30 Ιουνίου 2011

Διαγωνισμός


Συμμετοχή από Άθενς, Γκρις, στον διαγωνισμό του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου:




Ένα από τα πολλά πρόσωπα της Ευρώπης.


.

28 Ιουνίου 2011

Σουλτανάτο της Ελλάδας

Καλά, όλο το φορολογικό πακέτο που περιλαμβάνεται στο μεσοπρόθεσμο είναι για να χτυπάς το κεφάλι σου στον τοίχο, αλλά ειδικά αυτό το τέλος επιτηδεύματος που σκαρφίστηκε το οικονομικό επιτελείο είναι αριστούργημα. "Ναι καλά", θα μου πείτε, "παπάρα δικηγόρε, αυτό σε τσούζει εσένα, ε;". Ναι δεν λέω, είναι ένας λόγος, όμως επιτρέψτε μου να εμβαθύνω λιγουλάκι παραπάνω.

Η επιβολή αυτού του τέλους στηρίζεται στη διαπίστωση ότι οι επιτηδευματίες (έτσι, γενικώς και αορίστως) φοροδιαφεύγουν. Ποιος μας το λέει αυτό; Μας το λένε οι επίσημες στατιστικές, από τις οποίες προκύπτει ότι ένα μεγάλο μέρος των πάσης φύσεως επιτηδευματιών δηλώνει εισόδημα χαμηλότερο από τους μισθωτούς, ενίοτε και τους συνταξιούχους, μας το λένε και τα διδάγματα της κοινής πείρας. Ωστόσο σε μια ευνομούμενη πολιτεία αυτή η γενική κατηγορία, που απευθύνεται όχι απλώς σε έναν επαγγελματικό κλάδο, αλλά σχεδόν στο ήμισυ του οικονομικά ενεργού πληθυσμού της χώρας, σε μια ευνομούμενη πολιτεία λέω, αυτή η κατηγορία θα έπρεπε να προσωποποιείται και να τεκμηριώνεται για τον κάθε επιτηδευματία ξεχωριστά. Να έρθει δηλαδή το γκουβέρνο και να σου πει, έλα εδώ κύριε Χασοδίκη, φέρε τα κιτάπια σου να δούμε τι δηλώνεις, να δούμε αν αποκρύπτεις εισοδήματα και πόσα, και να σε φορολογήσουμε αναλόγως.

Αντί αυτού, το ελληνικό γκουβέρνο έρχεται και σου λέει, κύριε δικηγόρε (ηλεκτρολόγε-υδραυλικέ-πατωματζή κ.ο.κ.), εγώ δεν μπορώ να κάθομαι να ψάχνω αν όντως φοροδιαφεύγεις και πόσο. Θα το θεωρώ απλώς δεδομένο, θα θεσπίσω ένα τεκμήριο ότι φοροδιαφεύγεις, και δεν με νοιάζει αν μου κρύβεις πεντακόσια ευρώ ή πενήντα χιλιάρικα: εγώ ένα πεντακοσαράκι θέλω από σένα, και θα στο τσιμπάω κάθε χρόνο. Και μάλιστα, τώρα που το ξανασκέφτομαι, φέρε κι από φέτος ένα τρακοσαράκι αναδρομικό, γιατί κάναμε μια μαλακία με τις αποδείξεις κι ανοίξαμε άλλη μια τρύπα στον προϋπολογισμό που πρέπει να τη μπαλώσουμε. Κι άμα σ' αρέσει.

