23 Μάρτιος 2010

Μεγάλα σχέδια


...Αράχνες έχει πιάσει τούτο το ρημάδι. Και να πεις ότι δεν υπάρχουν θέματα να ασχοληθείς; Υπάρχουν, αν υπάρχουν λέει. Χρόνος δεν υπάρχει.

Τούτη την εποχή, εκτός από τα συνήθη τρεχάματα της δουλειάς, έχω στα σκαριά δύο πολύ μεγάλα πρότζεκτ -μεγάλα υπό την έννοια ότι το καθένα από αυτά κουβαλάει μαζί του χίλιες δυο λεπτομέρειες που πρέπει να ρυθμιστούν εγκαίρως, και με τις οποίες πρέπει να ασχοληθείς ο ίδιος. Και η ρημάδα η μέρα εξακολουθεί να έχει μόνο 24 ώρες.

Για να σας ανοίξω την όρεξη, θα σας πω για το πρώτο από τα δύο πρότζεκτ, πρώτο χρονικά δηλαδή, που ξεκινάει την ερχόμενη Παρασκευή.

Την ερχόμενη Παρασκευή, το λοιπόν, ο Χασοδίκης παρέα με τρεις φίλους πετάει για την πρωτεύουσα του Νεπάλ, την Κατμαντού, μέσω Ντόχα. Και την Κυριακή που μας έρχεται, των Βαΐων, η παρέα θα ξεκινήσει ένα από τα πιο διάσημα trekking παγκοσμίως: τον γύρο της Αναπούρνα.

Η Αναπούρνα είναι ένα από τα μεγάλα ορεινά συγκροτήματα των Ιμαλαΐων, με ψηλότερη κορυφή στα 8.091 μέτρα. Το trekking της Αναπούρνα βέβαια δεν πηγαίνει τόσο ψηλά. Ελίσσεται μέσα από φαράγγια, ράχες και οροπέδια και φτάνει μέχρι το διάσελο του Thorung La, στα 5.416 μέτρα, μετά από το οποίο αρχίζει να κατηφορίζει προς τα πεδινά. Εμείς δεν θα κάνουμε το πλήρες σιρκουί, το οποίο απαιτεί περίπου 3 εβδομάδες, αλλά μια συντομευμένη βερσιόν: μετά το ψηλό πέρασμα, θα κατέβουμε μέχρι το Τζόμσομ απ' όπου θα πάρουμε αεροπλάνο για πίσω, έτσι ώστε να χωρέσει το πράγμα μέσα στις δυο βδομάδες των πασχαλινών διακοπών. Αυτό σημαίνει ότι, μέσα σε εννιά ημέρες καθαρό περπάτημα (+1 για ανάπαυση και εγκλιματισμό), θα καλύψουμε με τα πόδια μια απόσταση περί τα 120-130 χιλιόμετρα (υπολογισμένη με το μάτι και από έναν χάρτη όχι και μεγάλης ακρίβειας, αλλά κάπου τόσο πρέπει να είναι). Καλό;

Αν όλα πάνε καλά, που το ελπίζω, μετά τις 11 του Απρίλη που θα επιστρέψουμε θα ακολουθήσει σειρά σχετικών δημοσιεύσεων με πλήρες φωτογραφικό ρεπορτάζ και τα συναφή. Αν πάλι δεν πάνε όλα καλά, χάρηκα που τα είπαμε και να προσέχετε :)

Όσο για το άλλο πρότζεκτ... ε, ας κρατήσουμε και τίποτα για άλλη φορά!



(φωτο: Ben Tubby, από εδώ)


.

11 Μάρτιος 2010

Αφού δεν σου βγαίνει, μην το παιδεύεις

Περπατάω στους δρόμους και βλέπω σκορπισμένα φέιγ-βολάν με το σύνθημα: "Έλληνας δεν γίνεσαι με μια υπογραφή".

Αν δεν απατώμαι, η αρχική μορφή του συνθήματος ήταν "Έλληνας δεν γίνεσαι, γεννιέσαι", όμως προέκυψαν κάτι ζητηματάκια ορθογραφικής φύσεως κι έτσι τα χρυσά αυγά κατέφυγαν σε τούτη την εναλλακτική εκδοχή που αποφεύγει, με κομψό τρόπο είναι η αλήθεια, το σκόπελο των διπλών συμφώνων.

