπές του Χαρδαβέλλα; Δεν ξέρω. Αλλά δεν μπορεί, αν ανέβουμε καμιά εικοσαριά φορές ακόμα, πού θα πάει, θα το βρω...


.

26 Απριλίου 2010

Νεπαλέζικες ιστορίες, μέρος γ'

Είναι 4 τα ξημερώματα. Σβήνω το τσιγάρο, ανάβω τον φακό κεφαλής και βγαίνω έξω. Χαιρετάμε και το ζευγάρι των Γερμανών που παίρνουν το πρωινό τους και ξεκινάμε.

Σήμερα είναι η τελευταία μέρα περπατήματος και συνάμα η πιο μεγάλη. Έχουμε ν' ανέβουμε στα 5.416 μέτρα του Thorong La, και μετά να κατέβουμε στα 3.760 του Muktinath, από την άλλη μεριά -αν όλα πάνε καλά, γύρω στις εννιά ώρες πορεία με σχετικά αργό ρυθμό.


Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής είναι και το πιο δύσκολο, σύμφωνα με τις περιγραφές: μια αρκετά απότομη και παρατεταμένη ανηφόρα, από τα 4.540 μέτρα του Thorong Phedi μέχρι τα 4.925 του High Camp. Ξεκινάμε λοιπόν με αργό βήμα στο μονοπάτι που ανεβαίνει με καγκέλια (παναπεί ζιγκ-ζαγκ) την πλαγιά πάνω από τον ψευτο-οικισμό του Thorong Phedi (δύο lodge όλα κι όλα, το ένα δίπλα στο άλλο). Χτες το μεσημεράκι ανεβήκαμε το ίδιο κομμάτι, αφ' ενός για εγκλιματισμό κι αφ' ετέρου για να το δούμε στο φως της ημέρας, μια που το πρόγραμμα έλεγε ότι θα το περάσουμε νύχτα. Έχω σημαδέψει στο μυαλό μου κάποια σημεία-κλειδιά: στα είκοσι λεπτά το μονοπάτι από χωμάτινο γίνεται σαθρό χαλίκι, άλλα δέκα λεπτά πιο πάνω μπαίνει σ' ένα φαρδύ λούκι και κινείται στη βάση των βράχων της δεξιάς πλευράς, ακόμα δέκα λεπτά και βλέπουμε πλέον το κτίριο του (μοναδικού) ξενώνα στο High Camp.

Καθώς περνάω από το πρώτο σημείο, κοιτάω το ρολόι: είμαστε μέσα στον χρόνο, άρα ο ρυθμός μας είναι όπως χτες, άρα καλά πάμε. Ρίχνω και μια ματιά προς τα πίσω και βλέπω το γαϊτανάκι των φακών κεφαλής που ανεβαίνει φιδογυριστά στην πλαγιά. Ωραία εικόνα.

Ώρα 4:50 φτάνω στο High Camp, και λίγο πίσω μου ακολουθεί ο Ηλίας. Σταματάμε και περιμένουμε τους άλλους, έχουμε συμφωνήσει ότι εδώ θα είναι το πρώτο σημείο ανασυγκρότησης της ομάδας. Κάνει κρύο τσουχτερό, από τον ξενώνα βγαίνουν δυο τύποι και με χαιρετάνε. Αρχικά δεν τους αναγνωρίζω έτσι όπως είναι κουκουλωμένοι με τους σκούφους και τις μπαλακλάβες, μετά καταλαβαίνω ότι είναι το αντρόγυνο των Ισπανών που τρώγαμε παρέα χτες το μεσημέρι. Πολύ συμπαθητικοί. Τους ευχόμαστε καλή ανάβαση, και δίνουμε ραντεβού πιο πάνω.

Πέντε και κάτι φτάνουν η Δώρα με τον Μπιρ. Μπορούμε να συνεχίσουμε, και στο σημείο αυτό ακολουθεί το πιο δύσκολο πέρασμα ολόκληρου του τρεκ: μια εκτεθειμένη πλαγιά που κοιτάει στον Βορρά και κρατάει κάμποσο χιόνι. Πρέπει να την τραβερσάρουμε, παναπεί να την περάσουμε κατά μήκος, και δεν έχουμε μαζί μας ούτε κραμπόν ούτε πιολέ, ούτε καν ένα σχοινί. Το χιόνι λογικά τέτοια ώρα και με τέτοιο κρύο θα είναι παγωμένο, το μονοπάτι είναι στενό, κι η πλαγιά από κάτω έχει κλίση κάμποσες μοίρες, γυαλίζει σαν καθρέφτης και χάνεται μέσα σ' ένα φυσικό χωνί από βράχια, που μάλλον καταλήγει σε κάποια γκρεμίλα. Χμμμμ. Ωστόσο, χτες που εμπιστεύτηκα στον Μπιρ τις ανησυχίες μου για το συγκεκριμένο πέρασμα, αυτός μου απάντησε μ' ένα πλατύ χαμόγελο κι ένα ακόμα πιο πλατύ "no problem"!

Μπαίνει μπροστά ο Ηλίας, κι εγώ από πίσω πατάω ακριβώς στα βήματά του. Με προσοχή περνάμε το χιονισμένο κομμάτι, ευτυχώς το χιόνι είναι πατημένο κι έτσι η παγωνιά δεν το έχει κάνει γυαλί, είχε δίκιο ο Μπιρ, έδειχνε πιο δύσκολο απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα. Ξαναβγαίνουμε στο χώμα και συνεχίζουμε τον ανήφορο.

Πιο πάνω βρίσκουμε κι άλλες χιονούρες, αλλά πλέον έχουμε πάρει το κολάι και τις περνάμε άνετα. Καθώς η μέρα αρχίζει να φωτίζει, πετυχαίνουμε και ομάδες πεζοπόρων που ξεκίνησαν πριν από μας, από το High Camp. Προσπερνάμε τους πιο αργοκίνητους και συνεχίζουμε.

Γύρω στις 7, έχω αποσπαστεί λίγο από τους υπόλοιπους και φτάνω στο τέλος της γαϊδουροανηφόρας. Στα αριστερά η κορυφή Thorung Peak, 6.144 μ., στα δεξιά η κορυφή Yakwakang, 6.482 μ., και στη μέση ανοίγεται το μεγάλο διάσελο του Thorong La. Καθώς χαζεύω το τοπίο, με πλησιάζει ο Σάντζο, ο ένας από τους βαστάζους μας.

- Thorong La, seven thirty.

Ένα μισάωρο ακόμα δηλαδή. Εντάξει, μια χαρά είμαστε. Ο σκοπός του ξεκινήματος άγρια χαράματα ήταν να φτάσουμε επάνω νωρίς, πριν μας προλάβουν οι θυελλώδεις άνεμοι που αρχίζουν να φυσάνε κατά τις 9-10 το πρωί και κάνουν το πέρασμα βασανιστήριο. Απ' ό,τι φαίνεται, μέχρι τις 8 θα έχουμε ανέβει όλοι.

Όμως οι δυσκολίες δεν έχουν τελειώσει. Το εκτεταμένο διάσελο είναι μια μακριά σειρά από ραχούλες. Μετά τις 4-5 πρώτες, η κάθε επόμενη μοιάζει να είναι η τελευταία. Γκαζώνω στην ανηφόρα, άντε να τελειώνουμε, και μόλις την περάσω... αποκαλύπτεται άλλη μία, λίγο πιο πίσω. Και τώρα πια οι ανάσες έχουν γίνει πιο δύσκολες, είμαστε για τα καλά πάνω από τα 5.000 μέτρα υψόμετρο, κάθε είκοσι μέτρα πρέπει να σταθώ για να ξεφουσκώσω. Οι ραχούλες δείχνουν να μην έχουν τελειωμό, όμως ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα σύμπλεγμα από σημαίες προσευχής, που σκεπάζουν μια μεταλλική ταμπέλα. Αυτό είναι! Το ψηλότερο σημείο! Επιτέλους! Και ξαφνικά, τον παγωμένο αέρα σκίζει η κραυγή της εξιλέωσης:


- ΓΑΜΗΜΕΝΟΟΟΟΟ!!!

Είναι 7:40 όταν φτάνω στο πέρασμα, στρίβω ένα τσιγάρο (μιλάμε για πολύ θράσος :-) και χαιρετάω τους Ισπανούς που έχουν φτάσει νωρίτερα και ετοιμάζονται να κατέβουν. Εδώ βρίσκονται και δυο τύποι που δεν έχω ξαναδεί, μάλλον βορειοευρωπαίοι, βλοσυροί και αμίλητοι μοιράζονται μια Toblerone. Γύρω στις 8, κι ενώ έχω αρχίσει να ξυλιάζω, έρχονται και οι υπόλοιποι. Αγκαλιές, φιλιά, συγχαρητήρια. Και συγκίνηση, καθώς ξετυλίγουμε τη σημαία που έχουμε φέρει για να αφήσουμε εδώ, στη μνήμη του Έλληνα ορειβάτη Νίκου Μπούμπαλη που έχασε τη ζωή του πριν δέκα χρόνια στο Island Peak.

Βγάζουμε και μερικές φωτογραφίες, και δρόμο. Δεν είναι για να κάθεσαι πολύ εδώ πάνω, κάνει ψοφόκρυο παρόλο που ακόμα δεν φυσάει και η μέρα είναι ηλιόλουστη. Επιπλέον, μας περιμένει και ο κατήφορος που ναι μεν είναι πιο εύκολος, αλλά είναι πολύ κουραστικός. Από αυτή του τη μεριά το βουνό είναι σαν σεληνιακό τοπίο, απόλυτη ξεραΐλα, σαθρό έδαφος, σκόνη, πέτρες, βράχος.

Πολλές ώρες αργότερα αναπαυόμαστε στο "Himalayan Inn", στο Jomsom (2.720 m.). Τέλος το τρεκ. Μεσολάβησε ο σπαστικός κατήφορος, το φαγητό στο Muktinath και μια αχαρακτήριστη διαδρομή με τζιπ μέσα από έναν χωματόδρομο χειρότερο κι από αυτόν της πρώτης μέρας. Βγάζουμε τις μπότες, η μπόχα είναι απίστευτη, και στο ντους διώχνουμε από πάνω μας ίσαμε δύο κιλά σκόνη ο καθένας.

Παρά την κούραση το ηθικό είναι πολύ υψηλό. Όμως το σήριαλ της Ανναπούρνα έχει ακόμα δυο επεισόδια μέχρι την επιστροφή στην Κατμαντού. Μία πτήση ως την Ποκάρα, κι ένα ταξίδι με λεωφορείο -που τελικά θα αποδειχτούν, ω ναι!, πιο ζόρικα από το περπάτημα...


(συνεχίζεται)


.



22 Απριλίου 2010

Νεπαλέζικες ιστορίες, μέρος β'

Μεγάλη Παρασκευή και γύρω στις 10 το πρωί φτάνουμε στο κεφαλοχώρι της διαδρομής, το Manang. Από εδώ και πέρα τα πράγματα σοβαρεύουν, είμαστε πια σε υψόμετρο 3.540 μέτρων και χρειάζεται προσοχή ώστε να μην μας πιάσει η νόσος του υψομέτρου, μια που κανένας από εμάς δεν έχει ξαναβρεθεί τόσο ψηλά.

Καταλύουμε στο ξενοδοχείο Tilicho, το οποίο αμέσως ξαναβαφτίζουμε σε "τσίλικο", μια που μας προσφέρει αδιανόητες χλιδές για τα στάνταρ του ταξιδιού: ευρύχωρο δωμάτιο, τουαλέτα μέσα στο δωμάτιο (τούρκικη μεν αλλά μέσα), ζεστό νερό στα ντους χωρίς έξτρα χρέωση, ένα τάχαμου German Bakery με μπισκοτάκια, κρουασανάκια και μηλόπιτες, μέχρι και καφέ εσπρέσο (Lavazza περικαλώ)! Εμείς όμως άτεγκτοι, we talk serious business τώρα και δεν είμαστε για να χαλαρώνουμε: πίνουμε ένα τσάι, κοπανάμε και δυο μηλόπιτες στη μέση ("for the middle", που λέει κι ο Ηλίας σε άψογα ελληνονεπαλέζικα) και μετά την κάνουμε για ανάβαση εγκλιματισμού.

Στα μεγάλα υψόμετρα, ένα κόλπο για να προσαρμόζεται καλύτερα ο οργανισμός είναι να κοιμάσαι χαμηλότερα από εκεί που ανέβηκες κατά τη διάρκεια της μέρας (climb high sleep low). Μια που εμείς θα κοιμόμασταν στο Manang, για να δουλέψει το κόλπο έπρεπε να ανέβουμε ψηλότερα και να ξανακατέβουμε. Έτσι, από τις τέσσερις-πέντε διαδρομές που προσφέρει το χωριό, διαλέγουμε να επισκεφτούμε την gompa Praken, που τη βλέπουμε κιόλας κρεμασμένη σε μια πλαγιά στα βόρεια, σε υψόμετρο περίπου 4.000 μέτρων. Ο οδηγός μας ο Μπιρ μας εξηγεί ότι μια gompa είναι κάτι σαν ασκηταριό, όπου ασκητεύει ένας λάμα: ο συγκεκριμένος έχει ηλικία 94 ετών (!) και βρίσκεται εδώ τα τελευταία 41 χρόνια (!).