Μια παρένθεση εδώ: αν υποθέσουμε ότι σκοπός της φορολογικής νομοθεσίας δεν είναι μόνο να εξασφαλίζει έσοδα στο δημόσιο ταμείο αλλά να χτίζει και φορολογική συνείδηση στον πολίτη, ας σκεφτούμε λίγο τι συνέπειες θα έχει η θέσπιση αυτού του μέτρου: ο μεν μεγάλος φοροφυγάς παίρνει το μήνυμα ότι μπορεί να συνεχίσει αυτό που κάνει με κόστος μόλις ένα πεντακοσαράκι, ο δε μικρός (ή ο χαζοφιλότιμος που δηλώνει κανονικά τα εισοδήματά του) παίρνει το μήνυμα ότι, αφού θα το πληρώνει που θα το πληρώνει το χαράτσι, καλά θα κάνει να ρεφάρει από κάπου αλλού. Αφού το Δημόσιο σε αντιμετωπίζει σαν φοροφυγά είτε είσαι είτε όχι, γιατί να μην είσαι;

Υπάρχουν μέτρα που μπορεί να είναι σκληρά, ωστόσο υπακούουν σε μια λογική: η μείωση του αφορολόγητου, η κατάργηση ή ο περιορισμός των φοροαπαλλαγών, η αυστηροποίηση των τεκμηρίων διαβίωσης είναι τέτοια μέτρα -ναι μεν θα μας αδειάσουν κι άλλο το πορτοφόλι, αλλά δεν μπορείς να μην αναγνωρίσεις ότι έχουν ένα σκεπτικό από πίσω τους. Το τέλος επιτηδεύματος όχι. Το τέλος επιτηδεύματος είναι ένα χαράτσι βγαλμένο από την εποχή της τουρκοκρατίας και ευθυγραμμισμένο με τη σύγχρονη λογική των απανωτών περαιώσεων, ένα μέτρο αυθαίρετο όσο δεν παίρνει, μια ομολογία ανικανότητας από την πλευρά του φορολογικού μηχανισμού και ταυτόχρονα η παραδοχή ότι δεν πρόκειται να γίνει καμία προσπάθεια διόρθωσης αυτής της κατάστασης.

Για να το καταλάβουμε καλύτερα: είναι σαν να νομοθετείται ότι κάθε ιδιοκτήτης αυτοκινήτου θα πληρώνει ετησίως δύο κλήσεις για παράνομο παρκάρισμα κι άλλες δύο για υπερβολική ταχύτητα με το σκεπτικό ότι, ναι μεν δεν σε πιάσαμε κύριε να τις κάνεις τις παραβάσεις, αλλά είναι σίγουρο ότι τις έκανες και μας ξέφυγες -οπότε πέρνα από το ταμείο.

(και τώρα που το σκέφτομαι, μάλλον κακώς την έβαλα την τελευταία παράγραφο. Μετά την πέμπτη δόση ακολουθεί και έκτη και έβδομη...)


.

23 Ιουνίου 2011

Ο προδιαγεγραμμένος θάνατος ενός χαρτοφυλακίου

Η ίδρυση αυτόνομου Υπουργείου Περιβάλλοντος, ξεχωριστού από το Δημοσίων Έργων, προέκυψε σαν ανάγκη υπαγορευμένη από μια πολύ απλή και σαφή διαπίστωση: ότι το μέχρι πρότινος ΥΠΕΧΩΔΕ ήταν υπερβολικά ΔΕ και ελάχιστα ΠΕ. Το νέο ΥΠΕΚΑ, λοιπόν, φτιάχτηκε σαν θεσμικό αντίβαρο σε μια "αναπτυξιακή"-οικονομική λογική που θα μπορούσε να συνοψιστεί στη φράση "όλα για πούλημα, όλα για χτίσιμο", φτιάχτηκε για να γίνει (υποτίθεται) το υπουργείο που θα προάσπιζε τον σκοπό της προστασίας του περιβάλλοντος σαν αυτοτελή σκοπό της κυβέρνησης, και όχι σαν πάρεργο ή αγγαρεία.

Για να παίξει όμως το καινούργιο υπουργείο Περιβάλλοντος τον ρόλο αυτό, απαραίτητη προϋπόθεση είναι η εκάστοτε πολιτική του ηγεσία να έχει τα κότσια και τη διάθεση να λέει πότε-πότε και κανένα "όχι" -αιτιολογημένο μεν, αλλά πάντως "όχι". Ένας υπουργός περιβάλλοντος που λέει πάντα "ναι" είναι περιττός, δεν προσφέρει τίποτα παρά μόνο επιπλέον γραφειοκρατία, δεν είναι τίποτα περισσότερο από μία ακόμη συναρμοδιότητα.

