Επειδή το χτεσινό ποστ,
όπως ορθά επισήμανε ο Σπύρος, βγήκε μερικά μέτρα οφσάιντ (κι εξηγώ
εδώ το γιατί, καλά να πάθω, πάμε παρακάτω) επανέρχομαι σήμερα με την επανόρθωση.
Όπως είδαμε λοιπόν εχτές,
το άρθρο 4 παρ.3 του Συντάγματος ορίζει ότι "Έλληνες πολίτες είναι όσοι έχουν τα προσόντα που ορίζει ο νόμος". Και είπαμε ότι
κατ' αρχήν αυτό σημαίνει πως το Σύνταγμα παραχωρεί στον κοινό νομοθέτη την εξουσία να καθορίσει με ποια κριτήρια θα αποκτά κάποιος την ελληνική ιθαγένεια. Μέχρις εδώ καλά. Αυτή η εξουσία του νομοθέτη, όμως, ασκείται ανεξέλεγκτα; Αν ας πούμε αύριο περάσει ο νομοθέτης μια διάταξη που θα λέει ότι την ελληνική ιθαγένεια αποκτούν μόνο όσοι έχουν γεννηθεί στην Ελλάδα, από Έλληνες γονείς
και έχουν πράσινα μάτια, αυτή η διάταξη θα είναι συνταγματικά ανεκτή; Προφανώς όχι, διότι όπως επισημαίνει ορθά το Δ' Τμήμα, το άρθρο 4 παρ. 3 θα πρέπει να ερμηνευθεί "υπό το φως
του άρθρου 1 παρ. 3" του Συντάγματος, διότι (λέει πάλι το Δ' Τμήμα)
"η νομιμοποίηση της κρατικής εξουσίας βασίζεται μεν στη βούληση του λαού, αλλά υπάρχει και ασκείται προς το συμφέρον του έθνους" (εδώ θα έπρεπε να λέει "και" του έθνους, αλλά ας είναι).
Και ποιο είναι το συμφέρον του έθνους στην προκειμένη περίπτωση; Εδώ χωράει πολλή συζήτηση, αν καταλαβαίνω καλά όμως την απόφαση του Δ' Τμήματος, "συμφέρον" θεωρείται να μην φαλκιδεύεται η έννοια και η συγκρότηση του έθνους με απονομή ιθαγένειας
μαζικά σε άτομα που δεν έχουν ζωντανό δεσμό με την ελληνική κοινωνία: "Το δίκαιο αυτό... [δεν θα πρέπει] να επιτρέπει την είσοδο στη λαϊκή κοινότητα (λαός) αλλοδαπών προσώπων
χωρίς ουσιαστικό πραγματικό δεσμό με αυτή -ιδίως με την πρόβλεψη
αθρόων πολιτογραφήσεων- εις τρόπον ώστε να συγκροτείται αυθαιρέτως το συνθετικό στοιχείο του Κράτους (λαός) και το ανώτατο όργανο αυτού (λαός- εκλογικό σώμα) και, εν τέλει, να αποσυντίθεται η έννοια του έθνους",
λέει η απόφαση.
Είναι απαραίτητο στο σημείο ετούτο να σημειώσουμε ότι οι επίμαχες διατάξεις, που το Δ' Τμήμα τις έκρινε αντισυνταγματικές, δεν αιωρούνται στο κενό · αποτελούν μέρος ενός νομοθετήματος, συγκεκριμένα του Κώδικα Ελληνικής Ιθαγένειας (Κ.Ε.Ι.), ο οποίος καθορίζει συνολικά το πλαίσιο απονομής ιθαγένειας τόσο σε ημεδαπούς όσο και σε αλλοδαπούς. Και, αν εξετάσουμε τις επίμαχες διατάξεις
ενταγμένες στο πλαίσιό τους, δηλαδή στο σύστημα του Κ.Ε.Ι., εύκολα θα διαπιστώσουμε ότι είναι
εξαιρετικού χαρακτήρα: ο γενικός κανόνας εξακολουθεί να είναι ότι η απόκτηση της ελληνικής ιθαγένειας προϋποθέτει την ύπαρξη ισχυρού δεσμού με το ελληνικό έθνος. Είτε δεσμού αίματος, εφόσον ο Κ.Ε.Ι.
ορίζει πρώτα-πρώτα ότι την ελληνική ιθαγένεια αποκτά "αυτοδίκαια, με τη γέννησή του" το τέκνο Έλληνα ή Ελληνίδας, είτε δεσμών κοινωνικών, πολιτιστικών, οικονομικών και πολιτικών, όπως είδαμε
στο χτεσινό ποστ, που απαιτούνται για την πολιτογράφηση ενηλίκου αλλοδαπού.