Μια και δυο λοιπόν παίρνουμε το μονοπάτι που οδηγεί κατά την gompa και μετά από περίπου μιάμιση ώρα σχετικά κοπιαστικής ανάβασης φτάνουμε στο μικρό πλάτωμα της πλαγιάς που τη φιλοξενεί. Η θέα από εδώ πάνω είναι καταπληκτική και το πανόραμα των βόρειων κορυφών της Αναπούρνα απλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Τραβάμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και μετά περνάμε στα ενδότερα: μια που ήρθαμε εδώ πάνω, αμαρτία είναι να μην επισκεφτούμε και τον λάμα, έτσι δεν είναι;

Η θέα από τη gompa (κλικ για να μεγαλώσει)


Βγάζουμε παπούτσια, το λοιπόν, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης, και μπαίνουμε σε ένα μικρό δωμάτιο σαν σπηλιά. Καθόλου δεν του φαίνονται του λάμα τα 94 χρονάκια του. Έχει ένα εξαιρετικό μπρούτζινο χρώμα, προφανώς από τον ήλιο που βαράει ανελέητα, και μια απίστευτη αταραξία στο πρόσωπο. Κι εδώ που τα λέμε, τι να τον ταράξει εδώ πάνω; Ο τύπος τη βγάζει με προσευχή και μεντιτέισον, μαμ-κακά και νάνι, και εμφανώς δεν έχει ακούσει ποτέ του για τα σπρεντς ας πούμε. Καθόμαστε σε κάτι χαμηλούς πάγκους, ελαφρώς αμήχανοι μια που δεν ξέρουμε τι προβλέπει το πρωτόκολλο για την περίσταση, και περιμένουμε. Ο λάμα κάποια στιγμή διακόπτει την προσευχή του και μας καλεί έναν-έναν κοντά του. Γονατίζουμε με σεβασμό, μας περνάει στο λαιμό κάτι πολύχρωμα κορδονάκια και σε εξαιρετική αγγλονεπαλέζικη εσπεράντο μας εξηγεί ότι είναι φυλαχτά που θα μας φέρουν good luck για να περάσουμε το Thorong La. Μας αγγίζει το κεφάλι με το βιβλίο των προσευχών, δεμένο με ξύλο σκαλιστό παρακαλώ, και μας στέλνει στην ευχή του Βούδα.

Όσο να ολοκληρωθεί το τελετουργικό, μια κυρία απροσδιορίστου ηλικίας που μένει μαζί με τον λάμα, του μαγειρεύει και τον φροντίζει, μας προσφέρει τσάι -ωραιότατο, πρέπει να πω. Πίνουμε το τσάι μας ήσυχα χαζεύοντας τη διακόσμηση, που περιλαμβάνει πολλές φωτογραφίες δυτικών πεζοπόρων και ορειβατών, και μετά ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Προηγουμένως, αφήνουμε το κατιτίς μας: από εκατό ρουπίες έκαστος.

Στην επιστροφή ο δρόμος είναι κατηφορικός και έχουμε όρεξη (και ανάσα) για να σχολιάσουμε. Πλάκα πλάκα, μπορεί εκατό ρουπίες να είναι περίπου ένα ευρώ, όμως εδώ πάνω τις εποχές που το τρεκ μαζεύει πολύ κόσμο μπορεί να ανεβαίνουν και διακόσια άτομα τη μέρα. Διακόσια ευρώ, δεν είναι κι άσχημο μεροκάματο!

- Φαντάσου ρε συ, να μπεις στο διπλανό δωμάτιο και να δεις μια τηλεόραση πλάσμα 42 ιντσών, δυο-τρία ερκοντίσιον και κάνα πλεϋστέισον! Ρε μπας και μας δουλεύουν οι Νεπαλέζοι;

Όμως ο Μπιρ μας εξηγεί ότι οι βουδιστές μοναχοί και οι λάμα δεν πρέπει να δουλεύουν, τα δε μοναστήρια τους δεν έχουν δική τους περιουσία. Ζουν από τις προσφορές της κοινότητας και τις δωρεές προσκυνητών και επισκεπτών όπως εμείς. Από τα χρήματα που μαζεύει, ο λάμα μας κρατάει όσα χρειάζεται για να καλύψει τις δικές του (προφανώς ελάχιστες) ανάγκες και τα υπόλοιπα τα στέλνει στο μοναστήρι από το οποίο προέρχεται, κάπου μακριά από εδώ, για να συντηρηθούν οι μοναχοί.

Άντε τώρα να του εξηγήσεις ότι στην Ελλάδα έχουμε μοναστήρια που είναι πρώτες φίρμες στο real estate και κάνουνε μπίζνες με αγοραπωλησίες λιμνών, εγκαταστάσεις γκολφ και πεντάστερα ξενοδοχεία σε οικόπεδα-φιλέτα... Εδώ το πολιτιστικό χάσμα αποδεικνύεται αγεφύρωτο. Οπότε πείθουμε τον Ηλία να μην αναφέρει το Βατοπέδι, άσε ρε συ μην τους δίνουμε ιδέες και τους χαλάσουμε κι αυτούς, και κατηφορίζουμε ήσυχα ήσυχα για να είμαστε στην ώρα μας για το μεσημεριανό μας πιλάφι.


(συνεχίζεται)


.

Φωτογραφίες...

...πολλές φωτογραφίες, για τους οπτικούς τύπους. Εδώ. Θέλουν ακόμα δουλειά (π.χ. λεζάντες), αλλά σιγά-σιγά...


.

20 Απριλίου 2010

Νεπαλέζικες ιστορίες, μέρος α'

Κυριακή 28 Μαρτίου, μεσημέρι, και βρισκόμαστε στη μικρή πόλη της Μπεσισαχάρ, προβλεπόμενη αφετηρία της πεζοπορικής μας διαδρομής. Όμως ο Μπιρ, ο Νεπαλέζος οδηγός βουνού που μας συνοδεύει, λέει ότι το κομμάτι που έχουμε προγραμματίσει να κάνουμε σήμερα από τη Μπεσισαχάρ μέχρι το χωριό Μπούλμπουλε δεν είναι πια μονοπάτι, έχει γίνει χωματόδρομος και θα πρέπει να περπατάμε δίπλα σε τζιπ και λεωφορεία. Μήπως προτιμάμε καλύτερα να πάρουμε το τοπικό λεωφορείο; Το συζητάμε λίγο μεταξύ μας: είναι μεσημέρι, κάνει ζέστη, έχουμε ζαβλακωθεί από το εξάωρο ταξίδι από την Κατμαντού με το τζιπ, κι η προοπτική να περπατήσουμε για τρεις ώρες σε γυμνό χωματόδρομο με τα μηχανοκίνητα να μας λούζουν στη σκόνη δεν φαίνεται και πολύ ελκυστική.

Ωραία, λοιπόν, ας πάρουμε το local bus. Γραμμή για την αφετηρία των λεωφορείων, ένα ξεροχώραφο στην άκρη της μικρής πόλης με μια παράγκα που παριστάνει το εκδοτήριο εισιτηρίων και τρία-τέσσερα προπολεμικά σαράβαλα ινδικής κατασκευής, με καμιά δεκαπενταριά θέσεις το καθένα, που μάτι μηχανικού δεν τα έχει δει τα τελευταία εξήντα χρόνια και που εκτελούν το δρομολόγιο ("εκτελούν" στη κυριολεξία). Βγάζουμε εισιτήρια, πετάμε τα σακίδια στη γαλαρία και απλωνόμαστε στα καθίσματα. Μετά από λίγο η μαούνα βάζει μπρος και ξεκινάμε.

Χασοδίκης ατενίζων το καμάρι των ΚΤΕΛ Μπεσισαχάρ. Φωτο του Ηλία


Ένα τέταρτο αργότερα έχουμε αρχίσει να το σκεφτόμαστε, μήπως θα ήταν τελικά προτιμότερο να πάμε με τα πόδια; Ο χωματόδρομος έχει χάλια αδιανόητα, οι νεροφαγιές έχουν μέγεθος χαράδρας, τα σαμαράκια μέγεθος λόφου, και δίπλα χάσκει ο γκρεμός. Στην Ελλάδα δεν θα περνούσε ούτε τρακτέρ, μόνο τα ερπυστριοφόρα της πυροσβεστικής σε περίπτωση πυρκαγιάς, εδώ όμως ο Νεπαλέζος ΚΤΕΛατζής δεν καταλαβαίνει Χριστό Βούδα: έχει καρφώσει την πρώτη στο κιβώτιο και ροβολάει στα κατσάβραχα περνώντας ξυστά από τους γκρεμούς και πέφτοντας σε όλες ανεξαιρέτως τις λακκούβες, μάλλον για να μη χαλάσει το κάρμα. Στο μεταξύ νιώθω τους σπονδύλους μου να χοροπηδάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, κι από πάνω ο οδηγός έχει τσιτώσει το ραδιόφωνο και μερακλώνει με νεπαλέζικα σουξέ. Τρελό κέφι.

Ξαφνικά το λεωφορείο σταματάει απότομα κι από το πουθενά εμφανίζονται δυο γυναίκες με παραδοσιακές πολύχρωμες φορεσιές, που κουβαλάνε δυο μεγάλα τσουβάλια και διάφορες νάιλον σακουλίτσες. Ανεβαίνουν, στριμωχνόμαστε για να κάτσουν και συνεχίζουμε. Σε ένα λεπτό εμφανίζεται και ο εισπράκτορας, που είχαμε να τον δούμε από την αφετηρία: ένας πιτσιρικάς όχι πάνω από έντεκα χρονών, αλλά διαβόλου κάλτσα. Για την ακρίβεια, στην αρχή εμφανίζεται η δεξιά του σαγιονάρα να πατάει στο γείσο του παραθύρου της αριστερής πλευράς. Μετά σκάει μύτη η άλλη σαγιονάρα, και μετά ο υπόλοιπος: ο αθεόφοβος ήταν σκαρφαλωμένος στη σκεπή του λεωφορείου, και μόλις είδε τις καινούργιες επιβάτισσες έσπευσε με ευκινησία μαϊμούς, κάνοντας καταρρίχηση με το λεωφορείο σε κίνηση και τα γκρέμια από δίπλα.

Είναι γεννημένος έμπορας ο μικρός, κι επιπλέον μεγάλο λαμόγιο: στέκεται πάνω από τις νεοφερμένες με ένα μάτσο ρουπίες στο χέρι και τους μιλάει δυνατά και γρήγορα, περιμένοντας να εισπράξει τα ναύλα. Η μία κάνει να του τσιμπήσει το μάγουλο, όμως αυτός δεν μασάει από αβρότητες. Αποτραβιέται ελάχιστα και περιμένει, ρίχνοντας και μια ματιά πίσω, μην τυχόν και του έχει ξεφύγει κανένας τζαμπατζής. Μόλις παίρνει το παραδάκι, εκμεταλλεύεται μια στιγμιαία αφηρημάδα της μιας αγρότισσας και εξαφανίζεται σκαρφαλώνοντας σαν αστραπή στη σκεπή, χωρίς να της δώσει τα ρέστα!

Καθώς η διαδρομή συνεχίζεται αργά και βασανιστικά, με μέση ωριαία ταχύτητα όχι πάνω από δέκα χιλιόμετρα, εμείς έχουμε βογκήξει από το ταρακούνημα και το σκηνικό με τον πιτσιρικά εισπράκτορα να κάνει αναρρίχηση-καταρρίχηση από τη σκεπή μέσα και ξανά στη σκεπή επαναλαμβάνεται άλλες δυο φορές με καινούργιους επιβάτες. Στην τελευταία στάση οι δυο αγρότισσες κατεβαίνουν, η μία θυμάται τα ρέστα της που δεν τα πήρε και βάζει τις φωνές στον οδηγό, όμως αυτός δεν αφήνει τα τσάκρα του να χολοσκάσουν, κάνει τον Κινέζο και συνεχίζει. Εμείς από μέσα παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, σχολιάζουμε στα ελληνικά και γελάμε.