Η Μπιρμπίλη προσπάθησε να τον παίξει αυτόν τον ρόλο, όχι πάντοτε με επιτυχία, με αποτέλεσμα να βρεθεί σταδιακά αντιμέτωπη με όλον τον κόσμο: πρώτα πρώτα με τους δεινόσαυρους του παλαιοΠΑΣΟΚικού σύμπαντος της Βουλής, αυτούς που γαλουχήθηκαν με την αντίληψη ότι η εκτός σχεδίου δόμηση συνιστά ανθρώπινο δικαίωμα και η νομιμοποίηση αυθαιρέτων αποτελεί τη μέγιστη κοινοβουλευτική προσφορά. Οι οποίοι, συν τοις άλλοις, εξαρχής την έβλεπαν με στραβό μάτι, δεδομένου ότι δεν διέθετε την απαραίτητη προϋπηρεσία σε κλαδικές και συνδικάτα. Βρήκε επίσης απέναντί της μια συγκεκριμένη κατηγορία επιχειρηματιών, οι οποίοι τη μια τους τσέπη τη γεμίζουν με δημόσια έργα και την άλλη με εφημερίδες και τηλεοράσεις, και οι οποίοι όταν ακούνε από μια υπουργό ότι π.χ. δεν πρέπει να γίνουν άλλοι αυτοκινητόδρομοι στην Αττική, λογικό είναι να βγάζουν σπυράκια. Ας είναι καλά η τρόικα και το μνημόνιο, τους έδωσε πάτημα να χύσουν άπειρη χολή για την "ανεπαρκή" υπουργό που "δεν αντιλαμβάνεται την κρισιμότητα των περιστάσεων" και "δεν μπορεί να ιεραρχήσει τις προτεραιότητες".

Συν τω χρόνω, ο Γιωργάκης πρέπει να κατάλαβε ότι η υλοποίηση της δέσμευσής του για αυτόνομο υπουργείο Περιβάλλοντος δημιουργεί εμπόδια στην εφαρμογή του θεόπνευστου προγράμματός του για τη σωτηρία της χώρας... Τι να κάνει όμως, που αν καταργήσει το υπουργείο θα πυροδοτήσει (δικαιολογημένα) κακεντρεχή σχόλια για την πράσινη ανάπτυξη που έγινε πράσινα άλογα; Με το σατανικό του μυαλό, λοιπόν, αποφάσισε, αντί να καταργήσει το υπουργείο, να καταργήσει την υπουργό. Κι έβαλε στη θέση της τον άλλο Γιωργάκη, άνθρωπο αξιόπιστο, που μπορείς να βασιστείς πάνω του ότι θα λέει Πάντα Ναι σε Όλα, που αν αύριο του φέρουν, ας πούμε, μια αίτηση Αράβων επενδυτών να αγοράσουν την κορυφή του Ολύμπου, ή Γιαπωνέζων κολοσσών της αλιείας να ξεπαστρέψουν το απόθεμα της χώρας σε φώκιες και δελφίνια, δεν θα κάτσει να κοιτάξει στα δόντια τον γάιδαρο που του χαρίζουνε, παρά θα βάλει την υπογραφή του χωρίς πολλά-πολλά διότι αυτό που προέχει είναι η σωτηρία της πατρίδος κλπ κλπ.

Πάπαλα λοιπόν το Υπουργείο Περιβάλλοντος, θύμα κι αυτό στον βωμό της κρίσης, και να ζήσουμε να το θυμόμαστε. Κρίμα είναι που μία από τις πιο σοβαρές και απαραίτητες θεσμικές αλλαγές που έγιναν στη χώρα μας τις τελευταίες δεκαετίες δεν άντεξε ούτε δύο χρόνια, αλλά εδώ που τα λέμε ήταν κάπως αναμενόμενο: σε μια χώρα που εδώ και χρόνια κλέβει από το μέλλον της, ένα υπουργείο που έχει σκοπό να διαφυλάξει κάτι για τις επόμενες γενιές είναι μάλλον περιττό βάρος.


