Πιάνοντάς το από εκεί που το άφησε ο Old boy:
Ναι, λοιπόν, προφανώς δεν είμαστε μόνο εμείς που στραβά αρμενίζουμε. Είναι και ο γιαλός στραβός. Όμως δεν πρόκειται να ισιώσει ούτε με ευχολόγια, ούτε με εξυπνάδες όπως αυτή που αμόλησε ο εκπρόσωπος του Όλι Ρεν, "και ποια είναι δηλαδή αυτή η Standard & Poor's;".
Η σημαντικότερη ίσως παράμετρος αυτής της κατάστασης που ζούμε τον τελευταίο καιρό, όχι μόνο εμείς στην Ελλάδα αλλά σχεδόν όλη η Ευρώπη και ο υπόλοιπος κόσμος, είναι η αδυναμία μας να κατανοήσουμε τους παράξενους μηχανισμούς με τους οποίους λειτουργούν "οι αγορές". Κοντεύει να γίνει κοινή συνείδηση, αν δεν έχει γίνει ήδη, ότι οι περίφημες αγορές είναι κάτι σαν τους σεισμούς ή τις πλημμύρες, ένα φαινόμενο που υπακούει σε δικούς του νόμους και που βρίσκεται από χέρι έξω και πάνω από κάθε δυνατότητα ελέγχου.
Φυσικά και δεν είναι έτσι τα πράγματα. Αυτό το παιχνίδι που παρακολουθούμε με ανοιχτό το στόμα δεν προέκυψε από παρθενογένεση: είναι αποτέλεσμα συγκεκριμένων πολιτικών επιλογών που πραγματοποιήθηκαν σε διεθνές επίπεδο μέσα από μια διαδικασία που κρατάει κάμποσα χρόνια. Διαφορετικές παρτίδες όμως, του ίδιου πάντα παιχνιδιού, παίζονταν όλα αυτά τα χρόνια και αλλού: στην Αϊτή, ας πούμε, που τόσο μας συγκίνησε όταν ισοπεδώθηκε από τον εγκέλαδο αλλά που την είχαμε γραμμένη όσο την ισοπέδωναν "οι αγορές". Στη Γουατεμάλα, στην Ινδία, στο Μπαγκλαντές, στη Ρουάντα -you name it. Όσο όμως το αγγούρι ήταν μακριά από τον δικό μας κώλο, και με το συμπάθειο ε, δεν μας απασχολούσε ιδιαίτερα. Και δεν μιλάω μόνο για μας τους Έλληνες, μιλάω γενικότερα.
Ξαφνικά, όμως, στο αποχαλινωμένο μπιλιάρδο που παίζουν οι αγορές μοιράζοντας τις σπόντες τους σε όλον τον πλανήτη, έτυχε μια σπόντα να κάτσει και σε μας. Εμάς που, όσο είχαμε τη δυνατότητα να δανειζόμαστε φτηνά για να αγοράσουμε (σε τιμή-έκπληξη) το τελευταίας τεχνολογίας κινητό, που το κατασκευάζουν ίσως δωδεκάχρονα παιδιά στην Ταϊβάν για τρεις πεντάρες το μήνα, δεν μας πείραζε το μπιλιάρδο. Μπορεί να μας άρεσε κιόλας να το χαζεύουμε. Τώρα όμως μας πειράζει.
Κι όμως, κανείς δεν μας είχε υποσχεθεί ότι τα πράγματα θα είναι πάντα έτσι, ότι αυτές οι αποχαλινωμένες, αυτόνομα και αυθαίρετα κινούμενες αγορές δεν θα τα βάλουν ποτέ μαζί μας. Εμείς μόνοι μας το είχαμε πιστέψει, μέσα στη γλυκιά αποχαύνωση της υλικής μας ευμάρειας. Η κρίση λοιπόν έρχεται τώρα σαν δίκαιη τιμωρία μας -και δεν μιλάω από ηθική σκοπιά. Μιλάω από πολιτική σκοπιά. Αφού εγκαταλείψαμε την πολιτική, σκέψη και πράξη, αφού αφήσαμε αυτό το παιχνίδι να εξελίσσεται μόνο του όσο παιζόταν μακριά από την πόρτα μας, ήρθε η ώρα το τέρας που κατασκευάσαμε (ή επιτρέψαμε να κατασκευαστεί) να γυρίσει και να μας φάει.
Με λίγα λόγια, ο γιαλός δεν στράβωσε τώρα. Ήταν στραβός από καιρό, κι αν εμείς δεν το είχαμε καταλάβει ήταν γιατί κι εμείς στραβά αρμενίζαμε. Κι αν το χωνέψουμε αυτό κάποια στιγμή, ίσως και να κάνουμε ένα βηματάκι παραπέρα.
.
29 Απρίλιος 2010
26 Απρίλιος 2010
Νεπαλέζικες ιστορίες, μέρος γ'
Είναι 4 τα ξημερώματα. Σβήνω το τσιγάρο, ανάβω τον φακό κεφαλής και βγαίνω έξω. Χαιρετάμε και το ζευγάρι των Γερμανών που παίρνουν το πρωινό τους και ξεκινάμε.
Σήμερα είναι η τελευταία μέρα περπατήματος και συνάμα η πιο μεγάλη. Έχουμε ν' ανέβουμε στα 5.416 μέτρα του Thorong La, και μετά να κατέβουμε στα 3.760 του Muktinath, από την άλλη μεριά -αν όλα πάνε καλά, γύρω στις εννιά ώρες πορεία με σχετικά αργό ρυθμό.

Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής είναι και το πιο δύσκολο, σύμφωνα με τις περιγραφές: μια αρκετά απότομη και παρατεταμένη ανηφόρα, από τα 4.540 μέτρα του Thorong Phedi μέχρι τα 4.925 του High Camp. Ξεκινάμε λοιπόν με αργό βήμα στο μονοπάτι που ανεβαίνει με καγκέλια (παναπεί ζιγκ-ζαγκ) την πλαγιά πάνω από τον ψευτο-οικισμό του Thorong Phedi (δύο lodge όλα κι όλα, το ένα δίπλα στο άλλο). Χτες το μεσημεράκι ανεβήκαμε το ίδιο κομμάτι, αφ' ενός για εγκλιματισμό κι αφ' ετέρου για να το δούμε στο φως της ημέρας, μια που το πρόγραμμα έλεγε ότι θα το περάσουμε νύχτα. Έχω σημαδέψει στο μυαλό μου κάποια σημεία-κλειδιά: στα είκοσι λεπτά το μονοπάτι από χωμάτινο γίνεται σαθρό χαλίκι, άλλα δέκα λεπτά πιο πάνω μπαίνει σ' ένα φαρδύ λούκι και κινείται στη βάση των βράχων της δεξιάς πλευράς, ακόμα δέκα λεπτά και βλέπουμε πλέον το κτίριο του (μοναδικού) ξενώνα στο High Camp.
Καθώς περνάω από το πρώτο σημείο, κοιτάω το ρολόι: είμαστε μέσα στον χρόνο, άρα ο ρυθμός μας είναι όπως χτες, άρα καλά πάμε. Ρίχνω και μια ματιά προς τα πίσω και βλέπω το γαϊτανάκι των φακών κεφαλής που ανεβαίνει φιδογυριστά στην πλαγιά. Ωραία εικόνα.
Ώρα 4:50 φτάνω στο High Camp, και λίγο πίσω μου ακολουθεί ο Ηλίας. Σταματάμε και περιμένουμε τους άλλους, έχουμε συμφωνήσει ότι εδώ θα είναι το πρώτο σημείο ανασυγκρότησης της ομάδας. Κάνει κρύο τσουχτερό, από τον ξενώνα βγαίνουν δυο τύποι και με χαιρετάνε. Αρχικά δεν τους αναγνωρίζω έτσι όπως είναι κουκουλωμένοι με τους σκούφους και τις μπαλακλάβες, μετά καταλαβαίνω ότι είναι το αντρόγυνο των Ισπανών που τρώγαμε παρέα χτες το μεσημέρι. Πολύ συμπαθητικοί. Τους ευχόμαστε καλή ανάβαση, και δίνουμε ραντεβού πιο πάνω.
Πέντε και κάτι φτάνουν η Δώρα με τον Μπιρ. Μπορούμε να συνεχίσουμε, και στο σημείο αυτό ακολουθεί το πιο δύσκολο πέρασμα ολόκληρου του τρεκ: μια εκτεθειμένη πλαγιά που κοιτάει στον Βορρά και κρατάει κάμποσο χιόνι. Πρέπει να την τραβερσάρουμε, παναπεί να την περάσουμε κατά μήκος, και δεν έχουμε μαζί μας ούτε κραμπόν ούτε πιολέ, ούτε καν ένα σχοινί. Το χιόνι λογικά τέτοια ώρα και με τέτοιο κρύο θα είναι παγωμένο, το μονοπάτι είναι στενό, κι η πλαγιά από κάτω έχει κλίση κάμποσες μοίρες, γυαλίζει σαν καθρέφτης και χάνεται μέσα σ' ένα φυσικό χωνί από βράχια, που μάλλον καταλήγει σε κάποια γκρεμίλα. Χμμμμ. Ωστόσο, χτες που εμπιστεύτηκα στον Μπιρ τις ανησυχίες μου για το συγκεκριμένο πέρασμα, αυτός μου απάντησε μ' ένα πλατύ χαμόγελο κι ένα ακόμα πιο πλατύ "no problem"!
Μπαίνει μπροστά ο Ηλίας, κι εγώ από πίσω πατάω ακριβώς στα βήματά του. Με προσοχή περνάμε το χιονισμένο κομμάτι, ευτυχώς το χιόνι είναι πατημένο κι έτσι η παγωνιά δεν το έχει κάνει γυαλί, είχε δίκιο ο Μπιρ, έδειχνε πιο δύσκολο απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα. Ξαναβγαίνουμε στο χώμα και συνεχίζουμε τον ανήφορο.
Πιο πάνω βρίσκουμε κι άλλες χιονούρες, αλλά πλέον έχουμε πάρει το κολάι και τις περνάμε άνετα. Καθώς η μέρα αρχίζει να φωτίζει, πετυχαίνουμε και ομάδες πεζοπόρων που ξεκίνησαν πριν από μας, από το High Camp. Προσπερνάμε τους πιο αργοκίνητους και συνεχίζουμε.
Γύρω στις 7, έχω αποσπαστεί λίγο από τους υπόλοιπους και φτάνω στο τέλος της γαϊδουροανηφόρας. Στα αριστερά η κορυφή Thorung Peak, 6.144 μ., στα δεξιά η κορυφή Yakwakang, 6.482 μ., και στη μέση ανοίγεται το μεγάλο διάσελο του Thorong La. Καθώς χαζεύω το τοπίο, με πλησιάζει ο Σάντζο, ο ένας από τους βαστάζους μας.
- Thorong La, seven thirty.
Ένα μισάωρο ακόμα δηλαδή. Εντάξει, μια χαρά είμαστε. Ο σκοπός του ξεκινήματος άγρια χαράματα ήταν να φτάσουμε επάνω νωρίς, πριν μας προλάβουν οι θυελλώδεις άνεμοι που αρχίζουν να φυσάνε κατά τις 9-10 το πρωί και κάνουν το πέρασμα βασανιστήριο. Απ' ό,τι φαίνεται, μέχρι τις 8 θα έχουμε ανέβει όλοι.
Όμως οι δυσκολίες δεν έχουν τελειώσει. Το εκτεταμένο διάσελο είναι μια μακριά σειρά από ραχούλες. Μετά τις 4-5 πρώτες, η κάθε επόμενη μοιάζει να είναι η τελευταία. Γκαζώνω στην ανηφόρα, άντε να τελειώνουμε, και μόλις την περάσω... αποκαλύπτεται άλλη μία, λίγο πιο πίσω. Και τώρα πια οι ανάσες έχουν γίνει πιο δύσκολες, είμαστε για τα καλά πάνω από τα 5.000 μέτρα υψόμετρο, κάθε είκοσι μέτρα πρέπει να σταθώ για να ξεφουσκώσω. Οι ραχούλες δείχνουν να μην έχουν τελειωμό, όμως ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα σύμπλεγμα από σημαίες προσευχής, που σκεπάζουν μια μεταλλική ταμπέλα. Αυτό είναι! Το ψηλότερο σημείο! Επιτέλους! Και ξαφνικά, τον παγωμένο αέρα σκίζει η κραυγή της εξιλέωσης:

- ΓΑΜΗΜΕΝΟΟΟΟΟ!!!