Τελικά, στη μια ώρα επάνω κι ενώ τα κοκαλάκια μας έχουν γίνει φραπές από το πολύ κοπάνημα φτάνουμε σ' ένα τρίστρατο με μια παράγκα στην άκρη. Αριστερά ο δρόμος συνεχίζει για το Συάντζε, όμως εμείς κατεβαίνουμε εδώ. Επιτέλους. Ξεφορτώνουμε τα σακίδια και τεντωνόμαστε, προσπαθώντας να επαναφέρουμε τους σκελετούς μας στην κανονική τους θέση, ενώ το λεωφορείο ξαναβάζει μπρος και φεύγει μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης και μαύρης καπνιάς. Ουφ, τη γλιτώσαμε. Είμαστε στο Μπούλμπουλε, εδώ θα διασχίσουμε για πρώτη φορά τον ποταμό (από κρεμαστή γέφυρα, την πρώτη από τις αμέτρητες της διαδρομής μας) και θα διανυκτερεύσουμε.

Πού να ξέραμε τι άλλο μας περιμένει στη συνέχεια...


(ε ναι, προφανώς συνεχίζεται)


.

15 Απριλίου 2010

Τζένεραλ ίνφο

Ας αρχίσουμε από μια γενική περιγραφή της διαδρομής, για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε: το σιρκουί της Ανναπούρνα, λοιπόν, είναι ένα εκτεταμένο τρεκ που κυκλώνει το ομώνυμο ορεινό συγκρότημα κινούμενο ανάμεσα στο ανατολικό και το δυτικό του όριο, δηλαδή τα φαράγγια των μεγάλων ποταμών Marsyangdi και Kali Gandaki αντίστοιχα. Από το ένα φαράγγι στο άλλο μεσολαβεί στα βόρεια της Ανναπούρνα η κοιλάδα του Manang, την οποία και ακολουθεί η διαδρομή, ενώ στο τέλος το μονοπάτι φεύγει από το φαράγγι του Kali Gandaki και κινείται σε κατεύθυνση νότια-νοτιοανατολική μέχρι την πόλη της Ποκάρα, όπου και ολοκληρώνεται το σιρκουί.

Οι εναλλαγές αυτές από φαράγγι σε κοιλάδα, μετά σε οροπέδια, μετά ξανά σε φαράγγι, έχουν σαν αποτέλεσμα να μην βαριέται κανείς αφού το τοπίο αλλάζει μέρα με τη μέρα. Άλλωστε το τρεκ ξεκινάει από χαμηλά, από τα 760 μέτρα υψόμετρο της Μπεσισαχάρ, και ανεβαίνει σιγά σιγά, κάθε μέρα και ψηλότερα: από τροπική ή περίπου τροπική βλάστηση, η διαδρομή συνεχίζει σε δάση κωνοφόρων και μετά σε αλπικά λιβάδια όπου βόσκουν αμέριμνα τα γιακ και οι κατσικούλες. Το μεγάλο εφέ της διαδρομής είναι το πέρασμα του ψηλού διάσελου Thorong (ή Thorung) La, το οποίο ανεβάζει τον πεζοπόρο σε υψόμετρο 5.416 μέτρων και είναι το φυσικό πέρασμα πάνω από τον όγκο της Ανναπούρνα προς το φαράγγι του Kali Gandaki.


Από τεχνικής πλευράς, η διαδρομή δεν παρουσιάζει προβλήματα. Το μονοπάτι είναι φαρδύ και σε γενικές γραμμές είναι δύσκολο να χαθεί κανείς, ακόμα κι αν πηγαίνει μόνος του (δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο). Οι κλίσεις είναι γενικά ομαλές, αν και δεν λείπουν οι ζόρικες και παρατεταμένες ανηφόρες (κόντρες, στην πεζοπορική ιδιόλεκτο), όμως πέραν τούτου ουδέν: τα επικίνδυνα περάσματα περιορίζονται σε λίγες μικρές, εκτεθειμένες τραβέρσες, στις οποίες το μονοπάτι κινείται σε σαθρό έδαφος και στενεύει αρκετά, ενώ οι σαθρές πλαγιές από κάτω οδηγούν κατευθείαν στο ποτάμι, μερικές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα. Και πάλι όμως, αυτά τα σημεία (που συνολικά δεν ξεπερνάνε τις μερικές δεκάδες μέτρα σε σύνολο διαδρομής πάνω από 100 χιλιόμετρα) δεν είναι δύσκολα, απλώς θέλουν προσοχή.

Το άσχημο είναι ότι κατά μήκος της διαδρομής ανοίγονται δρόμοι. Χωματόδρομοι, βέβαια, και μάλιστα της κακιάς ώρας, όμως για να ανοιχτούν σε πολλά σημεία τα συνεργεία έχουν φαρδύνει το μονοπάτι σε βαθμό που να μην μπορείς πια να το πεις μονοπάτι. Η έλλειψη τεχνικών δυσκολιών έχει κάνει τη διαδρομή προσιτή σε πολύ κόσμο, αφού κατά μήκος του τρεκ θα συναντήσεις από ομάδες συνταξιούχων ή προσυνταξιούχων μέχρι νεαρούς Ισραηλινούς, εμφανώς άσχετους με το βουνό, από την άλλη όμως καθιστά το αμιγώς πεζοπορικό μέρος του τρεκ λιγάκι άνοστο σε κάποια σημεία, ιδίως όταν έχεις να περπατήσεις αρκετά χιλιόμετρα χωματόδρομο μέσα στο λιοπύρι.

Στους οικισμούς που βρίσκονται κατά μήκος της διαδρομής έχουν αναπτυχθεί υποδομές κατάλληλες για τη φιλοξενία των πεζοπόρων, κι έτσι το τρεκ της Ανναπούρνα χαρακτηρίζεται γενικά σαν "teahouse trek" -σε αντιδιαστολή με τα camping trek: η διαμονή γίνεται σε lodge, τα οποία σε γενικές γραμμές παρέχουν δωμάτια με κρεβάτια και εγκαταστάσεις, χμ, υγιεινής (λέμε τώρα), δηλαδή τουαλέτες και ντους (όχι πάντα), καθώς και οργανωμένη κουζίνα. Σε κάποια μεγαλύτερα χωριά όπως το Chame και το Manang μπορεί να βρει κανείς και ό,τι του λείπει από εξοπλισμό, όπως π.χ. παγούρια, υπνόσακους, μπουφάν κλπ. (μαϊμούδες βέβαια...), ενώ οι υποδομές τηλεπικοινωνίας ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα: αυτή τη στιγμή μπορείς να πάρεις τηλέφωνο ακόμα κι από τα 4.450 μέτρα του Thorong Phedi, ενός "οικισμού" δηλαδή που αποτελείται από δύο lodge όλα κι όλα, φυσικά με το ανάλογο (εξωφρενικό) αντίτιμο. Εγώ πάντως πολύ το χάρηκα που ήμουν δυο βδομάδες χωρίς κινητό!

Από άποψη χλωρίδας, τα είπαμε πιο πάνω. Το πιο εξαιρετικό είδος που μπορείς να δεις είναι τα ροδόδεντρα, τα οποία όμως σχηματίζουν μεγαλούτσικα δάση μόνο στο δυτικό τμήμα του σιρκουί, αυτό που δεν περπατήσαμε εμείς λόγω έλλειψης ημερών. Από άποψη πανίδας, την παράσταση κλέβουν φυσικά τα κοπάδια των γιακ που βόσκουν στα μεγάλα υψόμετρα, όπως και τα αρπακτικά που πλανάρουν εντυπωσιακά πάνω από το κεφάλι σου και κοντά σε κορυφές των 7.000 και βάλε μέτρων. Εμείς σταθήκαμε τυχεροί και είδαμε και ελάφια κοντά στο Manang.

Βέβαια, κακά τα ψέματα: τα λόγια δεν φτάνουν για να περιγράψουν την αίσθηση και τα χρώματα. Ελπίζω οι φωτογραφίες να κάνουν καλύτερη δουλειά -σύντομα θα αρχίσω να τις ανεβάζω στο picasa. Σκόρπια επεισόδια της διαδρομής θα ακολουθήσουν εδώ στο μπλογκ, όπως βγαίνουν από τις σελίδες του ημερολογίου καταστρώματος -μείνετε συντονισμένοι!


.

13 Απριλίου 2010

Μίνι απολογισμός


Δεκαπέντε μέρες, εκατόν τόσα χιλιόμετρα με τα πόδια, κάμποσα πιάτα νταλ μπατ, πολλές σκορδόσουπες, ακόμα περισσότερα τσάγια με τζίνσεγκ, υψομετρική διαφορά ανάβασης 4.656 μέτρα, κατάβασης 2.696 μέτρα (μονοκοπανιά), διαδρομές με λεωφορείο από τσακισμένους χωματόδρομους, με τζιπ από ακόμα πιο τσακισμένους χωματόδρομους, με το αεροπλανάκι του Χάρου ανάμεσα Ανναπούρνα και Ντολαγκίρι, με το λεωφορείο του Χάρου ανάμεσα Ποκάρα και Κατμαντού (200 χιλιόμετρα σε 9 ώρες), είκοσι μπάρες χαλβά, καμιά τριακοσαριά τσιγάρα (το ένα σε υψόμετρο 5.416 μέτρων), βουδιστικοί ναοί, ινδουιστικοί ναοί, τσόρτεν, τοίχοι μάνι, τροχοί προσευχής, γιακ, κατσίκια κι άλλα κατσίκια κι άλλα κατσίκια, αρπακτικά πουλιά, καμιά ντουζίνα κρεμαστές γέφυρες, αμέτρητα γεφυράκια από ξύλο και πέτρα, ροδόδεντρα, κωνοφόρα, μαϊμούδες (μαϊμούδες κανονικές και μαϊμούδες The North Face), ομ μάνι πάντμε χουμ, παγετώνες, λίμνες, κορυφές κι άλλες κορυφές κι άλλες κορυφές, ποτάμια και χείμαρροι και φαράγγια και αλπικά λιβάδια και έρημες πλαγιές, τριά-τέσσερα ντεπόν, κρουασάν σοκολάτας στα 3.500 μέτρα, καταρράκτες, βουδιστές μοναχοί, λάμα ασκητές στα 4.000 μέτρα, μια καθυστερημένη πτήση από Κατμαντού, μια χαμένη ανταπόκριση στη Ντόχα (και μια διανυκτέρευση σε υπερκυριλέ ξενοδοχείο με έξοδα της Qatar Airways), μια μέρα καθυστέρηση, Ελευθέριος Βενιζέλος Δευτέρα μεσημέρι με τα μπαγκάζια στην πλάτη... Λίγο πολύ, αυτά.

Ωραία ήτανε.


.

23 Μαρτίου 2010

Μεγάλα σχέδια


...Αράχνες έχει πιάσει τούτο το ρημάδι. Και να πεις ότι δεν υπάρχουν θέματα να ασχοληθείς; Υπάρχουν, αν υπάρχουν λέει. Χρόνος δεν υπάρχει.

Τούτη την εποχή, εκτός από τα συνήθη τρεχάματα της δουλειάς, έχω στα σκαριά δύο πολύ μεγάλα πρότζεκτ -μεγάλα υπό την έννοια ότι το καθένα από αυτά κουβαλάει μαζί του χίλιες δυο λεπτομέρειες που πρέπει να ρυθμιστούν εγκαίρως, και με τις οποίες πρέπει να ασχοληθείς ο ίδιος. Και η ρημάδα η μέρα εξακολουθεί να έχει μόνο 24 ώρες.

Για να σας ανοίξω την όρεξη, θα σας πω για το πρώτο από τα δύο πρότζεκτ, πρώτο χρονικά δηλαδή, που ξεκινάει την ερχόμενη Παρασκευή.

Την ερχόμενη Παρασκευή, το λοιπόν, ο Χασοδίκης παρέα με τρεις φίλους πετάει για την πρωτεύουσα του Νεπάλ, την Κατμαντού, μέσω Ντόχα. Και την Κυριακή που μας έρχεται, των Βαΐων, η παρέα θα ξεκινήσει ένα από τα πιο διάσημα trekking παγκοσμίως: τον γύρο της Αναπούρνα.

Η Αναπούρνα είναι ένα από τα μεγάλα ορεινά συγκροτήματα των Ιμαλαΐων, με ψηλότερη κορυφή στα 8.091 μέτρα. Το trekking της Αναπούρνα βέβαια δεν πηγαίνει τόσο ψηλά. Ελίσσεται μέσα από φαράγγια, ράχες και οροπέδια και φτάνει μέχρι το διάσελο του Thorung La, στα 5.416 μέτρα, μετά από το οποίο αρχίζει να κατηφορίζει προς τα πεδινά. Εμείς δεν θα κάνουμε το πλήρες σιρκουί, το οποίο απαιτεί περίπου 3 εβδομάδες, αλλά μια συντομευμένη βερσιόν: μετά το ψηλό πέρασμα, θα κατέβουμε μέχρι το Τζόμσομ απ' όπου θα πάρουμε αεροπλάνο για πίσω, έτσι ώστε να χωρέσει το πράγμα μέσα στις δυο βδομάδες των πασχαλινών διακοπών. Αυτό σημαίνει ότι, μέσα σε εννιά ημέρες καθαρό περπάτημα (+1 για ανάπαυση και εγκλιματισμό), θα καλύψουμε με τα πόδια μια απόσταση περί τα 120-130 χιλιόμετρα (υπολογισμένη με το μάτι και από έναν χάρτη όχι και μεγάλης ακρίβειας, αλλά κάπου τόσο πρέπει να είναι). Καλό;

Αν όλα πάνε καλά, που το ελπίζω, μετά τις 11 του Απρίλη που θα επιστρέψουμε θα ακολουθήσει σειρά σχετικών δημοσιεύσεων με πλήρες φωτογραφικό ρεπορτάζ και τα συναφή. Αν πάλι δεν πάνε όλα καλά, χάρηκα που τα είπαμε και να προσέχετε :)

Όσο για το άλλο πρότζεκτ... ε, ας κρατήσουμε και τίποτα για άλλη φορά!