.

02 Ιουνίου 2011

Τα πόδια και το πάπλωμα

"Η Ελλάδα πρέπει να σταματήσει να ζει πέρα από τις δυνατότητές της", δήλωσε ο επίτροπος Οικονομικών Υποθέσεων κ. Όλι Ρεν σε συνέντευξή του στο πρακτορείο Bloomberg. Και, αν δεν με απατά η μνήμη μου, κάτι παρόμοιο είχε πει και η κ. Μέρκελ πριν από κανα χρόνο, και μάλιστα δεν απευθυνόταν σε εμάς, τους γνωστούς χαραμοφάηδες και τεμπέληδες Έλληνες, αλλά στους ίδιους τους πολίτες της χώρας της, τους μεθοδικούς και αποτελεσματικούς Γερμανούς.

Δεν πρόκεται για καμιά ξαφνική επιφοίτηση του Φινλανδού επιτρόπου και της Γερμανίδας καγκελαρίου. Την παροιμία με τα πόδια που δεν πρέπει να τ' απλώνουμε πέρα από το πάπλωμα την είχαν ήδη επινοήσει οι παππούδες μας, ίσως και οι παππούδες των παππούδων μας, και φαντάζομαι ότι κάποια αντίστοιχη παροιμία θα ήξερε και ο παππούς του κ. Ρεν -για τον παππού της κ. Μέρκελ είμαι σχεδόν βέβαιος, καθότι οι Γερμανοί φημίζονται για τη σύνεσή τους. Και η παροιμία αυτή δεν ήταν αποτέλεσμα κάποιας περίπλοκης διανοητικής και ηθικής διεργασίας, αλλά υπαγορευόταν από την κοινή λογική της εποχής, τη λογική ότι καταναλώνουμε σήμερα αυτά που παράγουμε σήμερα κι αυτά που μπορούμε να πληρώσουμε στο χέρι σήμερα, όχι αυτά που θα μπορούμε να πληρώσουμε σε εξήντα μήνες -έστω και άτοκους.

Αν λοιπόν διαπιστώνουμε αίφνης ότι η μισή Ευρώπη ζει πέρα από τις δυνατότητές της, ίσως θα πρέπει να αναρωτηθούμε τι ακριβώς μεσολάβησε και πώς φτάσαμε σε αυτήν την κατάσταση. Μετατοπίστηκε ξαφνικά η κοινή λογική και η κρατούσα ηθική σε πανευρωπαϊκό επίπεδο; Ή μήπως συμβαίνει κάτι άλλο;

Για να δώσουμε απάντηση στο ερώτημα, ας επιστρέψουμε στα καθ' ημάς και ας θυμηθούμε πώς ήταν τα πράγματα στην Ελλάδα μόλις είκοσι χρόνια πριν -σαν να λέμε χτες: τότε που για να πάρει κανείς στεγαστικό δάνειο έπρεπε να φτύσει αίμα, που η πιστωτική κάρτα ήταν αξεσουάρ για ολίγους και τα καταναλωτικά δάνεια απλά δεν υπήρχαν. Και μετά έγινε ένα μπαμ, και ξαφνικά άρχισαν οι τράπεζες να μοιράζουν χρήμα φτηνό, και πάρε κόσμε πιστωτικές με μηδέν συνδρομή και προνομιακό επιτόκιο, και πάρε στεγαστικά και πασχαλοδάνεια και διακοποδάνεια.