(αν και, εδώ που τα λέμε, δεν θα με παραξένευε να έβλεπα την "υπογραφή" γραμμένη με δύο πι. Είναι πιο μπέικο).

Κι όπως (δεν) έχει πει και ο Ισοκράτης, "ρεντίκολο δεν γεννιέσαι, γίνεσαι".


.

08 Μάρτιος 2010

Το τελευταίο ρελέ



Τελικά η ζωή είναι ώρες-ώρες πολύ καριόλα. Κάθεσαι, ας πούμε, την Πέμπτη το βράδυ σ' ένα μαγαζάκι της Πλατείας Αγίων Θεοδώρων μαζί με τους φίλους από τον Ορειβατικό. Η καθιερωμένη συνάντηση της Πέμπτης, περνάμε μια βόλτα από το γραφείο του Συλλόγου και μετά πάμε για σουβλάκια και μπίρες. Ψιλοκουβεντούλα, σχέδια για το ερχόμενο Σαββατοκύριακο (και το μεθεπόμενο, και το Πάσχα και το καλοκαίρι και....και....), ιστορίες από το παρελθόν, μακρινό ή κοντινό, πειράγματα, χαβαλές. Συζητήσεις περί υλικών και εξοπλισμού, μικρά μυστικά, το τζάκετ που βρήκες σε τιμή-ευκαιρία στο τάδε εγγλέζικο ιντερνετομάγαζο, "ρε-συ-πώς-γίνεται-αυτός-ο-κεβλαρόκομπος;". Κάποια στιγμή κοιτάζεις το ρολόι, ου, πήγε έντεκα παρά, ώρα να πάω σπίτι, φωνάζεις το γκαρσόνι, πληρώνεις, μαζεύεις τα πράγματά σου και χαιρετάς. Άντε καλό βράδυ, τα λέμε το Σαββατοκύριακο. Ή την άλλη Πέμπτη. Ή την παράλλη. Γενικώς, τα λέμε.

Δεν σου περνάει βέβαια από το μυαλό ότι έναν από την παρέα τον βλέπεις για τελευταία φορά, και δεν πρόκειται να τον ξαναδείς ούτε την άλλη Πέμπτη ούτε την παράλλη ούτε ποτέ. Δεν σου περνάει από το μυαλό ότι το Σαββατοκύριακο θα γεμίσει με επίμονα τηλεφωνήματα σε ακατάλληλες ώρες και πένθιμα εσεμές που γυρνάνε από κινητό σε κινητό, μεταφέροντας ένα μήνυμα που δεν θες ν' ακούσεις. Ο Άλεξ σκοτώθηκε. Επιστρέφοντας από μια αναρριχητική διαδρομή στα Βαρδούσια, γλίστρησε κι έπεσε, κατρακύλησε ένα παγωμένο λούκι και χτύπησε με το κεφάλι σ' έναν βράχο. Ή κάπως έτσι -τις λεπτομέρειες θα τις μάθουμε αργότερα, κι άλλωστε τι σημασία έχει;

Σημασία έχει ότι τον φίλο μας δεν θα τον ξαναδούμε. Κι όσο κι αν προσπαθείς να το ορθολογικοποιήσεις το πράγμα, δεν γίνεται. Γιατί ναι, το σκέφτεσαι ότι τέτοια περιστατικά έχουν ξαναγίνει και θα ξαναγίνουν, κι ότι αν ως τώρα δεν είχες ασχοληθεί ποτέ πέραν της ακαδημαϊκής κουβέντας, ήταν γιατί δεν την είχε πάθει κανένας δικός σου, κοντινός άνθρωπος, κι όσο νά 'ναι ο ξένος πόνος μπορεί να σε αγγίζει αλλά δεν παύει να είναι ξένος. Και σκέφτεσαι ότι η ορειβασία είναι μια δραστηριότητα εγγενώς επικίνδυνη, όπου το κακό μπορεί να σε βρει ανά πάσα στιγμή -και δεν αργεί καθόλου να γίνει. Το ξέρεις, και το αποδέχεσαι, κι αν δεν μπορείς να το αποδεχτείς τα παρατάς και ασχολείσαι με κάτι άλλο, με το τάβλι ξερωγώ ή τη συλλογή γραμματοσήμων. Έτσι πάει.