Είναι 7:40 όταν φτάνω στο πέρασμα, στρίβω ένα τσιγάρο (μιλάμε για πολύ θράσος :-) και χαιρετάω τους Ισπανούς που έχουν φτάσει νωρίτερα και ετοιμάζονται να κατέβουν. Εδώ βρίσκονται και δυο τύποι που δεν έχω ξαναδεί, μάλλον βορειοευρωπαίοι, βλοσυροί και αμίλητοι μοιράζονται μια Toblerone. Γύρω στις 8, κι ενώ έχω αρχίσει να ξυλιάζω, έρχονται και οι υπόλοιποι. Αγκαλιές, φιλιά, συγχαρητήρια. Και συγκίνηση, καθώς ξετυλίγουμε τη σημαία που έχουμε φέρει για να αφήσουμε εδώ, στη μνήμη του Έλληνα ορειβάτη Νίκου Μπούμπαλη που έχασε τη ζωή του πριν δέκα χρόνια στο Island Peak.
Βγάζουμε και μερικές φωτογραφίες, και δρόμο. Δεν είναι για να κάθεσαι πολύ εδώ πάνω, κάνει ψοφόκρυο παρόλο που ακόμα δεν φυσάει και η μέρα είναι ηλιόλουστη. Επιπλέον, μας περιμένει και ο κατήφορος που ναι μεν είναι πιο εύκολος, αλλά είναι πολύ κουραστικός. Από αυτή του τη μεριά το βουνό είναι σαν σεληνιακό τοπίο, απόλυτη ξεραΐλα, σαθρό έδαφος, σκόνη, πέτρες, βράχος.
Πολλές ώρες αργότερα αναπαυόμαστε στο "Himalayan Inn", στο Jomsom (2.720 m.). Τέλος το τρεκ. Μεσολάβησε ο σπαστικός κατήφορος, το φαγητό στο Muktinath και μια αχαρακτήριστη διαδρομή με τζιπ μέσα από έναν χωματόδρομο χειρότερο κι από αυτόν της πρώτης μέρας. Βγάζουμε τις μπότες, η μπόχα είναι απίστευτη, και στο ντους διώχνουμε από πάνω μας ίσαμε δύο κιλά σκόνη ο καθένας.
Παρά την κούραση το ηθικό είναι πολύ υψηλό. Όμως το σήριαλ της Ανναπούρνα έχει ακόμα δυο επεισόδια μέχρι την επιστροφή στην Κατμαντού. Μία πτήση ως την Ποκάρα, κι ένα ταξίδι με λεωφορείο -που τελικά θα αποδειχτούν, ω ναι!, πιο ζόρικα από το περπάτημα...
Σήμερα είναι η τελευταία μέρα περπατήματος και συνάμα η πιο μεγάλη. Έχουμε ν' ανέβουμε στα 5.416 μέτρα του Thorong La, και μετά να κατέβουμε στα 3.760 του Muktinath, από την άλλη μεριά -αν όλα πάνε καλά, γύρω στις εννιά ώρες πορεία με σχετικά αργό ρυθμό.

Το πρώτο κομμάτι της διαδρομής είναι και το πιο δύσκολο, σύμφωνα με τις περιγραφές: μια αρκετά απότομη και παρατεταμένη ανηφόρα, από τα 4.540 μέτρα του Thorong Phedi μέχρι τα 4.925 του High Camp. Ξεκινάμε λοιπόν με αργό βήμα στο μονοπάτι που ανεβαίνει με καγκέλια (παναπεί ζιγκ-ζαγκ) την πλαγιά πάνω από τον ψευτο-οικισμό του Thorong Phedi (δύο lodge όλα κι όλα, το ένα δίπλα στο άλλο). Χτες το μεσημεράκι ανεβήκαμε το ίδιο κομμάτι, αφ' ενός για εγκλιματισμό κι αφ' ετέρου για να το δούμε στο φως της ημέρας, μια που το πρόγραμμα έλεγε ότι θα το περάσουμε νύχτα. Έχω σημαδέψει στο μυαλό μου κάποια σημεία-κλειδιά: στα είκοσι λεπτά το μονοπάτι από χωμάτινο γίνεται σαθρό χαλίκι, άλλα δέκα λεπτά πιο πάνω μπαίνει σ' ένα φαρδύ λούκι και κινείται στη βάση των βράχων της δεξιάς πλευράς, ακόμα δέκα λεπτά και βλέπουμε πλέον το κτίριο του (μοναδικού) ξενώνα στο High Camp.
Καθώς περνάω από το πρώτο σημείο, κοιτάω το ρολόι: είμαστε μέσα στον χρόνο, άρα ο ρυθμός μας είναι όπως χτες, άρα καλά πάμε. Ρίχνω και μια ματιά προς τα πίσω και βλέπω το γαϊτανάκι των φακών κεφαλής που ανεβαίνει φιδογυριστά στην πλαγιά. Ωραία εικόνα.
Ώρα 4:50 φτάνω στο High Camp, και λίγο πίσω μου ακολουθεί ο Ηλίας. Σταματάμε και περιμένουμε τους άλλους, έχουμε συμφωνήσει ότι εδώ θα είναι το πρώτο σημείο ανασυγκρότησης της ομάδας. Κάνει κρύο τσουχτερό, από τον ξενώνα βγαίνουν δυο τύποι και με χαιρετάνε. Αρχικά δεν τους αναγνωρίζω έτσι όπως είναι κουκουλωμένοι με τους σκούφους και τις μπαλακλάβες, μετά καταλαβαίνω ότι είναι το αντρόγυνο των Ισπανών που τρώγαμε παρέα χτες το μεσημέρι. Πολύ συμπαθητικοί. Τους ευχόμαστε καλή ανάβαση, και δίνουμε ραντεβού πιο πάνω.