Μέσα λοιπόν σε αυτό το γενικό σύστημα ο νομοθέτης, ασκώντας την εξουσία που του έχει εμπιστευθεί το Σύνταγμα, αποφασίζει ότι η άκαμπτη εφαρμογή του κανόνα αναζήτησης ισχυρού δεσμού με το ελληνικό έθνος μπορεί σε ορισμένες περιπτώσεις να οδηγήσει σε ανεπιεικείς καταστάσεις. Και εισάγει μία εξαίρεση στον κανόνα, η οποία αφορά
αποκλειστικά αλλοδαπούς οι οποίοι είτε γεννήθηκαν στην Ελλάδα, είτε ήρθαν σε μικρή ηλικία (και στις δύο περιπτώσεις, δηλαδή, χωρίς δική τους απόφαση -έχει σημασία αυτό),
και στο πρόσωπο των οποίων συντρέχουν ορισμένες -έστω "αμιγώς τυπικές"- προϋποθέσεις. Στις περιπτώσεις αυτές, λοιπόν, ο νομοθέτης καθιερώνει ένα
τεκμήριο ύπαρξης αυτού του ισχυρού δεσμού,
εφόσον -ξαναλέω- συντρέχουν κάποιες προϋποθέσεις, αναγνωρίζοντας το γεγονός ότι, για αυτούς τους (είτε ανήλικους, είτε πάντως νεαρής ηλικίας) αλλοδαπούς έχει δημιουργηθεί ντε φάκτο ένας δεσμός με την ελληνική κοινωνία/την ελληνική έννομη τάξη
ισχυρότερος απ' ό,τι με τη χώρα εθνικής καταγωγής τους (ή με οποιαδήποτε άλλη χώρα).
Φυσικά, αν πιάσουμε μία-μία τις περιπτώσεις αυτών των παιδιών (το
in concreto που λέει το Δ' Τμήμα), μπορεί να βρούμε και εξαιρέσεις της εξαίρεσης. Σίγουρα θα υπάρχουν δηλαδή και νεαροί π.χ. Αλβανοί που πληρούν μεν τις τυπικές προϋποθέσεις του νόμου για να αποκτήσουν την ελληνική ιθαγένεια, χωρίς όμως να νιώθουν ουσιαστικό δεσμό με την Ελλάδα. Στο σημείο αυτό ο νομοθέτης, για λόγους
πολιτικούς και κοινωνικούς, σταθμίζοντας τα έννομα αγαθά που διακυβεύονται, προτιμά να εισάγει μία ρύθμιση ευεργετική, επιεική και εξαιρετικού χαρακτήρα, αντί να εφαρμόσει και εδώ τον γενικό κανόνα. Και εδώ έρχεται το κρίσιμο ερώτημα, που ουσιαστικά απάντησε το Δ' Τμήμα με την απόφασή του: έχει δικαίωμα ο κοινός νομοθέτης, με βάση το Σύνταγμα, να εισάγει αυτήν την εξαιρετική ρύθμιση; Κατά τη γνώμη μου, ναι, αναμφίβολα. Διότι, αν δεχτούμε το αντίθετο, η εξουσία που δίνει το Σύνταγμα με το άρθρο 4 παρ.3 στον νομοθέτη να ορίσει τα κριτήρια απονομής της ελληνικής ιθαγένειας, και η οποία είναι κατ' αρχήν ευρεία, περιορίζεται υπέρμετρα -σε σημείο που το παραδοσιακά θεσμοθετημένο "δίκαιο του αίματος" να αποκτά υπερνομοθετική ισχύ, σχεδόν συνταγματική κατοχύρωση, όπερ άτοπον: αν είχε τέτοια ισχύ, θα έπρεπε να το αναφέρει ρητά το Σύνταγμα. Ο δε δικαστικός έλεγχος της εξουσίας αυτής του νομοθέτη παύει να ενέχει οποιοδήποτε στοιχείο διαφάνειας και εναπόκειται ουσιαστικά στις περί "ουσιαστικού δεσμού με το έθνος" αντιλήψεις του εκάστοτε δικαστή (το ελληνόμετρο που λέγαμε χτες), πράγμα που μας οδηγεί σε σύγχυση μεταξύ νομοθετικής και δικαστικής εξουσίας, όπερ άτοπον επίσης.
Έχει κι άλλα σημεία η απόφαση που εγείρουν ενδιαφέροντα ζητήματα, και πιθανότατα θα χρειαστεί να ξανασχοληθούμε μαζί της. Για την ώρα, πάντως, και με βάση την παραπάνω επιχειρηματολογία, θεωρώ ότι στο ζήτημα των διατάξεων του Ν. 3838/2010 που τροποποιούν τον Κ.Ε.Ι., το Δ' Τμήμα έχει κάνει ένα εντυπωσιακό νομικό ακροβατικό, σαν αποτέλεσμα του οποίου οι προσωπικές περί "έθνους" και "συμφέροντος του έθνους" αντιλήψεις των συγκεκριμένων Συμβούλων προβάλλονται ως αυθεντική ερμηνεία του Συντάγματος. Και εύχομαι και ελπίζω η Ολομέλεια να αποκαταστήσει την συνταγματική τάξη.
.