Η αλλαγή αυτή δεν ήρθε τυχαία και δεν ήρθε από μόνη της. Ήταν μια πολιτική επιλογή, ταιριαστή ίσως με τη νέα παγκοσμιοποιημένη οικονομία, που υπηρετήθηκε πιστά και με συνέπεια από κυβερνήσεις και κοινοβούλια, ήταν η σκόπιμη αντικατάσταση ενός αναπτυξιακού μοντέλου από ένα άλλο, εντελώς διαφορετικό στη λογική και τα χαρακτηριστικά του από το προηγούμενο: από μια σχετική ισορροπία μεταξύ παραγωγής και κατανάλωσης, περάσαμε σε μια λογική υπερκατανάλωσης πληρωμένης με δανεικό χρήμα. Λογική που επικράτησε διότι, πέραν του ότι υπηρετήθηκε σε πολιτικό επίπεδο, προωθήθηκε επίμονα από το ένα άκρο της αγοράς μέσω της διαφήμισης και αγκαλιάστηκε από το άλλο άκρο της αγοράς λόγω της αίσθησης ευμάρειας που προσέφερε. Αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο έδωσε σε πολλούς τη δυνατότητα να αγοράσουν δικό τους σπίτι, καλύτερο αυτοκίνητο ή να κάνουν ταξίδια που δεν τολμούσαν να ονειρευτούν -κι αυτό από μόνο του δεν θα ήταν κακό, μόνο που αν μπεις σε τούτη τη λογική είναι δύσκολο να βάλεις φρένο, κι είναι πιο εύκολο να φτάσεις στο τρίτο Ι.Χ. ανά νοικοκυριό, στο τζακούζι και στο τριήμερο για σόπινγκ στο Μιλάνο.

Στην παρούσα συγκυρία, λοιπόν, αυτό το μοντέλο -του οποίου επί χρόνια βλέπαμε μόνο τα πλεονεκτήματα- δείχνει πια τα όριά του και τις αδυναμίες του. Αυτή όμως είναι μια πολιτική διαπίστωση, και πολιτική πρέπει να είναι και η συζήτηση για το τι πρέπει να γίνει από εδώ και πέρα, για το αν αυτό το αναπτυξιακό μοντέλο πρέπει να μεταρρυθμιστεί ή να αντικατασταθεί από κάποιο άλλο, έχοντας συναίσθηση ότι αυτή η μετάβαση θα έχει και κόστος -τόσο μεγαλύτερο, όσο πιο απότομη η διαδικασία της μετάβασης. Κι όταν πρέπει να ληφθούν πολιτικές αποφάσεις, τα επιχειρήματα που προβάλλονται υπέρ της μίας ή της άλλης επιλογής πρέπει να είναι επίσης πολιτικά, κι όχι ηθικοπλαστικού χαρακτήρα νουθεσίες όπως αυτές του κ. Ρεν και της κ. Μέρκελ.

Κοντολογίς, από ανθρώπους που ασκούν το policy making στο υψηλότερο επίπεδο, θα περιμέναμε να μας πουν κάτι περισσότερο από τις παροιμίες των παππούδων μας.


.

01 Ιουνίου 2011

Σκόρπια



Ελλείψει καλύτερης τακτικής, οι Ευρωπαίοι πολιτικοί και οι εκπρόσωποι των οργανισμών που συναποτελούν την τρόικα μοιράζονται τους ρόλους του καλού μπάτσου και του κακού μπάτσου, όπως τους έχουν καθιερώσει οι πιο κλισεδιάρικες χολυγουντιανές παραγωγές. Θα την πάρουμε την πέμπτη δόση/δεν θα την πάρουμε, το ελληνικό χρέος είναι/δεν είναι βιώσιμο, η αναδιάρθρωση είναι αναγκαία/αναπόφευκτη/καταστροφική, αναλόγως του ποιος μιλάει κάθε φορά και σε ποιον απευθύνεται.