Πέντε και κάτι φτάνουν η Δώρα με τον Μπιρ. Μπορούμε να συνεχίσουμε, και στο σημείο αυτό ακολουθεί το πιο δύσκολο πέρασμα ολόκληρου του τρεκ: μια εκτεθειμένη πλαγιά που κοιτάει στον Βορρά και κρατάει κάμποσο χιόνι. Πρέπει να την τραβερσάρουμε, παναπεί να την περάσουμε κατά μήκος, και δεν έχουμε μαζί μας ούτε κραμπόν ούτε πιολέ, ούτε καν ένα σχοινί. Το χιόνι λογικά τέτοια ώρα και με τέτοιο κρύο θα είναι παγωμένο, το μονοπάτι είναι στενό, κι η πλαγιά από κάτω έχει κλίση κάμποσες μοίρες, γυαλίζει σαν καθρέφτης και χάνεται μέσα σ' ένα φυσικό χωνί από βράχια, που μάλλον καταλήγει σε κάποια γκρεμίλα. Χμμμμ. Ωστόσο, χτες που εμπιστεύτηκα στον Μπιρ τις ανησυχίες μου για το συγκεκριμένο πέρασμα, αυτός μου απάντησε μ' ένα πλατύ χαμόγελο κι ένα ακόμα πιο πλατύ "no problem"!
Μπαίνει μπροστά ο Ηλίας, κι εγώ από πίσω πατάω ακριβώς στα βήματά του. Με προσοχή περνάμε το χιονισμένο κομμάτι, ευτυχώς το χιόνι είναι πατημένο κι έτσι η παγωνιά δεν το έχει κάνει γυαλί, είχε δίκιο ο Μπιρ, έδειχνε πιο δύσκολο απ' όσο ήταν στην πραγματικότητα. Ξαναβγαίνουμε στο χώμα και συνεχίζουμε τον ανήφορο.
Πιο πάνω βρίσκουμε κι άλλες χιονούρες, αλλά πλέον έχουμε πάρει το κολάι και τις περνάμε άνετα. Καθώς η μέρα αρχίζει να φωτίζει, πετυχαίνουμε και ομάδες πεζοπόρων που ξεκίνησαν πριν από μας, από το High Camp. Προσπερνάμε τους πιο αργοκίνητους και συνεχίζουμε.
Γύρω στις 7, έχω αποσπαστεί λίγο από τους υπόλοιπους και φτάνω στο τέλος της γαϊδουροανηφόρας. Στα αριστερά η κορυφή Thorung Peak, 6.144 μ., στα δεξιά η κορυφή Yakwakang, 6.482 μ., και στη μέση ανοίγεται το μεγάλο διάσελο του Thorong La. Καθώς χαζεύω το τοπίο, με πλησιάζει ο Σάντζο, ο ένας από τους βαστάζους μας.
- Thorong La, seven thirty.
Ένα μισάωρο ακόμα δηλαδή. Εντάξει, μια χαρά είμαστε. Ο σκοπός του ξεκινήματος άγρια χαράματα ήταν να φτάσουμε επάνω νωρίς, πριν μας προλάβουν οι θυελλώδεις άνεμοι που αρχίζουν να φυσάνε κατά τις 9-10 το πρωί και κάνουν το πέρασμα βασανιστήριο. Απ' ό,τι φαίνεται, μέχρι τις 8 θα έχουμε ανέβει όλοι.
Όμως οι δυσκολίες δεν έχουν τελειώσει. Το εκτεταμένο διάσελο είναι μια μακριά σειρά από ραχούλες. Μετά τις 4-5 πρώτες, η κάθε επόμενη μοιάζει να είναι η τελευταία. Γκαζώνω στην ανηφόρα, άντε να τελειώνουμε, και μόλις την περάσω... αποκαλύπτεται άλλη μία, λίγο πιο πίσω. Και τώρα πια οι ανάσες έχουν γίνει πιο δύσκολες, είμαστε για τα καλά πάνω από τα 5.000 μέτρα υψόμετρο, κάθε είκοσι μέτρα πρέπει να σταθώ για να ξεφουσκώσω. Οι ραχούλες δείχνουν να μην έχουν τελειωμό, όμως ξαφνικά βλέπω μπροστά μου ένα σύμπλεγμα από σημαίες προσευχής, που σκεπάζουν μια μεταλλική ταμπέλα. Αυτό είναι! Το ψηλότερο σημείο! Επιτέλους! Και ξαφνικά, τον παγωμένο αέρα σκίζει η κραυγή της εξιλέωσης:
- ΓΑΜΗΜΕΝΟΟΟΟΟ!!!
Είναι 7:40 όταν φτάνω στο πέρασμα, στρίβω ένα τσιγάρο (μιλάμε για πολύ θράσος :-) και χαιρετάω τους Ισπανούς που έχουν φτάσει νωρίτερα και ετοιμάζονται να κατέβουν. Εδώ βρίσκονται και δυο τύποι που δεν έχω ξαναδεί, μάλλον βορειοευρωπαίοι, βλοσυροί και αμίλητοι μοιράζονται μια Toblerone. Γύρω στις 8, κι ενώ έχω αρχίσει να ξυλιάζω, έρχονται και οι υπόλοιποι. Αγκαλιές, φιλιά, συγχαρητήρια. Και συγκίνηση, καθώς ξετυλίγουμε τη σημαία που έχουμε φέρει για να αφήσουμε εδώ, στη μνήμη του Έλληνα ορειβάτη Νίκου Μπούμπαλη που έχασε τη ζωή του πριν δέκα χρόνια στο Island Peak.
Βγάζουμε και μερικές φωτογραφίες, και δρόμο. Δεν είναι για να κάθεσαι πολύ εδώ πάνω, κάνει ψοφόκρυο παρόλο που ακόμα δεν φυσάει και η μέρα είναι ηλιόλουστη. Επιπλέον, μας περιμένει και ο κατήφορος που ναι μεν είναι πιο εύκολος, αλλά είναι πολύ κουραστικός. Από αυτή του τη μεριά το βουνό είναι σαν σεληνιακό τοπίο, απόλυτη ξεραΐλα, σαθρό έδαφος, σκόνη, πέτρες, βράχος.