Κι ακόμα σκέφτεσαι ότι μόλις μια βδομάδα πριν, λίγες δεκάδες μέτρα παραπέρα από 'κει που έγινε το κακό, κατέβαινες κι εσύ με μερικούς άλλους ένα παρόμοιο παγωμένο λούκι, χύμα στο κύμα, χωρίς σχοινιά κι ασφάλειες, κι αν έκανες μια έτσι κι έχανες την ισορροπία σου θά 'χες μετρήσει όλη την πλαγιά των Σκόρδων, καμιά τετρακοσαριά μέτρα ευθεία κάτω, μέχρι το καταφύγιο -όπου θα σε μαζεύαν με το κουταλάκι.

Κι αν εσύ τη γλίτωσες κι ο άλλος όχι, δεν σημαίνει ούτε ότι είσαι εσύ πιο μάγκας, ούτε πιο τυχερός, γενικώς δεν σημαίνει τίποτα συγκεκριμένο. Ο άνθρωπος από κατασκευής είναι σχεδιασμένος για επίπεδα περιβάλλοντα, όχι για την καθετίλα. Η μισή γοητεία της ορειβασίας έγκειται ακριβώς στην προσπάθεια να βρεις τα όριά σου πρώτα, και μετά να τα ξεπεράσεις -έστω κι ένα βηματάκι. Ε, στη διαδικασία αυτή χάνονται και ζωές: έτσι ήταν πάντα κι έτσι θά 'ναι πάντα.

Αλλά όλα αυτά είναι σκέψεις και προσπάθειες εξορθολογισμού των πραγμάτων που γίνονται post rem. Την ώρα εκείνη, την ώρα που μαθαίνεις το κακό μαντάτο και μένεις κάγκελο, παγωμένος σαν το καταραμένο το λούκι, δεν σκέφτεσαι τίποτα, κάθεσαι μόνο και νιώθεις το δυσάρεστο συναίσθημα του να αδειάζει το στομάχι σου ξαφνικά, με μιας. Έχω ακούσει σε ανάλογες περιπτώσεις να λένε ότι "τουλάχιστον έφυγε όρθιος, κάνοντας αυτό που γούσταρε". Είναι μια παρηγοριά, υποτίθεται, αλλά μου φαίνεται λίγη. Για όλους εμάς που μένουμε πίσω το αποτέλεσμα είναι ένα και το αυτό. Η διαφορά, αν υπάρχει, αφορά εκείνον που έφυγε -και που ποτέ δεν θα μπορέσει να μας πει αν το προτιμά που έφυγε έτσι, ή αν θα προτιμούσε να ζήσει καμιά σαρανταριά χρονάκια ακόμα και να φύγει κάπως αλλιώς.

Σε κάτι τέτοιες περιπτώσεις ζηλεύω τους πιστούς της οποιασδήποτε θρησκείας που πρεσβεύει ότι τούτη η ζωή είναι μια προσωρινή διαδικασία, σε αναμονή για μια άλλη, καλύτερη, κάπου αλλού. Αυτοί μπορεί να παρηγοριούνται κάπως. Σε μας τους υπόλοιπους, που πιστεύουμε ότι όταν φύγεις απ' τον μάταιο τούτο κόσμο γίνεσαι τροφή για τα σκουλήκια και τίποτα παραπάνω, μας μένει μονάχα ο πόνος και η πίκρα, και η σκέψη ότι την άλλη Πέμπτη μπορεί να ξαναμαζευτούμε στο στέκι της Πλατείας Αγίων Θεοδώρων, αλλά ο Άλεξ δεν θα είναι μαζί μας.

Κι έτσι, μετά από κάμποσες μέρες σιωπής, πιάνω πάλι να γράψω στο ιστολόγιο και γράφω ένα ποστ που θα ήθελα να μην ήταν ανάγκη να το γράψω ποτέ, και που δεν ξέρω σε τελική ανάλυση αν κάνω καλά που το γράφω, αν διαβάζοντάς το αύριο θα συμφωνώ με τον εαυτό μου ή αν θα λέω "τι μαλακίες έκατσα κι έγραψα". Αλλά δεν έχει σημασία, το μπλόγκιν είναι πάνω απ' όλα και πριν απ' όλα ψυχοθεραπεία, κι αν δεν τα γράψω τώρα, έτσι όπως μού 'ρχονται, θα σκάσω. Η μισή ντροπή δική μου κι η άλλη μισή της ζωής που, όπως είπαμε και στην αρχή, είναι ώρες-ώρες πολύ καριόλα.

Αντίο ρε φίλε.


.