******

Θα μου πείτε, λογικό δεν είναι να υπάρχει διάσταση απόψεων; Σύνθετο το πρόβλημα, εύκολες λύσεις δεν υπάρχουν, τι το περίεργο; Όχι, λέω εγώ, λογικό ήταν πέρυσι, λογικό ήταν τότε που η Ευρώπη αντιμετώπιζε μια όντως πρωτοφανή κατάσταση, για την οποία δεν υπήρχαν έτοιμες οδηγίες στο μάνιουαλ της Ευρωζώνης, κι όλοι έψαχναν να βρουν μια λύση από το μηδέν. Σήμερα, μετά από έναν χρόνο μνημονίου και με τα μέτρα να μην έχουν αποδώσει ακριβώς το επιθυμητό αποτέλεσμα (για να το πούμε ευγενικά), θα έπρεπε τουλάχιστον οι σοφοί εταίροι και δανειστές μας να έχουν καταλήξει στο στοιχειώδες συμπέρασμα, αν έχουμε πάρει τον δρόμο τον σωστό, τον έστω και δύσκολο, που κάπου θα μας βγάλει, ή αν τραβάμε ολοταχώς για το βάραθρο.

******

Στο σημείο αυτό πετάγονται οι εγχώριοι απολογητές της τρόικας, της κλάσης Μανδραβέλη κι απάνω, και μας επισημαίνουν ότι δεν μπορούμε να μιλάμε για αποτυχία του μνημονίου, ότι από τα μέτρα που προβλέπει το μνημόνιο δεν έχουμε εφαρμόσει ούτε τα μισά, κι ότι έχουμε παραλείψει να υλοποιήσουμε εκείνα ακριβώς που θα έκαναν τη διαφορά και θα έδιναν νόημα στις περικοπές και τις θυσίες. Ας πούμε ότι έχουν δίκιο -κι ας θέσουμε το ερώτημα: υπάρχει καμιά εγγύηση ότι όσα δεν πετύχαμε τον πρώτο χρόνο θα τα πετύχουμε τον δεύτερο (ή τον τρίτο, ή τον νιοστό); Αν πέρυσι η κυβέρνηση είχε κάποιο λιγοστό πολιτικό κεφάλαιο να ξοδέψει και η κοινωνία είχε κάποιες ανοχές, φέτος δεν υπάρχει τίποτα: το πολιτικό προσωπικό της χώρας εχει απαξιωθεί πλήρως στο σύνολό του, και οι ανοχές της κοινωνίας μειώνονται με κάθε μαγαζί που βάζει λουκέτο, με κάθε θέση εργασίας που χάνεται, με κάθε καινούργιο χαράτσι. Εκτός πια κι αν πιστεύει κανείς σοβαρά ότι οι υστερήσεις στους στόχους και οι τρύπες του προϋπολογισμού θα μπαλωθούν με πρωτοποριακά μέτρα όπως η φορολόγηση στις γκαζόζες.

******

Συζητάμε πολύ (και σωστά) για τις ευθύνες των πολιτικών, για την ατολμία τους, την αβελτηρία τους ή την ανικανότητά τους, αλλά ξεχνάμε ότι, ακόμη κι αν η κυβέρνηση πετούσε σπίθες, ακόμη κι αν σύσσωμη η αντιπολίτευση στοιχιζόταν πίσω από τον Εθνικό Σκοπό, και πάλι θα χρειαζόταν ένας μηχανισμός δημόσιας διοίκησης ταχύτατος και εξαιρετικά αποτελεσματικός για να υλοποιηθούν τα μέτρα εντός χρονοδιαγράμματος. Και δεν απαιτείται παρά στοιχειώδης ρεαλισμός για να καταλάβουν οι δανειστές μας ότι ο μηχανισμός αυτός δεν μπορεί να φτιαχτεί μέσα σε τρία τέρμινα απλώς επειδή το θέλουμε ή επειδή πρέπει -στη χώρα όπου, αν αλλάξει μια υποπαράγραφος του Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων, χρειάζεται μια ντουζίνα εγκύκλιοι μόνο και μόνο για να ενημερωθούν οι υπηρεσίες για τις νέες διατάξεις.