Πολλές ώρες αργότερα αναπαυόμαστε στο "Himalayan Inn", στο Jomsom (2.720 m.). Τέλος το τρεκ. Μεσολάβησε ο σπαστικός κατήφορος, το φαγητό στο Muktinath και μια αχαρακτήριστη διαδρομή με τζιπ μέσα από έναν χωματόδρομο χειρότερο κι από αυτόν της πρώτης μέρας. Βγάζουμε τις μπότες, η μπόχα είναι απίστευτη, και στο ντους διώχνουμε από πάνω μας ίσαμε δύο κιλά σκόνη ο καθένας.
Παρά την κούραση το ηθικό είναι πολύ υψηλό. Όμως το σήριαλ της Ανναπούρνα έχει ακόμα δυο επεισόδια μέχρι την επιστροφή στην Κατμαντού. Μία πτήση ως την Ποκάρα, κι ένα ταξίδι με λεωφορείο -που τελικά θα αποδειχτούν, ω ναι!, πιο ζόρικα από το περπάτημα...
(συνεχίζεται)
.
Ετικέττες:
Κοπάνες
22 Απρίλιος 2010
Νεπαλέζικες ιστορίες, μέρος β'
Μεγάλη Παρασκευή και γύρω στις 10 το πρωί φτάνουμε στο κεφαλοχώρι της διαδρομής, το Manang. Από εδώ και πέρα τα πράγματα σοβαρεύουν, είμαστε πια σε υψόμετρο 3.540 μέτρων και χρειάζεται προσοχή ώστε να μην μας πιάσει η νόσος του υψομέτρου, μια που κανένας από εμάς δεν έχει ξαναβρεθεί τόσο ψηλά.
Καταλύουμε στο ξενοδοχείο Tilicho, το οποίο αμέσως ξαναβαφτίζουμε σε "τσίλικο", μια που μας προσφέρει αδιανόητες χλιδές για τα στάνταρ του ταξιδιού: ευρύχωρο δωμάτιο, τουαλέτα μέσα στο δωμάτιο (τούρκικη μεν αλλά μέσα), ζεστό νερό στα ντους χωρίς έξτρα χρέωση, ένα τάχαμου German Bakery με μπισκοτάκια, κρουασανάκια και μηλόπιτες, μέχρι και καφέ εσπρέσο (Lavazza περικαλώ)! Εμείς όμως άτεγκτοι, we talk serious business τώρα και δεν είμαστε για να χαλαρώνουμε: πίνουμε ένα τσάι, κοπανάμε και δυο μηλόπιτες στη μέση ("for the middle", που λέει κι ο Ηλίας σε άψογα ελληνονεπαλέζικα) και μετά την κάνουμε για ανάβαση εγκλιματισμού.
Στα μεγάλα υψόμετρα, ένα κόλπο για να προσαρμόζεται καλύτερα ο οργανισμός είναι να κοιμάσαι χαμηλότερα από εκεί που ανέβηκες κατά τη διάρκεια της μέρας (climb high sleep low). Μια που εμείς θα κοιμόμασταν στο Manang, για να δουλέψει το κόλπο έπρεπε να ανέβουμε ψηλότερα και να ξανακατέβουμε. Έτσι, από τις τέσσερις-πέντε διαδρομές που προσφέρει το χωριό, διαλέγουμε να επισκεφτούμε την gompa Praken, που τη βλέπουμε κιόλας κρεμασμένη σε μια πλαγιά στα βόρεια, σε υψόμετρο περίπου 4.000 μέτρων. Ο οδηγός μας ο Μπιρ μας εξηγεί ότι μια gompa είναι κάτι σαν ασκηταριό, όπου ασκητεύει ένας λάμα: ο συγκεκριμένος έχει ηλικία 94 ετών (!) και βρίσκεται εδώ τα τελευταία 41 χρόνια (!).
Μια και δυο λοιπόν παίρνουμε το μονοπάτι που οδηγεί κατά την gompa και μετά από περίπου μιάμιση ώρα σχετικά κοπιαστικής ανάβασης φτάνουμε στο μικρό πλάτωμα της πλαγιάς που τη φιλοξενεί. Η θέα από εδώ πάνω είναι καταπληκτική και το πανόραμα των βόρειων κορυφών της Αναπούρνα απλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Τραβάμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και μετά περνάμε στα ενδότερα: μια που ήρθαμε εδώ πάνω, αμαρτία είναι να μην επισκεφτούμε και τον λάμα, έτσι δεν είναι;
Βγάζουμε παπούτσια, το λοιπόν, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης, και μπαίνουμε σε ένα μικρό δωμάτιο σαν σπηλιά. Καθόλου δεν του φαίνονται του λάμα τα 94 χρονάκια του. Έχει ένα εξαιρετικό μπρούτζινο χρώμα, προφανώς από τον ήλιο που βαράει ανελέητα, και μια απίστευτη αταραξία στο πρόσωπο. Κι εδώ που τα λέμε, τι να τον ταράξει εδώ πάνω; Ο τύπος τη βγάζει με προσευχή και μεντιτέισον, μαμ-κακά και νάνι, και εμφανώς δεν έχει ακούσει ποτέ του για τα σπρεντς ας πούμε. Καθόμαστε σε κάτι χαμηλούς πάγκους, ελαφρώς αμήχανοι μια που δεν ξέρουμε τι προβλέπει το πρωτόκολλο για την περίσταση, και περιμένουμε. Ο λάμα κάποια στιγμή διακόπτει την προσευχή του και μας καλεί έναν-έναν κοντά του. Γονατίζουμε με σεβασμό, μας περνάει στο λαιμό κάτι πολύχρωμα κορδονάκια και σε εξαιρετική αγγλονεπαλέζικη εσπεράντο μας εξηγεί ότι είναι φυλαχτά που θα μας φέρουν good luck για να περάσουμε το Thorong La. Μας αγγίζει το κεφάλι με το βιβλίο των προσευχών, δεμένο με ξύλο σκαλιστό παρακαλώ, και μας στέλνει στην ευχή του Βούδα.