(φωτο: Ben Tubby, από εδώ)


.

21 Σεπτεμβρίου 2009

Απορίες και ευτράπελα (Ινδία τέλος!)

Πού την πάει την αγελάδα;


Μία απορία που λύθηκε: Εντάξει, οι αγελάδες στην Ινδία είναι ιερές, αυτό το ξέραμε. Αλλά, ιερές ξε-ιερές, κάποια στιγμή ερχεται και γι' αυτές το πλήρωμα του χρόνου για να μετοικήσουν σε τόπο χλοερό με (ακόμα πιο) καταπράσινα λιβάδια, όπου μπορούν να βόσκουν αμέριμνες χωρίς να έρχεται κάθε τόσο κάποιος ενοχλητικός να τους τραβάει τα μαστάρια, με το συμπάθειο. Η προφανής ερώτηση λοιπόν ήταν "καλά, όταν ψοφάνε οι αγελάδες τι τις κάνετε;". Απάντηση: αν τύχει να ψοφήσουν σε μέρος όπου υπάρχει κρατικός κτηνίατρος και δημόσια σφαγεία, εξετάζουν το ζώο και, αν διαπιστωθεί ότι ήταν υγιές, το σφάζουν και το δίνουν σε μουσουλμάνους ή χριστιανούς για να το φάνε. Αν όχι, που είναι και το σύνηθες, τις θάβουνε!

Οπότε, Αναγνώστη, ακόμα κι αν βρεθείς στην Ινδία σε μέρος όπου σερβίρουν μπιφτεκάκια, σκέψου το δύο φορές...


Μια απορία που δεν λύθηκε: Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η χρωματιστή βούλα με την οποία οι Ινδές διακοσμούν το μέτωπό τους είναι ένα σημάδι που διακρίνει τις παντρεμένες από τις ανύπαντρες. Λάθος. Επιτόπου διαπιστώσαμε ότι δεν την κοτσάρουν μόνο οι παντρεμένες, ούτε καν μόνο οι γυναίκες, επίσης διαπιστώσαμε ότι δεν είναι πάντα κόκκινη όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά διαφόρων χρωμάτων. Τι συμβολίζει, στάθηκε αδύνατο να μάθουμε -και ρωτήσαμε πολύ κόσμο. Το μόνο που καταλάβαμε είναι ότι πρόκειται για συνήθεια των ινδουϊστών και όχι π.χ. των μουσουλμάνων. Επίσης δεν πρέπει να πρόκειται για κάτι πολύ ιερό, αφού την κοτσάρουν και στους τουρίστες με την πρώτη ευκαιρία (πολλοί βγάζουν και μεροκάματο έτσι...) χωρίς να τους στραβοκοιτάει κανείς. Αν κάποιος ξέρει κάτι περισσότερο, share.

Χίλιοι καλοί χωράνε: Το rickshaw είναι ένα είδος ταξί συνηθισμένο στις χώρες της Άπω Ανατολής, γνωστό και με ονόματα όπως τουκ-τουκ ή πους-πους. Οι πρόγονοί του ήταν ποδήλατες άμαξες ή -ακόμα παλιότερα- χειράμαξες, σήμερα όμως είναι συνήθως μηχανοκίνητο. Πώς μοιάζει; Κάπως σαν διασταύρωση βέσπας με την καρότσα του Γκοτζαμάνη, μόνο που κάνει περισσότερο θόρυβο (σαν θεριζοαλωνιστική, ειδικά στον ανήφορο) και για καύσιμο καίει μάλλον βιομηχανικό μαζούτ.

Ρίκσω στη Βομβάη (βλ. κάτω)


Εκτός από τη βασική έκδοση, υπάρχει και το shared rickshaw, σαναλέμε ταξί-ρεφενέ. Συνήθως κάνει μια στάνταρ διαδρομή με στάνταρ κόμιστρο, και παίρνει όσους επιβάτες χωράνε.

Όσους χωράνε; Μα πόσοι χωράνε δηλαδή;

Λοιπόν. Στην καρότσα του shared rickshaw έχει δυο καθισματάκια αντικρυστά, τα οποία χωράνε αξιοπρεπώς από τρία άτομα έκαστο. Επίσης, στο μπροστά μέρος μπορεί να καθίσει άλλος ένας επιβάτης, δίπλα στον οδηγό (στο ίδιο κάθισμα, να εξηγούμαστε). Το όλον, οκτώ άτομα του οδηγού συμπεριλαμβανομένου.

Κι όμως, καλή θέληση να υπάρχει και ο αριθμός αυτός σχεδόν διπλασιάζεται. Τη μία και μοναδική φορά που μπήκα σε τέτοιο πράγμα, παρέα με τον team leader του προγράμματος, κάθισα ήσυχα ήσυχα και, μόλις συμπληρώθηκε ο αριθμός οκτώ, θεώρησα ότι όπου νά 'ναι ξεκινάμε. Αμ δε. Ο οδηγός περίμενε ατάραχος. Έρχονται δυο κυρίες, μάλλον στρουμπουλές, φορτωμένες με σακούλες και δέματα. Μπαίνουν, κάθονται όπως-όπως, στριμωχτά θα λέγαμε, και χώνουν και τα μπαγκάζια τους όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος (κάτω από τα πόδια μας). Εντάξει, έχουμε αρχίσει να στριμωχνόμαστε, πάντως ακόμα είμαστε ανεκτά. Στο μεταξύ, δίπλα στον οδηγό έχει κάτσει άλλος ένας επιβάτης, το σύνολον τρεις στο μπροστινό κάθισμα, κι οκτώ πίσω, έντεκα. Εξαίφνης εμφανίζεται ένας νεαρός από δεξιά μου, πηδάει μέσα από το παράθυρο (!) και βολεύεται πάνω στο γείσο, με τα πόδια του ανάμεσα στα δικά μας. Δώδεκα. Άλλος ένας χώνεται μπροστά, στο κάθισμα του οδηγού, με το μισό κωλομέρι (μετά συγχωρήσεως) να ακουμπάει στο κάθισμα και ο υπόλοιπος να πατάει στο μασπιέ και να βαστιέται από την οροφή. Κι εκεί που ο οδηγός επιτέλους βάνει μπροστά το ματρακά του να φύγουμε, γκρου-γκρου-γκρου-γκρου-γκρου η μηχανή, ένας ακόμα τύπος πατάει στο αριστερό μασπιέ (με το ένα πόδι παρακαλώ), πιάνεται με τα χέρια από την οροφή, πετάει κι έναν... κουβά από πάνω, και κλείσαμε. Το όλον, άτομα δεκατέσσερα.

Το ρίκσω του θανάτου (μετά την αποβίβαση)


Στο σημείο αυτό έχεις αρχίσει ήδη να βλέπεις μπροστά στα μάτια σου τα αυριανά πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων με τίτλο "πολύνεκρο τροχαίο δυστύχημα χτες στην επαρχιακή οδό Χάμπι-Χοσπέτ", ειδικά όταν ο ρικσα-τζής επιχειρεί το πρώτο του προσπέρασμα μπαίνοντας (φυσικά) στο αντίθετο ρεύμα, όπου κινείται ογκώδες φορτηγό μερικές δεκάδες μέτρα μπροστά... Αλλά μάλλον έβαλε το χέρι του ο Σίβα, ή ίσως ο Βισνού, και τη γλιτώσαμε. Ουφ.

Ηθικό δίδαγμα: στην Ινδία υπάρχουν 18 επίσημες γλώσσες, και μερικές εκατοντάδες ανεπίσημες, διάλεκτοι, ιδιώματα κλπ. Η έκφραση "σιγά ρε παιδιά, δεν χωράει άλλος!", προφανώς δεν υπάρχει σε καμία από αυτές.

Και ολίγη από Ντουμπάι: Το διεθνές αεροδρόμιο του Ντουμπάι είναι όσο χλιδάτο μπορεί κανείς να φανταστεί ένα διεθνές αεροδρόμιο σε μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιο. "Σαν mall ξαπλωμένο" το περιέγραψε εύστοχα η Μ. Μαγαζιά, κόντρα μαγαζιά, εστιατόρια, καφετέριες, κυλιόμενοι διάδρομοι και πάει λέγοντας.

Ωραία όλα αυτά, αλλά εγώ έχω την κακή συνήθεια του καπνίσματος και, όταν προέρχεσαι από 3-4 ώρες πτήση, έχεις μπροστά σου άλλες τόσες και ενδιάμεσα 3-4 ώρες αναμονή, ε, θες να κάνεις κανένα τσιγαράκι. Περπατάμε λοιπόν, και περπατάμε, και περπατάμε, ψάχνοντας για κάποιον χώρο καπνιστών. Δεν βλέπω τίποτα, οπότε αποφασίζω να ρωτήσω:

- Συγγνώμη, υπάρχει κανένα μέρος όπου να μπορώ να καπνίσω;
- Μάλιστα, στην άλλη πλευρά του αεροδρομίου, δίπλα στη θύρα εκατόν-είκοσι-τόσο.
- Ευχαριστώ.

Μια και δυο, πάμε κατακεί που μας υπέδειξε η καλή κυρία, και τι βλέπουμε; Σημείωσις: το κτίριο του αεροδρομίου θά 'χει ύψος ίσαμε καμιά δεκαπενταριά μέτρα. Τι βλέπουμε, λοιπόν; Ένα δωματιάκι τέσσερα μέτρα επί δυόμιση, με έναν πάγκο, δυο όρθια τασάκια, τζαμαρία γύρω-γύρω, και ύψος (από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι) δύο μέτρα και είκοσι. Βαριά βαριά.

Περιττό να πω ότι τον καπνό τον έκοβες με το μαχαίρι εκεί μέσα, άσε που τα ρούχα σου βρωμάγανε τσιγαρίλα μόλις πλησίαζες σε απόσταση μικρότερη των δύο μέτρων από την πόρτα. Η οποία, παρεμπιπτόντως, έφερε μια ταμπελίτσα επάνω που έλεγε ότι πρέπει να παραμένει closed at all times, αλλά ευτυχώς κάποιος φιλεύσπλαχνος άνθρωπος μας λυπήθηκε και αποφάσισε να φανεί ανεκτικός μαζί μας.

Λοιπόν, συγγνώμη, αλλά αυτός ο φασισμός δεν αντέχεται πλέον. Σύμφωνοι, να σεβαστούμε τα δικαιώματα των μη καπνιστών, να μην τους ντουμανιάζουμε, δεν λέω όχι. Αλλά βρε αδερφέ, εμείς οι εξαρτημένοι δεν έχουμε δικαιώματα; Ένα διεθνές αεροδρόμιο δεν είναι εστιατόριο ούτε καφετέρια, δεν είναι μέρος όπου επιλέγω να πάω να περάσω την ώρα μου, είμαι αναγκασμένος να περιμένω εκεί -και να βγω έξω δεν με αφήνουν. Και ειδικά στο συγκεκριμένο, από το μόνο πράγμα που δεν πάσχουν είναι από έλλειψη χώρου, δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ. Γιατί λοιπόν πρέπει ο χώρος καπνιστών να είναι κυριολεκτικά θάλαμος αερίων; Τι είδους σαδισμός είναι αυτός; Σε τι εξυπηρετεί και ποιον ακριβώς ωφελεί;

Μου γεννήθηκε επίσης η απορία, σε κείνα τα χλιδάτα σαλόνια των VIP που έχουν οι μεγάλες αεροπορικές εταιρείες, αν πάει κανένας τρυφηλός εξέκιουτιβ να ανάψει ένα περιποιημένο πούρο Αβάνας, τι θα του πουν; "Περάστε κύριε στον ειδικό χώρο, εδώ απαγορεύεται"; Χμμμ...

Ευτυχώς, συμπτωματικά πέσαμε πάνω στη λύση: ιρλανδέζικη (...) παμπ, εντός του αεροδρομίου, "The Irish village" περικαλώ με όλη τη σχετική διακόσμηση, όπου το κάπνισμα επιτρεπόταν! Thank St Patrick! Θέλετε τώρα να σας πω και το αστείο της υπόθεσης; Η εν λόγω παμπ δεν διέθετε ταβάνι! Και βέβαια ο καπνός διαχέεται σε όλους (λέμε τώρα...) τους χώρους του αεροδρομίου, μολύνοντας τα παρθένα πνευμόνια των μη καπνιστών.