******

Υπάρχει βέβαια η χρυσή εφεδρεία, το Ιερό Δισκοπότηρο των αποκρατικοποιήσεων. Η αξιοποίηση της δημόσιας περιουσίας που θα φέρει πενήντα ζεστά δις στα άδεια μας ταμεία και θα πείσει τους δανειστές μας ότι το εννοούμε, ότι θα βάλουμε το κεφάλι κάτω, θα σοβαρευτούμε, θα ανακάμψουμε. Ε, ας την πιπιλίσουμε λιγάκι ακόμα αυτήν την καραμέλα, μέχρι να λειώσει και να ησυχάσουμε. Διότι ναι μεν εμείς ξεπουλάμε, αλλά είμαστε τόσο σίγουροι ότι οι πιθανοί αγοραστές θα κάνουν ουρά για να επενδύσουν τα ωραία τους λεφτά σε μια πεθαμένη οικονομία, σε ένα κράτος που πάει με την ψυχή στο στόμα από τρίμηνο σε τρίμηνο κι από δόση σε δόση, σε ένα κράτος που κανείς δεν ξέρει αν θα υπάρχει σε έναν χρόνο και σε τι νόμισμα θα πληρώνει τις υποχρεώσεις του; Κι αν βρεθούν οι αγοραστές, είμαστε τόσο σίγουροι ότι θα πληρώσουν αυτά που εμείς υπολογίζουμε; Τι να πω, σύμβουλος επενδύσεων δεν είμαι, μπορεί να κάνω και λάθος, αλλά μου φαίνεται πιο πιθανό να αρχίσει να βρέχει διακοσάευρα παρά να πετύχει τούτο το σχέδιο.

******

Και τι θα γίνει όταν το "φιλόδοξο πρόγραμμα αποκρατικοποιήσεων" αρχίσει να χάνει σε φιλοδοξία; Αν αποτύχει; Αν αυτό είναι το plan B ενός plan A που ήδη πνέει τα λοίσθια, τότε τι; Υπάρχει και plan C, ή μήπως θα αρχίσουμε να πετάμε τους συνταξιούχους στη θάλασσα για να μειωθούν οι δαπάνες; Είναι δυνατόν να συζητιέται σοβαρά ότι μπορεί να μην πάρουμε την πέμπτη δόση των 110 δις, αλλά να πάρουμε καινούργιο δάνειο των 65 δις; Υπάρχει καμία λογική στο πώς αντιμετωπίζεται αυτή η κατάσταση σε διεθνές πλέον επίπεδο, ή απλώς πετάμε τη μπίλια κι όπου κάτσει;

******

Επιμένουν πολλοί καλοπροαίρετοι άνθρωποι στην άποψη ότι πρέπει να σταματήσουμε να ασχολούμαστε με τους απ' έξω και να κοιτάξουμε τι κάνουμε εμείς. Δεν διαφωνώ. Παράλληλα όμως πρέπει να συνειδητοποιήσουμε ότι η ελληνική κρίση δεν είναι στενά ελληνικό πρόβλημα, δεν οφείλεται μόνο σε ελληνικές ιδιαιτερότητες, στην ψυχοσύνθεση της φυλής και στις πολλές μέρες διακοπές που απολαμβάνουμε οι Έλληνες, που λέει κι η κυρά-Άγγελα, αλλά μαρτυρά την ύπαρξη σοβαρών δομικών προβλημάτων στη λογική και τη λειτουργία της Ευρωζώνης -κι επομένως μπορεί να επιλυθεί μόνο σε ευρωπαϊκό επίπεδο. Ότι αυτή τη στιγμή η Ευρώπη κυνηγάει την ουρά της και παίζει με τη φωτιά, ότι υπάρχει ένα τρομακτικό έλλειμμα ηγεσίας, που μαζί με το έλλειμμα οράματος και προοπτικής και το δημοκρατικό έλλειμμα δημιουργούν ένα μείγμα πιο εκρηκτικό και επικίνδυνο από τα χρέη όλων των χωρών της περιφέρειας μαζί.


(εικόνα από τον Antista/Chef)


.