Όσο να ολοκληρωθεί το τελετουργικό, μια κυρία απροσδιορίστου ηλικίας που μένει μαζί με τον λάμα, του μαγειρεύει και τον φροντίζει, μας προσφέρει τσάι -ωραιότατο, πρέπει να πω. Πίνουμε το τσάι μας ήσυχα χαζεύοντας τη διακόσμηση, που περιλαμβάνει πολλές φωτογραφίες δυτικών πεζοπόρων και ορειβατών, και μετά ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Προηγουμένως, αφήνουμε το κατιτίς μας: από εκατό ρουπίες έκαστος.
Στην επιστροφή ο δρόμος είναι κατηφορικός και έχουμε όρεξη (και ανάσα) για να σχολιάσουμε. Πλάκα πλάκα, μπορεί εκατό ρουπίες να είναι περίπου ένα ευρώ, όμως εδώ πάνω τις εποχές που το τρεκ μαζεύει πολύ κόσμο μπορεί να ανεβαίνουν και διακόσια άτομα τη μέρα. Διακόσια ευρώ, δεν είναι κι άσχημο μεροκάματο!
- Φαντάσου ρε συ, να μπεις στο διπλανό δωμάτιο και να δεις μια τηλεόραση πλάσμα 42 ιντσών, δυο-τρία ερκοντίσιον και κάνα πλεϋστέισον! Ρε μπας και μας δουλεύουν οι Νεπαλέζοι;
Όμως ο Μπιρ μας εξηγεί ότι οι βουδιστές μοναχοί και οι λάμα δεν πρέπει να δουλεύουν, τα δε μοναστήρια τους δεν έχουν δική τους περιουσία. Ζουν από τις προσφορές της κοινότητας και τις δωρεές προσκυνητών και επισκεπτών όπως εμείς. Από τα χρήματα που μαζεύει, ο λάμα μας κρατάει όσα χρειάζεται για να καλύψει τις δικές του (προφανώς ελάχιστες) ανάγκες και τα υπόλοιπα τα στέλνει στο μοναστήρι από το οποίο προέρχεται, κάπου μακριά από εδώ, για να συντηρηθούν οι μοναχοί.
Άντε τώρα να του εξηγήσεις ότι στην Ελλάδα έχουμε μοναστήρια που είναι πρώτες φίρμες στο real estate και κάνουνε μπίζνες με αγοραπωλησίες λιμνών, εγκαταστάσεις γκολφ και πεντάστερα ξενοδοχεία σε οικόπεδα-φιλέτα... Εδώ το πολιτιστικό χάσμα αποδεικνύεται αγεφύρωτο. Οπότε πείθουμε τον Ηλία να μην αναφέρει το Βατοπέδι, άσε ρε συ μην τους δίνουμε ιδέες και τους χαλάσουμε κι αυτούς, και κατηφορίζουμε ήσυχα ήσυχα για να είμαστε στην ώρα μας για το μεσημεριανό μας πιλάφι.
Καταλύουμε στο ξενοδοχείο Tilicho, το οποίο αμέσως ξαναβαφτίζουμε σε "τσίλικο", μια που μας προσφέρει αδιανόητες χλιδές για τα στάνταρ του ταξιδιού: ευρύχωρο δωμάτιο, τουαλέτα μέσα στο δωμάτιο (τούρκικη μεν αλλά μέσα), ζεστό νερό στα ντους χωρίς έξτρα χρέωση, ένα τάχαμου German Bakery με μπισκοτάκια, κρουασανάκια και μηλόπιτες, μέχρι και καφέ εσπρέσο (Lavazza περικαλώ)! Εμείς όμως άτεγκτοι, we talk serious business τώρα και δεν είμαστε για να χαλαρώνουμε: πίνουμε ένα τσάι, κοπανάμε και δυο μηλόπιτες στη μέση ("for the middle", που λέει κι ο Ηλίας σε άψογα ελληνονεπαλέζικα) και μετά την κάνουμε για ανάβαση εγκλιματισμού.
Στα μεγάλα υψόμετρα, ένα κόλπο για να προσαρμόζεται καλύτερα ο οργανισμός είναι να κοιμάσαι χαμηλότερα από εκεί που ανέβηκες κατά τη διάρκεια της μέρας (climb high sleep low). Μια που εμείς θα κοιμόμασταν στο Manang, για να δουλέψει το κόλπο έπρεπε να ανέβουμε ψηλότερα και να ξανακατέβουμε. Έτσι, από τις τέσσερις-πέντε διαδρομές που προσφέρει το χωριό, διαλέγουμε να επισκεφτούμε την gompa Praken, που τη βλέπουμε κιόλας κρεμασμένη σε μια πλαγιά στα βόρεια, σε υψόμετρο περίπου 4.000 μέτρων. Ο οδηγός μας ο Μπιρ μας εξηγεί ότι μια gompa είναι κάτι σαν ασκηταριό, όπου ασκητεύει ένας λάμα: ο συγκεκριμένος έχει ηλικία 94 ετών (!) και βρίσκεται εδώ τα τελευταία 41 χρόνια (!).
Μια και δυο λοιπόν παίρνουμε το μονοπάτι που οδηγεί κατά την gompa και μετά από περίπου μιάμιση ώρα σχετικά κοπιαστικής ανάβασης φτάνουμε στο μικρό πλάτωμα της πλαγιάς που τη φιλοξενεί. Η θέα από εδώ πάνω είναι καταπληκτική και το πανόραμα των βόρειων κορυφών της Αναπούρνα απλώνεται μπροστά στα μάτια μας. Τραβάμε τις απαραίτητες φωτογραφίες και μετά περνάμε στα ενδότερα: μια που ήρθαμε εδώ πάνω, αμαρτία είναι να μην επισκεφτούμε και τον λάμα, έτσι δεν είναι;
Βγάζουμε παπούτσια, το λοιπόν, σηκώνοντας σύννεφα σκόνης, και μπαίνουμε σε ένα μικρό δωμάτιο σαν σπηλιά. Καθόλου δεν του φαίνονται του λάμα τα 94 χρονάκια του. Έχει ένα εξαιρετικό μπρούτζινο χρώμα, προφανώς από τον ήλιο που βαράει ανελέητα, και μια απίστευτη αταραξία στο πρόσωπο. Κι εδώ που τα λέμε, τι να τον ταράξει εδώ πάνω; Ο τύπος τη βγάζει με προσευχή και μεντιτέισον, μαμ-κακά και νάνι, και εμφανώς δεν έχει ακούσει ποτέ του για τα σπρεντς ας πούμε. Καθόμαστε σε κάτι χαμηλούς πάγκους, ελαφρώς αμήχανοι μια που δεν ξέρουμε τι προβλέπει το πρωτόκολλο για την περίσταση, και περιμένουμε. Ο λάμα κάποια στιγμή διακόπτει την προσευχή του και μας καλεί έναν-έναν κοντά του. Γονατίζουμε με σεβασμό, μας περνάει στο λαιμό κάτι πολύχρωμα κορδονάκια και σε εξαιρετική αγγλονεπαλέζικη εσπεράντο μας εξηγεί ότι είναι φυλαχτά που θα μας φέρουν good luck για να περάσουμε το Thorong La. Μας αγγίζει το κεφάλι με το βιβλίο των προσευχών, δεμένο με ξύλο σκαλιστό παρακαλώ, και μας στέλνει στην ευχή του Βούδα.