Προλάβετε! Όπου νά 'ναι θα καταλάβουν οι υπεύθυνοι τον τρομερό αυτό κίνδυνο και θα την κλείσουν!


φωτο των rickshaw της Βομβάης από εδώ


.

14 Σεπτεμβρίου 2009

Ίντιαν τιπς εντ τρικς

Πότε; Ο Αύγουστος -και γενικά το δικό μας καλοκαίρι- δεν είναι καλή εποχή για να επισκεφτεί κανείς τη Νότια Ινδία -εκεί είναι εποχή μουσώνων. Το δικό τους καλοκαίρι (Απρίλιο-Μάιο, χοντρικά) είναι ακόμα χειρότερη επιλογή -οι θερμοκρασίες χτυπάνε 40άρια και βάλε. Η καλή εποχή υποτίθεται πως είναι από Οκτώβριο μέχρι Μάρτιο, αλλά με κατά τόπους διαφοροποιήσεις. Φέτος ο μουσώνας δεν ήταν καλός για τους Ινδούς, πολλές επαρχίες της χώρας κηρύχτηκαν επισήμως σε κατάσταση ξηρασίας, οπότε εμείς γλιτώσαμε τις πολλές βροχές. Αν ακριβύνει το ρύζι, όμως, θα ξέρετε γιατί...


Με την ευκαιρία: όταν λέμε "βροχές", εννοούμε τροπικές καταιγίδες, συχνά με εντυπωσιακούς κεραυνούς, που ξεσπάνε από τη μία στιγμή στην άλλη χωρίς προειδοποιητικές ψιχάλες κλπ. Εκεί που περπατάς αμέριμνος, τσαφ, ανοίγει ο ουρανός και πέφτουν καρεκλοπόδαρα, καναπέδες, ντιβανοκασέλες και λοιπά έπιπλα. Γίνεσαι μούσκεμα πριν προλάβεις καν να σκεφτείς να φορέσεις το αδιάβροχο.

Πόσο; Είναι τόσο μεγάλη η χώρα που θα έλεγα ότι, αν δεν έχεις τουλάχιστον δύο εβδομάδες να διαθέσεις, καλύτερα μην πας καθόλου. Αν έχεις τρεις-τέσσερις μήνες, ακόμα καλύτερα.

Πώς; Αεροπορικώς, προφανώς. Τα πιο φτηνά εισιτήρια τα βρήκαμε στην Emirates, με ενδιάμεσο σταθμό Ντουμπάι. Σημειωτέον ότι πιθανότατα είναι πιο βολικό να κανονίσεις την επιστροφή από άλλο αεροδρόμιο, ανάλογα με το ταξίδι που έχεις σχεδιάσει βέβαια, παρά να επιστρέψεις εκεί όπου σε άφησε η πτήση του πηγαιμού. Εμείς ας πούμε, ταξιδέψαμε από Αθήνα στη Βομβάη, αλλά επιστρέψαμε από Μπάνγκαλορ, που είναι πολύ πιο κοντά στο Χάμπι (σχεδόν το 1/3 της απόστασης).

Εσωτερικές μετακινήσεις: Ινδία χωρίς τρένο είναι ομελέτα χωρίς αυγά! Οι ινδικοί σιδηρόδρομοι πάνε παντού και φτηνά. Για εισιτήρια σχεδόν-πρώτης θέσης (κλιματιζόμενα κουπέ 4 ατόμων), πληρώσαμε συνολικά περίπου 30 ευρώ το άτομο και καλύψαμε περίπου 1.500 σιδηροδρομικά χιλιόμετρα (σαναλέμε, Αθήνα-Αλεξανδρούπολη πήγαιν'-έλα). Στην απλή (χωρίς κλιματισμό) sleeper class είναι πολύ πιο φτηνά, και θα έλεγα ότι είναι αξιοπρεπής επιλογή (τα κλιματιζόμενα βρίσκω εκ των υστέρων πως ήταν λίγο υπερβολή...). Παρεμπιπτόντως, το σάιτ των ινδικών σιδηροδρόμων είναι πολύ λειτουργικό και μπορείς να βγάλεις ηλεκτρονικά εισιτήρια μέσω ίντερνετ με όλη σου την άνεση (αυτά στην τριτοκοσμική Ινδία. Στην Ελλάδα του ΟΣΕ και του πρώτου κόσμου, πρέπει να στηθείς στην ουρά του Σταθμού Λαρίσης). Επειδή όμως είναι λίγο χαώδες, όπως και το ίδιο το δίκτυο, πρώτα θα πας εδώ για έναν καλό τυφλοσούρτη.


Προσωπικά, δεν θα οδηγούσα στην Ινδία ούτε με σφαίρες. Όσο για τα λεωφορεία, είναι μια επιλογή μεν, αλλά δεν είναι ούτε πιο γρήγορα ούτε πιο άνετα από τα τρένα, και οικονομικά η διαφορά δεν (πρέπει να) είναι μεγάλη.

Διαμονή: Χμμ, το πράγμα είναι λιγάκι μπερδεμένο. Σε γενικές γραμμές, πόλεις όπως η Βομβάη ή το Μπάνγκαλορ, που έχουν και πολλή εσωτερική κίνηση εκτός από τουρίστες, θα κοστίσουν ακριβότερα. Το ίδιο και προορισμοί ακραιφνώς τουριστικοί όπως η Γκόα. Στο Χάμπι, από την άλλη, τα guest houses είναι φτηνά (από 3 ως 7 ευρώ η βραδιά για ένα δίκλινο), αλλά οι ανέσεις που προσφέρουν στοιχειώδεις. Θέλει ψάξιμο (συστήνεται το tripadvisor). Σημειωτέον ότι το να προσγειωθείς στη Βομβάη και να ψάχνεις για ξενοδοχείο με το σακίδιο στην πλάτη ΔΕΝ συνίσταται. Επίσης ότι οι τιμές διαφέρουν σημαντικά από high σε low ή off season.

Μπάτζετ: Λοιπόν, εμάς το ταξίδι μάς κόστισε περίπου 1.100 ευρώ το άτομο, για 23 μέρες, που αναλύεται ως εξής: 530 ευρώ τα αεροπορικά εισιτήρια με την Emirates, 120 ευρώ για ξενοδοχεία σε Βομβάη και Παντζίμ (40 ευρώ και 30 ευρώ αντίστοιχα, το δίκλινο/βραδιά), 30 ευρώ τα εισιτήρια του τρένου, 110 ευρώ η συμμετοχή στο εθελοντικό πρόγραμμα, 50 ευρώ η βίζα. Επίσης ξοδέψαμε περίπου 60 ευρώ (δηλαδή από 30) σε μετακινήσεις με ταξί (από και προς αεροδρόμια-σταθμούς τρενού και για τις εκδρομές στη Γκόα), που θα μπορούσαμε και να τα αποφύγουμε, αλλά παίξαμε συντηρητικά (ασφάλεια-άνεση). Τα υπόλοιπα, δηλαδή 230 ευρώ, δηλαδή δέκα ευρώ τη μέρα, αντιστοιχούν σε: φαγητό για τις μέρες που ήμασταν εκτός προγράμματος, εισιτήρια αρχαιολογικών χώρων, δώρα, σουβενίρ, νερά, καφέδες, τσάγια και τα συναφή. Α! Μείον ένα πενηντάρικο που το χαλάσαμε στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι, σε τοπικό νόμισμα (ντιρχάμ, ή κάπως έτσι) για καφέ και φαγητό. Η φτήνεια τρώει τον παρά!


Εμβόλια κλπ.: Δεν υπάρχουν υποχρεωτικά εμβόλια, αλλά η Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας συστήνει τα εμβόλια της ηπατίτιδας Α' και της πολυομυελίτιδας (αναμνηστική δόση), καθώς επίσης (προσωρινά;) και της μηνιγγίτιδας. Επιπλέον, επειδή η ελονοσία είναι ενδημική στην Ινδία, συνίσταται και προληπτική αγωγή με χάπια που συνταγογραφούνται (και που δεν τα αφήνουμε για την τελευταία στιγμή, γιατί δεν τα πουλάνε όλα τα φαρμακεία). Πολλοί συστήνουν επίσης και τη χρήση εντομοαπωθητικής κρέμας με δραστική ουσία το DEET, που δεν θα τη βρείτε στα φαρμακεία, πωλείται όμως από το alpamayoPro. Συνίσταται επίσης η χρήση κουνουπιέρας (στο Χάμπι υπήρχε σε όλα τα δωμάτια).

Μία συμβουλή: υπάρχει ένα σάιτ που λέγεται onebag.com και που εξηγεί διεξοδικά γιατί είναι όχι απλώς καλό, αλλά ζωτικής σημασίας, το να ταξιδεύει κανείς όσο fast 'n' light είναι δυνατόν. Δηλαδή με ένα σακίδιο, κατά προτίμηση τόσο μικρό που να μπορείς να το πάρεις χειραποσκευή. Λοιπόν, έχει απόλυτο δίκιο ο άνθρωπος. Δεν έχω φτάσει ακόμα στο σημείο να το πετύχω, αλλά κινούμαι προς αυτήν την κατεύθυνση και το συνιστώ: το να ταξιδεύεις με πάνω από μία αποσκευή είναι εξαιρετικά άβολο, και το να κουβαλάς πάνω από 10-12 κιλά πολύ κουραστικό. Ειδικά η Ινδία είναι ό,τι πρέπει για τον μινιμαλιστή ταξιδιώτη, αφού μπορείς να βρεις τα πάντα (σαπούνια, σαμπουάν, οδοντόκρεμες, σκόνη για πλύσιμο ρούχων) σε μικρές συσκευασίες με κόστος της πλάκας (2-5 ρουπίες, δηλαδή 3-8 ευρωσέντσια).

Άλλη συμβουλή: να έχετε πάντα μαζί σας ένα ρολό χαρτί υγείας, κοινώς κωλόχαρτο, διακριτικά εννοείται (δεν το κρατάμε και στο χέρι!). Στην Ινδία δεν το πολυσυνηθίζουν, και ως εκ τούτου δεν θα το βρείτε εύκολα σε τουαλέτες εστιατορίων κλπ., καμιά φορά ούτε σε ξενοδοχεία! Επίσης χρησιμοποιείται και αντί χαρτοπετσέτας (σπάνιο είδος κι αυτό).

Αυτάααα! Ο ινδικός μαραθώνιος πλησιάζει στο τέλος του. Άλλο ένα ποστάκι έχω κατά νου, με μερικές ευτράπελες ιστοριούλες από το ταξίδι, και η Ινδία μπαίνει στο αρχείο. Κι επίσης φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες, που όμως θα φιλοξενηθούν αλλού και θα μπει σύνδεσμος εδώ στο πλάι, για τους οπτικούς τύπους. Καλή εβδομάς σε όλους και καλή δικαστική χρονιά στους συναδέλφους!


.

11 Σεπτεμβρίου 2009

Στην κουζίνα ολοταχώς

Περί Ινδικής κουζίνας λοιπόν ο λόγος, και να πούμε εξαρχής ότι είναι άστοχο να μιλάμε για "κουζίνα", σαν να είναι μία ενιαία και αδιαίρετη. Το σωστό είναι "κουζίνες": κοτζάμ υπο-ήπειρος, με πάνω από ένα δισεκατομμύριο κόσμο, ήταν ποτέ δυνατόν να έχει μία κουζίνα; Όχι βέβαια, έχει πολλές, και μάλιστα με αρκετά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους.

Εδώ λοιπόν θα ασχοληθούμε με την κουζίνα της Νότιας Ινδίας. Κι ας πούμε απ' την αρχή ότι η Νότια Ινδία είναι ο παράδεισος του vegetarian, και αντίστοιχα η κόλαση του κρεοφάγου.


Παρένθεση: στο ταξίδι αυτό συνειδητοποίησα πόσο αποτυχημένος είναι ο όρος vegetarian, κι ακόμα χειρότερη η ελληνική απόδοση "χορτοφάγος", γι' αυτούς που δεν τρώνε κρέας. Συνειρμικά φέρνει στο νου νερόβραστα κολοκυθάκια και πράσινες σαλάτες, ενώ η πραγματική εικόνα είναι πολύ, μα πολύ ευρύτερη. Κλείνει η παρένθεση.

Κι ας ξεκινήσουμε από το ψωμί: το μόνο ινδικό ψωμί που θυμίζει το δικό μας είναι εκείνο του τοστ, που το τρώνε οι Ινδοί μόνο για πρωινό, είτε συνοδεύοντας ομελέτες, τηγανητά αυγά, τηγανίτες (pancakes), είτε με βούτυρο και μαρμελάδα/μέλι. Αυτά βέβαια είναι δυτικές επιρροές, τα πιο παραδοσιακά ινδικά πρωινά εδέσματα θα τα δούμε πιο κάτω. Κατά τ' άλλα, τα ινδικά ψωμιά είναι βασικά πιτούλες, με ποικίλα ονόματα (τσαπάτι το πιο δημοφιλές, αλλά επίσης ρότι, νάαν, πούρι, παρότα, πάπαρ και πάει λέγοντας). Οι μεταξύ τους διαφορές (όχι πάντα ευδιάκριτες) είναι στη σύσταση της ζύμης, στην ποσότητα του αλατιού ή του πιπεριού, στο πάχος και το σχήμα της πίτας, στον τρόπο τηγανίσματος, αν είναι μαλακά ή κριτσανιστά, και συνδυασμοί όλων των ανωτέρω! Πάντως είναι νόστιμα, γίνονται όλα στο τηγάνι (tawa: μεγάλο, επίπεδο και ρηχό) κι έρχονται στο τραπέζι κατευθείαν από τη φωτιά, ζεστά-ζεστά.


Ο βασικός πυλώνας της ινδικής διατροφής είναι το ρύζι, που σερβίρεται σχεδόν σε κάθε μα κάθε γεύμα, είτε λευκό-βρασμένο στον ατμό, είτε βουτυράτο, είτε μαγειρεμένο σε πουλάο (=πιλάφι) με λογής λογής μυρωδικά και μπαχαρικά, ξηρούς καρποί, σταφίδες κλπ. Ξεχάστε το σπυρωτό ρυζάκι, οι Ινδοί το θέλουν λίγο ή πολύ λαπαδιασμένο. Ξεχάστε επίσης το μπασμάτι που αγοράζουμε στα ελληνικά σούπερ-μάρκετ: στην Ινδία θεωρείται ακριβό, είδος πολυτελείας, και δύσκολα θα το βρείτε έξω από τα πιο χάι εστιατόρια.

Από το μπαξέ: ντομάτες, πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδα, μπρόκολα, λάχανα, κουνουπίδια, μελιτζάνες, αγγουράκια, κολοκύθια, σπανάκι, μπάμιες (μεγάλες και χοντρές!), και γενικώς τα πιο πολλά λαχανικά και ζαρζαβατικά που χρησιμοποιούμε εδώ, τα χρησιμοποιούν κι εκεί. Μόνο όχι με τον ίδιο τρόπο: τις ωμές σαλάτες δεν τις πολυσυνηθίζουν, προτιμούν τα λαχανικά τους μαγειρεμένα (κι εδώ που τα λέμε καλύτερα, με τόσα φυτοφάρμακα και με νερό αμφίβολης καθαρότητας...). Λεπτομέρειες ακολουθούν, υπομονή.


Επίσης η κουζίνα της νότιας Ινδίας παίζει με τα όσπρια (κυρίως φακές, κι ένα είδος φακής που το λένε νταλ), τα τυροκομικά (επίσης τα μαγειρεύουν, κυρίως φρέσκα τυριά, δεν είδα πουθενά να τα σερβίρουν σκέτα), και βέβαια με τα μυρωδικά και τα μπαχάρια, που είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κανείς όταν ακούει για ινδικό φαγητό. Και δικαιολογημένα.

Το πιο τυπικό πιάτο της Νότιας Ινδίας είναι το thali (τάλι), το οποίο είναι στην κυριολεξία πιάτο, σκεύος δηλαδή, και όχι συνταγή με την αυστηρή έννοια του όρου. Ένα παραδοσιακό τάλι σερβίρεται τόσο το μεσημέρι όσο και το βράδυ, και αποτελείται από ένα ή περισσότερα είδη ψωμιού, μερίδες ρυζιού και, συνοδευτικά, ποικιλίες λαχανικών (συνήθως βρασμένα ή ζεματισμένα, και μετά ψιλοκομμένα και περασμένα από το τηγάνι για σωτάρισμα με μπαχάρια, ψιλοκομμένη καυτερή πιπεριά κλπ.). Επίσης, σούπα λαχανικών με ντομάτα, ούτε πολύ πηχτή ούτε νερουλιασμένη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν σάλτσα για το λευκό ρύζι. Ακόμα μπορεί να περιλαμβάνει σαν συνοδευτικό κάποιο τσάτνι (αλοιφή σε στυλ τυροσαλάτας, συνήθως έξτρα πικάντικη ακόμα κι αν δεν της φαίνεται απ' το όνομα, όπως τσάτνι καρύδας ή μέντας! Προσοχή στη δόση, μεγάλες μπουκιές θέλουν κι έναν κουβά νερό από δίπλα!) και πίκλες.


Όλα αυτά σερβίρονται είτε απευθείας πάνω στο thali, το μεταλλικό πιάτο δηλαδή (μεγάλο, ρηχό και με παραπέτο), είτε σε φύλλο μπανανιάς που μπαίνει μέσα στο πιάτο. Σε πιο κυριλέ φαγάδικα, οι γαρνιτούρες μπορεί να έρχονται και σε μικρά μεταλλικά μπολάκια. Σε πιο λαϊκά, μπορεί να σερβίρονται τα πάντα όλα πάνω σε ένα σκέτο φύλλο μπανανιάς, που μετά το πετάνε στις αγελάδες, κι ούτε πιάτα έχεις να πλένεις ούτε τίποτα!

Πρώτα λοιπόν πλένεις καλά τα χεράκια, και μετά κάθεσαι στο τραπέζι. Σε σερβίρουν, και ενδεχομένως να στραβομουτσουνιάσεις γιατί οι μερίδες σου φαίνονται μικρές: μόλις όμως αρχίσεις να τρως, για κάθε έδεσμα που τελειώνει από το πιάτο σου (ή το μπανανόφυλλο) έρχεται ο οικοδεσπότης ή ο σερβιτόρος και σε ρωτάει αν θες λίγο ακόμα. Και ξανά και ξανά, μέχρι να πεις "φτάνει αδερφέ, μπούκωσα"! Μην ψάχνεις για κουταλοπήρουνα, συνήθως δεν έχει: τρώμε με το χεράκι, μόνο με το δεξί (το αριστερό οι Ινδοί το προορίζουν για πιο βρωμερές δουλειές...), ανακατεύοντας τα εδέσματα, φτιάχνοντας το φαγητό μας μπαλάκια και σπρώχνοντας τη μπουκιά στο στόμα με το νύχι του αντίχειρα! Στην αρχή ζορίζεσαι είναι η αλήθεια, αλλά μετά συνηθίζεις.

Το επιδόρπιο, αν υπάρχει, είναι συνήθως κάποιο γλυκό υπερβολικά... γλυκό (χαλβαδοειδές, π.χ.), ή καμιά φρουτοσαλάτα (που μπορεί να είναι και εξόχως εξωτική, με ανανάδες, παπάγιες και τέτοια), ή -συνηθέστερα- το λεγόμενο λάσσι: κάτι ανάμεσα σε γιαούρτι και ξυνόγαλο, αραιωμένο με νερό και γλυκιασμένο με ζάχαρη (στα μαγαζιά για τους τουρίστες θα βρείτε και λάσσι με φρούτα όπως παπάγια και μάνγκο). Εμένα δεν μου άρεσε, να πω την αμαρτία μου, γιατί γενικά δεν μου αρέσει το γιαούρτι, αλλά πολλοί δυτικοί το λατρεύουν.


Από εκεί και πέρα, υπάρχει ένας μεγάλος κατάλογος με σνακ για τη λιγούρα που μπορείς να τα βρεις σχεδόν παντού, όπως το μπελπούρι (ένα είδος αλμυρού λουκουμά γεμιστού με ρύζι, φακές, λαχανικά κλπ), οι ντόσα (αλμυρές κρέπες από ρυζάλευρο, τις συνηθίζουν για πρωινό) και πολλά-πολλά άλλα. Και ψητό καλαμπόκι μπορείς να βρεις, και ρύζι ψημένο κάπως ώστε να μοιάζει με... ποπ-κορν, και ούτε θυμάμαι τι άλλο. Απ' όλα αυτά τα εξόχως ινδικά, μου άρεσε ιδιαίτερα η μασάλα ντόσα (ντόσα με γέμιση πατάτα-κρεμμύδι, σωταρισμένα, με καυτερή πιπεριά, μυρωδικά και μείγμα μπαχαρικών μασάλα, με συνοδεία τσάτνι καρύδας), η σαμόσα (σαν τυροπιτάκι αλλά με γέμιση ντομάτα-κρεμμύδι-τυρί), ενώ αυτό που μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο και απογοητευτικό ήταν το ίντλι (μικρά κέικ από ζύμη ρυζάλευρου, με σπογγώδη υφή και σχεδόν χωρίς γεύση -τα συνηθίζουν για πρωινό).

Πρέπει να πω ότι στο Χάμπι Μπαζάρ όπου μείναμε δεκαπέντε μέρες, επειδή το μέρος θεωρείται ιερός τόπος, το κρέας απαγορεύεται. Το ίδιο και το αλκοόλ. Οπόταν, αυτό το διαιτολόγιο που περιγράφω ανωτέρω ήταν μέσες-άκρες το καθημερινό μας φαγητό για δύο βδομάδες! Δεν μπορώ να πω ότι με χάλασε, ή ότι σηκωνόμουν από το τραπέζι πεινασμένος, αλλά ομολογώ ότι από τα μισά της δεύτερης εβδομάδας και μετά άρχισα να ονειρεύομαι γουρουνόπουλα και μοσχαράκια κοκκινιστά (αλλά όχι με ρύζι, παρακαλώ...). Επίσης πρέπει να πω ότι στην επιστροφή η ζυγαριά έγραψε πέντε κιλά λιγότερα.


Συνοψίζοντας, η νότια ινδική κουζίνα είναι κουζίνα του τηγανιού και της κατσαρόλας. Φούρνο δεν είδαμε να δουλεύει (ούτε καν να υπάρχει...), όσο για κάρβουνα, σούβλες και τέτοια πράγματα δεν το συζητάμε καν. Το μαγείρεμα, όσο κι αν τα φαγητά φαίνονται απλά στην εκτέλεσή τους, παίρνει πολλές ώρες: να ψιλοκόψεις λαχανικά, να ζυμώσεις ψωμιά, να πας να πάρεις γάλα (υπάρχει και τυποποιημένο, αλλά πολλοί το παίρνουν κατευθείαν από την αγελάδα, ή βουβάλα, ή κατσίκα, σε ειδικά δοχεία που κυκλοφορούν ευρύτατα), γενικώς έχει αρκετή μανούρα.

Αν εξαιρέσουμε το Χάμπι, και οι κρεοφάγοι θα βρουν κάτι στη Νότια Ινδία, αν και όχι πολλά πράγματα: κυρίως κοτόπουλο, μαγειρεμένο είτε σε κάρι (πηχτή σάλτσα), είτε ψιλοκομμένο και τηγανισμένο με ρύζι (μπιριάνι). Επίσης, στα παραθαλάσσια μέρη βρίσκει κανείς ψάρια και θαλασσινά. Από εκεί και πέρα, ό,τι πετύχει κανείς σε μέρη που σερβίρουν ξένες κουζίνες, κυρίως αραβική, κινέζικη, ή ταντόρι (παραδοσιακός πήλινος βαρελόσχημος φούρνος, πιο συνηθισμένος στη Βόρεια Ινδία). Σε μεγάλες πόλεις όπως η Βομβάη και το Μπανγκαλόρ θα βρει κανείς και δυτικές κουζίνες, κυρίως ιταλική: είναι μια επιλογή, ιδίως αν νιώθουμε το στομαχάκι μας κάπως, αλλά ας ληφθεί υπ' όψη ότι τα ζυμαρικά αλά-ινδικά είναι το ακριβώς αντίθετο του αλ-ντέντε: κοινώς, λασπωμένα ως εκεί που δεν παίρνει! Τέλος, υπάρχουν και διάφορα ΜακΝτόναλντ, Ντόμινο Πίτσα και τα συναφή, αλλά ειλικρινά απορώ τι διάβολο σερβίρουν χωρίς μοσχάρι και χοιρινό...

Κλείνοντας αυτό το μαραθώνιο ποστ, ειδική αναφορά στο τσάι: αν ζητήσετε τσάι (chai) στη Νότια Ινδία, θα σας φέρουν το τοπικό αγαπημένο ρόφημα που γίνεται με νερό ΚΑΙ γάλα μισό-μισό. Ωραίο είναι, ιδίως το μασάλα τσάι που έχει και μπαχάρια! Αν θέλετε το αφέψημα που πίνουμε εδώ, πρέπει να ζητήσετε tea (έχει και ωραίες ποικιλίες, όπως με μέντα, με λεμόνι ή με τζίντζερ). Αν δεν μπορείτε να απεξαρτηθείτε από τον καφέ, η καλύτερη επιλογή είναι δυστυχώς οι αλυσίδες καφέ ευρωπαϊκού στυλ (Barista, Cafe Coffee Day κλπ.), που σερβίρουν διάφορους (ακριβούς...) καπουτσίνους, μακιάτους και τα ρέστα: μολονότι η Ινδία έχει παραγωγή καλού καφέ, τα πιο πολλά τσαγάδικα σερβίρουν κάτι νεροζούμια από στιγμιαίο της συμφοράς. Προς αποφυγήν.