Όσο να ολοκληρωθεί το τελετουργικό, μια κυρία απροσδιορίστου ηλικίας που μένει μαζί με τον λάμα, του μαγειρεύει και τον φροντίζει, μας προσφέρει τσάι -ωραιότατο, πρέπει να πω. Πίνουμε το τσάι μας ήσυχα χαζεύοντας τη διακόσμηση, που περιλαμβάνει πολλές φωτογραφίες δυτικών πεζοπόρων και ορειβατών, και μετά ετοιμαζόμαστε να φύγουμε. Προηγουμένως, αφήνουμε το κατιτίς μας: από εκατό ρουπίες έκαστος.
Στην επιστροφή ο δρόμος είναι κατηφορικός και έχουμε όρεξη (και ανάσα) για να σχολιάσουμε. Πλάκα πλάκα, μπορεί εκατό ρουπίες να είναι περίπου ένα ευρώ, όμως εδώ πάνω τις εποχές που το τρεκ μαζεύει πολύ κόσμο μπορεί να ανεβαίνουν και διακόσια άτομα τη μέρα. Διακόσια ευρώ, δεν είναι κι άσχημο μεροκάματο!
- Φαντάσου ρε συ, να μπεις στο διπλανό δωμάτιο και να δεις μια τηλεόραση πλάσμα 42 ιντσών, δυο-τρία ερκοντίσιον και κάνα πλεϋστέισον! Ρε μπας και μας δουλεύουν οι Νεπαλέζοι;
Όμως ο Μπιρ μας εξηγεί ότι οι βουδιστές μοναχοί και οι λάμα δεν πρέπει να δουλεύουν, τα δε μοναστήρια τους δεν έχουν δική τους περιουσία. Ζουν από τις προσφορές της κοινότητας και τις δωρεές προσκυνητών και επισκεπτών όπως εμείς. Από τα χρήματα που μαζεύει, ο λάμα μας κρατάει όσα χρειάζεται για να καλύψει τις δικές του (προφανώς ελάχιστες) ανάγκες και τα υπόλοιπα τα στέλνει στο μοναστήρι από το οποίο προέρχεται, κάπου μακριά από εδώ, για να συντηρηθούν οι μοναχοί.
Άντε τώρα να του εξηγήσεις ότι στην Ελλάδα έχουμε μοναστήρια που είναι πρώτες φίρμες στο real estate και κάνουνε μπίζνες με αγοραπωλησίες λιμνών, εγκαταστάσεις γκολφ και πεντάστερα ξενοδοχεία σε οικόπεδα-φιλέτα... Εδώ το πολιτιστικό χάσμα αποδεικνύεται αγεφύρωτο. Οπότε πείθουμε τον Ηλία να μην αναφέρει το Βατοπέδι, άσε ρε συ μην τους δίνουμε ιδέες και τους χαλάσουμε κι αυτούς, και κατηφορίζουμε ήσυχα ήσυχα για να είμαστε στην ώρα μας για το μεσημεριανό μας πιλάφι.
(συνεχίζεται)
.
.
Ετικέττες:
Κοπάνες
Φωτογραφίες...
...πολλές φωτογραφίες, για τους οπτικούς τύπους. Εδώ. Θέλουν ακόμα δουλειά (π.χ. λεζάντες), αλλά σιγά-σιγά...
.
.
Ετικέττες:
Κοπάνες
20 Απρίλιος 2010
Νεπαλέζικες ιστορίες, μέρος α'
Κυριακή 28 Μαρτίου, μεσημέρι, και βρισκόμαστε στη μικρή πόλη της Μπεσισαχάρ, προβλεπόμενη αφετηρία της πεζοπορικής μας διαδρομής. Όμως ο Μπιρ, ο Νεπαλέζος οδηγός βουνού που μας συνοδεύει, λέει ότι το κομμάτι που έχουμε προγραμματίσει να κάνουμε σήμερα από τη Μπεσισαχάρ μέχρι το χωριό Μπούλμπουλε δεν είναι πια μονοπάτι, έχει γίνει χωματόδρομος και θα πρέπει να περπατάμε δίπλα σε τζιπ και λεωφορεία. Μήπως προτιμάμε καλύτερα να πάρουμε το τοπικό λεωφορείο; Το συζητάμε λίγο μεταξύ μας: είναι μεσημέρι, κάνει ζέστη, έχουμε ζαβλακωθεί από το εξάωρο ταξίδι από την Κατμαντού με το τζιπ, κι η προοπτική να περπατήσουμε για τρεις ώρες σε γυμνό χωματόδρομο με τα μηχανοκίνητα να μας λούζουν στη σκόνη δεν φαίνεται και πολύ ελκυστική.
Ωραία, λοιπόν, ας πάρουμε το local bus. Γραμμή για την αφετηρία των λεωφορείων, ένα ξεροχώραφο στην άκρη της μικρής πόλης με μια παράγκα που παριστάνει το εκδοτήριο εισιτηρίων και τρία-τέσσερα προπολεμικά σαράβαλα ινδικής κατασκευής, με καμιά δεκαπενταριά θέσεις το καθένα, που μάτι μηχανικού δεν τα έχει δει τα τελευταία εξήντα χρόνια και που εκτελούν το δρομολόγιο ("εκτελούν" στη κυριολεξία). Βγάζουμε εισιτήρια, πετάμε τα σακίδια στη γαλαρία και απλωνόμαστε στα καθίσματα. Μετά από λίγο η μαούνα βάζει μπρος και ξεκινάμε.