Αυτά. Δεν ξέρω εσείς, αλλά εμένα μου άνοιξε η όρεξη! Καλό Σαββατοκύριακο!


.

09 Σεπτεμβρίου 2009

Του μεροκάματου!

Στις 16 του Αυγούστου, επομένη της εθνικής εορτής της Ανεξαρτησίας για τους Ινδούς, πήραμε πάλι το τρένο από το Μαργκάο της Γκόα και μερικές ώρες αργότερα αποβιβαστήκαμε στο σταθμό του Χοσπέτ, τον κοντινότερο σιδηροδρομικό σταθμό για το Χάμπι (προσοχή, διαβάζεται Χάμ-πι, όχι Χάbι). Εκεί έμελλε να περάσουμε τις επόμενες δύο εβδομάδες με χαρά και (εθελοντική) εργασία.

Και ποια θα ήταν η εργασία μας; Χμ, λοιπόν, στο μονοπάτι που φεύγει από το χωριό Χάμπι Μπαζάρ και κατευθύνεται προς τους ναούς του Κοντανταράμα και του Βιτάλα, υπάρχει ένα κομμάτι λιθόστρωτο. Όταν λέμε "λιθόστρωτο", μη φανταστείτε τίποτα πετρούλες όπως στα δικά μας τα ορεινά χωριά, μιλάμε για πλάκες-ογκόλιθους που ζυγίζουν πολλά κιλά έκαστος. Εν πάση περιπτώσει, στο σημείο που το εν λόγω λιθόστρωτο φτάνει στο ναό του Κοντανταράμα, είχε πάθει κάποιες καθιζήσεις που το έκαναν κάπως επισφαλές, ενώ και τα σκαλοπάτια δίπλα από το ναό είχαν χαθεί κάτω από τα χορτάρια και τις λάσπες. Η δουλειά μας λοιπόν, όπως προέκυψε, θα ήταν να αποκαταστήσουμε ένα τμήμα του λιθόστρωτου βγάζοντας και ξαναβάζοντας ίσια τις πλάκες και να καθαρίσουμε τα σκαλοπάτια από τα χόρτα και τις λάσπες.

Στο μεροκάματο: καλλιτεχνική προσθήκη


Τώρα, για να είμαι ειλικρινής, έχω την αίσθηση ότι η δουλειά αυτή ήταν λιγουλάκι πολυτέλεια. Θέλω να πω, εντάξει, το λιθόστρωτο μπορεί να μην ήταν σε άψογη κατάσταση, αλλά δεν ήταν δα και επικίνδυνο για τους επισκέπτες. Η εντύπωσή μου είναι ότι σε έναν τόσο τεράστιο αρχαιολογικό χώρο υπήρχαν άλλες δουλειές που θα μπορούσαν να γίνουν, πιο χρήσιμες και πιθανόν πιο επείγουσες (π.χ., καθαρισμός και σηματοδότηση μονοπατιών). Αλλά τέλος πάντων, εκεί δεν πήγαμε να κάνουμε τους έξυπνους, πήγαμε να κάνουμε ό,τι μας ζητήσουν, έτσι δεν είναι;

Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες/η δουλειά κάνει τους άντρες


Το κακό με τη συγκεκριμένη δουλειά ήταν ότι επρόκειτο για βαριά χειρωνακτική εργασία, και η ομάδα μας είχε μόνο δύο άντρες εθελοντές, συν τον Ινδό team leader μας τρεις, και επτά κοπέλες. Και έπρεπε να βγάλουμε κοτρώνια από το χώμα με κάτι λοστούς της εποχής του Σιδήρου, να τους μετακινήσουμε κάμποσα μέτρα (στα χέρια...) και να τους ξαναβάλουμε. Έπρεπε επίσης να ξεχορταριάσουμε με κάτι κοντά τσαπιά, που για να τα χρησιμοποιήσεις έσκυβες μέχρι τη μέση, και να κουβαλήσουμε χώμα με κάτι μεγάλες πιατέλες ("ένα καροτσάκι βρε αδερφέ, χάθηκε ένα καροτσάκι;"). Με άλλα λόγια, εργαλεία και μέθοδοι του 16ου αιώνα (ίσως και προ Χριστού) -μόνο που τότε μπορεί να είχαν και τίποτα ελέφαντες για τις βαριές δουλειές. Κι από πάνω, έπρεπε και να προσέχουμε τις μαϊμούδες που παρεπιδημούσαν στο ναό, μη μας βουτήξουν τις τσάντες!


Εν πάση περιπτώσει, πριν αρχίσουμε τις εργασίες πήραμε την ευλογία του Ράμα σε μια σεμνή τελετή (πούτζα, προσοχή στην προφορά!) που έγινε στον παρακείμενο ναό. Μεγάλη η χάρη του, στο τέλος κάτι καταφέραμε και δεν είχαμε την αίσθηση ότι τζάμπα πήγε ο κόπος μας, αλλά να λέμε την αλήθεια: αν δεν έβαζαν πλάτη ο Πάμπα (τοπικός μας σύνδεσμος, τρόπον τινά) και μερικοί ντόπιοι εργάτες, μαθημένοι στη δουλειά, τρίχες κατσαρές θα κάναμε.

Το τελικό αποτέλεσμα. Καλούτσικο, no?


Κοντολογίς, η εντύπωσή μου είναι ότι το εν λόγω πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας ήταν βασισμένο περισσότερο στη λογική "να βρούμε κάτι να απασχολήσουμε τα παιδιά", παρά στόχευε να καλύψει κάποια πραγματική ανάγκη. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι για τη συμμετοχή μας πληρώσαμε (πέρα από το εδώ κατοστάρικο) και 7.500 ρουπίες ο καθένας, περίπου 110 ευρώ, που κάλυπταν γενναιόδωρα και με το παραπάνω το κόστος της διαμονής και διατροφής μας εκεί. Ναι, δεν κάνω λάθος, έχω κάνει τους λογαριασμούς και μπορώ να πω με σιγουριά ότι τουλάχιστον 2.000-2.500 ρουπίες από το ποσό που πλήρωσε έκαστος πήγαν στο ταμείο της οργάνωσης που μας φιλοξένησε, ίσως αρκετά περισσότερα. Δεν το λέω για κακό, στο κάτω-κάτω δεν μας το έκρυψαν οι άνθρωποι, αλλά θα ήμουν πιο ευχαριστημένος αν είχαμε κάνει κάτι πιο χρήσιμο και ουσιώδες. Α! Και κάτι ακόμα που μου έκανε αρνητική εντύπωση: μολονότι είχαμε άδεια από την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, ένας άνθρωπος δεν ήρθε έστω μια φορά να δει τι διάβολο κάνουμε εκεί πέρα! Ακόμα και στο δικό μας το κ...κράτος, υποθέτω ότι το να μπει μια ομάδα τρέχα-γύρευε εθελοντών να κάνει εργασίες στις Μυκήνες π.χ. χωρίς επίβλεψη από κάποιον ειδικό είναι out of the question. Ή μήπως όχι; Ε, εκεί φαίνεται πως δεν.

Τα απρόοπτα: υπερχείλιση του ποταμού πάνω στο χώρο εργασίας!


Όπως και νά 'χει, η δουλειά αυτή βαστούσε γύρω στο τρίωρο ημερησίως. Μετά είχαμε κάποιο ελεύθερο χρόνο, για ντουζ με κρύο νερό να φύγουνε τα χώματα, και μετά το μεσημεριανό και την απαραίτητη σιέστα υπήρχε και το απογευματινό πρόγραμμα: Επίσκεψη της ομάδας εθελοντικής εργασίας στο Harmony House. Το οποίον είναι μια ταράτσα σ' ένα σοκάκι του Χάμπι Μπαζάρ, όπου λειτουργεί ένα πρόγραμμα απασχόλησης για παιδιά υπό την αιγίδα του Hampi Children's Trust.

Εξηγώ: όταν άρχισε η τουριστική ανάπυξη της περιοχής, το άλλοτε σχεδόν ακατοίκητο χωριό του Χάμπι Μπαζάρ προσέλκυσε πολύ κόσμο που ήρθε από άλλες πολιτείες της Ινδίας για το μεροκάματο. Το χωριό γέμισε ξενώνες (guest house), φαγάδικα και μαγαζάκια με μπιχλιμπίδια για τους τουρίστες. Γέμισε όμως και μικρά παιδιά, καθότι οι Ινδοί γεννάνε πολύ, τα οποία συχνά τριγυρνάνε στους δρόμους είτε πουλώντας καρτ-ποστάλ, είτε ζητιανεύοντας. Και βέβαια, είναι αποκομμένα από την επίσημη εκπαίδευση. Πριν δυο χρόνια, λοιπόν, ένας άγγλος δάσκαλος ερωτευμένος με την περιοχή, ο Τιμ, κι ένας ντόπιος, ο Κάλι, έστησαν από το τίποτα το Hampi Children's Trust: μια ΜΚΟ που έχει σκοπό να τραβήξει τα παιδάκια αυτά από το δρόμο και να τα βάλει στο σχολείο. Για το σκοπό αυτό παρέχει στα παιδιά τις απαραίτητες στολές (!), σάκες, γραφική ύλη κλπ., πληρώνει τα δίδακτρα μερικών από αυτά, και απασχολεί σε μόνιμη βάση μια δασκάλα που τα βοηθά στη μελέτη τους, καθώς επίσης δάσκαλο μουσικής και μαγείρισσα που τους ετοιμάζει ένα υποτυπώδες βραδυνό. Η κεντρική ιδέα είναι να μένουν απασχολημένα τα παιδιά ακόμα και τις ώρες που το σχολείο έχει διάλειμμα (το ινδικό σχολείο ακολουθεί ένα περίεργο διακεκομμένο ωράριο), ώστε να αποκτήσουν κάποια πειθαρχία και ένα πρόγραμμα στην ημέρα τους και να μην ξεστρατίζουν. Και η οργάνωση στηρίζεται σε δωρεές (κυρίως από ξένους τουρίστες) και σε εθελοντική εργασία (επίσης, και μάλιστα συχνά μ' ένα σύστημα "είδα φως και μπήκα").


Κάπως έτσι χωθήκαμε κι εμείς. Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, και εναλλάξ επισκεπτόμασταν το Harmony House τα απογεύματα για να κάνουμε κάποιες "activities" με τα παιδάκια: ζωγραφική, χειροτεχνίες, χαρτοκοπτική, παιχνίδια, τραγουδάκια, τέτοια πράγματα. Στο τέλος βοηθούσαμε να σερβιριστεί και το βραδυνό, και φεύγαμε.

Είναι αλήθεια ότι αρχικά ο ευρωπαϊκός μας σκεπτικισμός μας έκανε να είμαστε λίγο γκρινιάρηδες: λέγαμε, ας πούμε, ότι αντί να πηγαίνουμε έτσι στα κουτουρού και να αυτοσχεδιάζουμε "activities", θα έπρεπε να συνεννοηθούμε με τη δασκάλα και τον Κάλι, που ήξεραν τα παιδιά αυτά, τις ιδιαιτερότητες, τις ανάγκες και τα ταλέντα τους, και να οργανώσουμε κάτι πιο συγκεκριμένο και πιο ωφέλιμο. Αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι εκεί είναι Ινδία, και ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ επιστημονικά, πολύ ευρωπαϊκά και πολύ ακατανόητα στους ανθρώπους. Σε τελική ανάλυση, το ζητούμενο της προσπάθειας είναι απλό: να μείνουν αυτά τα παιδάκια μακριά από το δρόμο και τη ζητιανιά, και να ακολουθήσουν το σχολικό πρόγραμμα. Τα ρέστα είναι πολυτέλειες για τον ανεπτυγμένο κόσμο, είτε μας αρέσει είτε όχι. Και προσαρμοστήκαμε ανάλογα. Δεν ξέρω πόσο καλό κάναμε με την παρουσία μας, πάντως μια φορά κακό δεν κάναμε...

Μια νότα εξωτισμού: ένας ελέφας στην πόρτα σας!


Αυτός λοιπόν ήταν ένας (όχι και τόσο σύντομος) απολογισμός της παρουσίας μας στο Χάμπι και της συμμετοχής μας στο εθελοντικό πρόγραμμα. Θετικός απολογισμός, θα έλεγα, έστω και με όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις. Αν μη τι άλλο, είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε για δεκαπέντε μέρες σε έναν πραγματικά εντυπωσιακό τόπο, που μπορεί να μην είναι πια ακριβώς "βαθιά Ινδία" (ας όψεται η τουριστική ανάπυξη), αλλά πλησιάζει αρκετά. Γνωρίσαμε την καθημερινότητα της Ινδικής επαρχίας, μάθαμε κάποια πράγματα για τις παραδόσεις τους, για την ινδουιστική θρησκεία, για την ιστορία της περιοχής. Δεν είναι και λίγα. Και μπόνους, το "Vishnu Guest House": ο ξενώνας που τον διαχειρίζεται η οικογένεια του κ. Γκάνγκα, αποτελούμενη από τέσσερις γενιές παρακαλώ, και όπου η διαμονή μας ήταν πραγματικά οικογενειακή! Κάθε μέρα ένας από την ομάδα έμενε να βοηθήσει στην κουζίνα την γιαγιά, την κυρία Μάλα με τ' όνομα, τον πραγματικό στρατηγό του νοικοκυριού. Παίζαμε με τις κόρες των νοικοκυραίων, την Τούλαζι και το μικρό διαολάκι την Ρακσίτα, και τρώγαμε από την ίδια κατσαρόλα μ' αυτούς, αληθινά σπιτικό ινδικό φαγητό. Μεγάλη υπόθεση, λέμε -αλλά για το φαγητό χρειάζεται ειδικό (ινδικό) ποστ!

Φέρδερ ρήντινγκ: Η σελίδα του Hampi Children's Trust στο myspace. Υπάρχει και σάιτ της οργάνωσης, αλλά ο Γκούγκλης προειδοποιεί ότι μπορεί να είναι επικίνδυνο για τον υπολογιστή μας, δεν ξέρω γιατί, οπότε επαφίεται στην κρίση σας. Πάντως η οργάνωση έχει ανάγκη από πολλά πράγματα, και όχι απαραίτητα χρήματα. Με τη Μ., σκεφτόμαστε να αγοράσουμε κάποια υλικά δυσεύρετα εκεί (π.χ. πλαστελίνες) και να τα κάνουμε ένα δεματάκι, μαζί με τις φωτογραφίες που τραβήξαμε, να τα στείλουμε στα παιδιά. Spread the word!


ΥΓ: ...κι επειδή οι παλιές αγάπες, εκτός που πάνε στον παράδεισο, δεν ξεχνιούνται, το παρόν ταπεινό ιστολόγιο απέκτησε ένα (προσωρινό) αδελφάκι: xasodikisinthepaint.blogspot.com, σε πιο ελαφρύ ύφος, με θέμα το Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας! Ανοίξαμε και σας περιμένουμε, μπασκετόφιλους και μη.

ΥΓ2: Για όσους απορούν πού πήγε η παλιά καλή πολιτική μουρμούρα (Σπύρο, για σένα λέω :)), έχω να πω ότι κοντός ψαλμός αλληλούια: να τελειώσουμε πρώτα με την Ινδία, και μετά... (κουράγιο, δυο-τρία ποστάκια μείνανε :))


.

07 Σεπτεμβρίου 2009

Goan corners

Από τη Βομβάη ως τη Γκόα είναι ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι με το τρένο, που οι περισσότεροι το κάνουν νύχτα. Εμείς εισιτήρια για το νυχτερινό τρένο δεν βρήκαμε, έτσι πήραμε το ημερήσιο, με αποτέλεσμα να χάσουμε μια μέρα -αλλά και με ανταμοιβή μας τα υπέροχα τροπικά τοπία της διαδρομής.

Θέα από το Mandovi Express


Η Γκόα είναι η πιο μικρή επαρχία της Ινδίας, και μέχρι τη δεκαετία του '60 ήταν πορτογαλική αποικία, γεγονός που έχει αφήσει έντονα αποτυπώματα τόσο στην αρχιτεκτονική, όσο και στη γλώσσα, την κουζίνα, τα ονόματα των κατοίκων κλπ. Πρωτεύουσα της επαρχίας είναι το Πανάτζι, ή Παντζίμ, όπου και μείναμε: μικρή πόλη (περίπου 100.000 κατοίκων) στις όχθες του ποταμού Μαντόβι. Εδώ οι κλίμακες είναι σαφώς πιο ανθρώπινες απ' ό,τι στη Βομβάη και οι ρυθμοί πιο χαλαροί.

Σπίτι στο Παντζίμ στα χρώματα της Πορτογαλίας


Φημισμένη η Γκόα για τις παραλίες της καθώς και για ξέσαλα ρέιβ πάρτυ, υπήρξε άλλοτε (και είναι ακόμα) αγαπημένος προορισμός των backpackers και των χίπηδων, αλλά σήμερα ο οργανωμένος τουρισμός με τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και τους τουρίστες με τα βραχιολάκια απλώνεται όλο και περισσότερο. Από παραλίες δεν είδαμε και πολλά πράγματα, ο Αύγουστος εκεί είναι off-season καθότι εποχή μουσώνων: πήγαμε μέχρι την κοντινότερη στο Παντζίμ, την παραλία του Σινκέριμ, όπου μια κόκκινη σημαία προειδοποιούσε swimming prohibited -και τα δυνατά κύματα με την αντάρα που σήκωναν σε απέτρεπαν από κάθε σκέψη να μπεις στο νερό.

Παντζίμ by night


Πολύ ενδιαφέρουσα ήταν η επίσκεψη-ξενάγηση σε μια φυτεία μπαχαρικών κοντά στην πόλη Πόντα, όπου είδαμε και μάθαμε διάφορα για τα πιπέρια, τις βανίλιες, την κανέλλα και τα λοιπά μπαχαρικά, για χάρη των οποίων ξεκίνησε κοτζάμ Χριστόφορος Κολόμβος να βρει δρόμο για τις Ινδίες, με τα γνωστά αποτελέσματα! Ενδιαφέρον ήταν και το Μουσείο που βρίσκεται στο Παντζίμ, αν καταφέρεις να το βρεις: το έχουν χώσει σε μια απόμερη γωνιά της πόλης όπου πάει ένας χωματόδρομος της κακιάς ώρας, και ούτε οι ντόπιοι ξέρουν να σου πουν πού βρίσκεται!

Φυτεία μπαχαρικών Σαχακάρι, Πόντα


Σε γενικές γραμμές, οι τρεις μέρες στην Γκόα ήταν το πιο ξεκούραστο και χαλαρό κομμάτι του ταξιδιού -χωρίς την πολλή βαβούρα και τους ποδαρόδρομους της Βομβάης, και πριν τη χειρωνακτική εργασία στο Χάμπι. Συνέβαλε σε αυτό και το θαυμάσιο ξενοδοχείο όπου διαμείναμε -ένα παλιό ινδουιστικό αρχοντικό, με εσωτερικές αυλές, αίθρια και τα τοιαύτα, ανακαινισμένο με καλαισθησία και με το δίκλινο στην πολύ φιλική τιμή των 30 ευρώ τη βραδιά, εκτός σεζόν βέβαια, μην ξεχνιόμαστε. Και ολοκληρώσαμε τη διαμονή μας με μια ωραία βόλτα στους κήπους του Καμπάλ, δίπλα στο ποτάμι, όπου είδαμε και την παρακάτω εικόνα-αφετηρία για συλλογισμούς σχετικά με την τραγική ειρωνεία της Ιστορίας:



(συνεχίζεται)


.

04 Σεπτεμβρίου 2009

Salaam Bombay

Πάνω από δεκαέξι εκατομμύρια πληθυσμός, η μεγαλύτερη πόλη της Ινδίας και προφανής πύλη εισόδου στο νότιο τμήμα της χώρας. Βγαίνεις από το κλιματιζόμενο αεροδρόμιο και αμέσως σε χτυπάει ένα κύμα αφόρητης ζέστης: δεν είναι η θερμοκρασία από μόνη της, είναι ο συνδυασμός με την απίστευτη τροπική υγρασία και την ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλεί δύσπνοια. Περπατάς πέντε λεπτά και ιδρώνεις σαν να έτρεξες μαραθώνιο.

Στα πέριξ της Crawford Market


Οι δρόμοι της Βομβάης είναι ένα ανεπανάληπτο χάος. Τα φανάρια στο κέντρο της πόλης είναι λίγα, συχνά εκτός λειτουργίας και θεωρούνται σχεδόν προαιρετικά -τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους πεζούς! Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω. Το σάουντρακ των δρόμων, ένας αδιάκοπος καταιγισμός από κορναρίσματα. Επιπλέον οδηγούν ανάποδα -με το αγγλικό σύστημα. Αν τη γλιτώσεις και δεν σε πατήσουν, αρχίζεις να παρατηρείς το τοπίο και την ανθρώπινη γεωγραφία. Ατέλειωτο σκουπιδαριό παντού, οι κάδοι απορριμμάτων είναι σπάνιο είδος, καλαθάκια στις κολώνες δεν υπάρχουν, όλος ο κόσμος πετάει τα σκουπίδια του κάτω. Αργότερα μας εξήγησαν ότι το πλαστικό (σακούλες, περιτυλίγματα) είναι σχετικά πρόσφατο φρούτο στην Ινδία, μέχρι πριν 15-20 χρόνια όποτε χρειαζόταν να τυλίξουν κάτι χρησιμοποιούσαν φύλλα μπανανιάς, τα οποία μετά τα πετούσαν όπου νά 'ναι (τα έτρωγαν οι αγελάδες). Τους έμεινε η συνήθεια, λοιπόν, μόνο που τώρα οι αγελάδες στο κέντρο της πόλης είναι λιγοστές και δεν τρώνε πλαστικές σακούλες. Αλήθεια, ψέματα, θα σας γελάσω.

Αντί για περιστέρια, πάνω από την πόλη πετάνε κοράκια. Στα μεγάλα πάρκα του κέντρου (maidan τα λένε εκεί) ο κόσμος ψιλοτρώει και χαζεύει αυτούς που παίζουν κρίκετ. Σε διάφορα σημεία της πόλης βλέπεις από απόσταση τα slum -παραγκουπόλεις που ξεχωρίζουν από τους μπλε πλαστικούς μουσαμάδες που χρησιμοποιούν για σκεπές.

Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας βλέπεις κόσμο να παίρνει τον υπνάκο του οπουδήποτε: σε καθίσματα αυτοκινήτων, στα λιγοστά παγκάκια, σε πεζούλια, ακόμα και χύμα κάτω στο πεζοδρόμιο, πάνω σε μια κουρελού -ή και χωρίς. Το κορυφαίο που είδαμε, ένας τύπος να κοιμάται στο αλουμινένιο παραπέτο μιας στάσης λεωφορείου, με πλάτος όχι πάνω από 30 εκατοστά! Πώς διάβολο χώρεσε εκεί πάνω;

Gateway of India


Η μεγάλη περαντζάδα των κατοίκων της Βομβάης γίνεται στη δυτική πλευρά του κέντρου, στον δρόμο που πάει παράλληλα στη θάλασσα και καταλήγει στην παραλία Chowpatty. Δεν είναι για μπάνιο, τα νερά είναι βρωμερά και τρισάθλια. Στην αντίθετη πλευρά της πόλης, στο ανατολικό θαλασσινό μέτωπο, βρίσκεται η μεγάλη αψίδα που λέγεται "Gateway of India", απέναντι από το πολυτελές ξενοδοχείο Taj Mahal, όπου έγινε η περσινή τρομοκρατική επίθεση. Τώρα υπάρει μόνιμος αστυνομικός κλοιός στην περιοχή. Από εδώ φεύγουν τα σαπιοκάραβα που πάνε στο Elephanta Island -ένα καταπράσινο νησάκι γεμάτο μαϊμούδες, που το επισκέπτεσαι για να θαυμάσεις τους ναούς τους σκαλισμένους μέσα σε σπηλιές και διακοσμημένους με αγάλματα, πιο εντυπωσιακό εκ των οποίων εκείνο του θεού Σίβα με τα τρία πρόσωπα.

Elephanta Island, ο τρικέφαλος Σίβα (ελαφρώς κουνημένος)


Την τελευταία μέρα, αναχωρούμε νωρίς το πρωί με το τρένο από τον σταθμό Chatrapati Shivaji (πρώην Victoria). Είναι δέκα λεπτά με τα πόδια από το ξενοδοχείο, οπότε πάμε περπατώντας -και βλέπουμε πόσος κόσμος κοιμάται στον δρόμο, στις στοές των κτιρίων. Σηκώνονται, πλένονται με νερό της βροχής σε γούρνες, κατουράνε στη μέση του δρόμου, φτιάχνουν τσάι με νερό από δημόσιες βρύσες σε γκαζάκια και κατσαρολάκια που τα ξετρυπώνουν από απίθανες καβάτζες. Ναι, υπάρχουν και χειρότερα από τα slum.

(συνεχίζεται)


.