Ένα τέταρτο αργότερα έχουμε αρχίσει να το σκεφτόμαστε, μήπως θα ήταν τελικά προτιμότερο να πάμε με τα πόδια; Ο χωματόδρομος έχει χάλια αδιανόητα, οι νεροφαγιές έχουν μέγεθος χαράδρας, τα σαμαράκια μέγεθος λόφου, και δίπλα χάσκει ο γκρεμός. Στην Ελλάδα δεν θα περνούσε ούτε τρακτέρ, μόνο τα ερπυστριοφόρα της πυροσβεστικής σε περίπτωση πυρκαγιάς, εδώ όμως ο Νεπαλέζος ΚΤΕΛατζής δεν καταλαβαίνειΧριστό Βούδα: έχει καρφώσει την πρώτη στο κιβώτιο και ροβολάει στα κατσάβραχα περνώντας ξυστά από τους γκρεμούς και πέφτοντας σε όλες ανεξαιρέτως τις λακκούβες, μάλλον για να μη χαλάσει το κάρμα. Στο μεταξύ νιώθω τους σπονδύλους μου να χοροπηδάνε προς όλες τις κατευθύνσεις, κι από πάνω ο οδηγός έχει τσιτώσει το ραδιόφωνο και μερακλώνει με νεπαλέζικα σουξέ. Τρελό κέφι.
Ξαφνικά το λεωφορείο σταματάει απότομα κι από το πουθενά εμφανίζονται δυο γυναίκες με παραδοσιακές πολύχρωμες φορεσιές, που κουβαλάνε δυο μεγάλα τσουβάλια και διάφορες νάιλον σακουλίτσες. Ανεβαίνουν, στριμωχνόμαστε για να κάτσουν και συνεχίζουμε. Σε ένα λεπτό εμφανίζεται και ο εισπράκτορας, που είχαμε να τον δούμε από την αφετηρία: ένας πιτσιρικάς όχι πάνω από έντεκα χρονών, αλλά διαβόλου κάλτσα. Για την ακρίβεια, στην αρχή εμφανίζεται η δεξιά του σαγιονάρα να πατάει στο γείσο του παραθύρου της αριστερής πλευράς. Μετά σκάει μύτη η άλλη σαγιονάρα, και μετά ο υπόλοιπος: ο αθεόφοβος ήταν σκαρφαλωμένος στη σκεπή του λεωφορείου, και μόλις είδε τις καινούργιες επιβάτισσες έσπευσε με ευκινησία μαϊμούς, κάνοντας καταρρίχηση με το λεωφορείο σε κίνηση και τα γκρέμια από δίπλα.
Είναι γεννημένος έμπορας ο μικρός, κι επιπλέον μεγάλο λαμόγιο: στέκεται πάνω από τις νεοφερμένες με ένα μάτσο ρουπίες στο χέρι και τους μιλάει δυνατά και γρήγορα, περιμένοντας να εισπράξει τα ναύλα. Η μία κάνει να του τσιμπήσει το μάγουλο, όμως αυτός δεν μασάει από αβρότητες. Αποτραβιέται ελάχιστα και περιμένει, ρίχνοντας και μια ματιά πίσω, μην τυχόν και του έχει ξεφύγει κανένας τζαμπατζής. Μόλις παίρνει το παραδάκι, εκμεταλλεύεται μια στιγμιαία αφηρημάδα της μιας αγρότισσας και εξαφανίζεται σκαρφαλώνοντας σαν αστραπή στη σκεπή, χωρίς να της δώσει τα ρέστα!
Καθώς η διαδρομή συνεχίζεται αργά και βασανιστικά, με μέση ωριαία ταχύτητα όχι πάνω από δέκα χιλιόμετρα, εμείς έχουμε βογκήξει από το ταρακούνημα και το σκηνικό με τον πιτσιρικά εισπράκτορα να κάνει αναρρίχηση-καταρρίχηση από τη σκεπή μέσα και ξανά στη σκεπή επαναλαμβάνεται άλλες δυο φορές με καινούργιους επιβάτες. Στην τελευταία στάση οι δυο αγρότισσες κατεβαίνουν, η μία θυμάται τα ρέστα της που δεν τα πήρε και βάζει τις φωνές στον οδηγό, όμως αυτός δεν αφήνει τα τσάκρα του να χολοσκάσουν, κάνει τον Κινέζο και συνεχίζει. Εμείς από μέσα παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, σχολιάζουμε στα ελληνικά και γελάμε.
Τελικά, στη μια ώρα επάνω κι ενώ τα κοκαλάκια μας έχουν γίνει φραπές από το πολύ κοπάνημα φτάνουμε σ' ένα τρίστρατο με μια παράγκα στην άκρη. Αριστερά ο δρόμος συνεχίζει για το Συάντζε, όμως εμείς κατεβαίνουμε εδώ. Επιτέλους. Ξεφορτώνουμε τα σακίδια και τεντωνόμαστε, προσπαθώντας να επαναφέρουμε τους σκελετούς μας στην κανονική τους θέση, ενώ το λεωφορείο ξαναβάζει μπρος και φεύγει μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης και μαύρης καπνιάς. Ουφ, τη γλιτώσαμε. Είμαστε στο Μπούλμπουλε, εδώ θα διασχίσουμε για πρώτη φορά τον ποταμό (από κρεμαστή γέφυρα, την πρώτη από τις αμέτρητες της διαδρομής μας) και θα διανυκτερεύσουμε.
Πού να ξέραμε τι άλλο μας περιμένει στη συνέχεια...
Ωραία, λοιπόν, ας πάρουμε το local bus. Γραμμή για την αφετηρία των λεωφορείων, ένα ξεροχώραφο στην άκρη της μικρής πόλης με μια παράγκα που παριστάνει το εκδοτήριο εισιτηρίων και τρία-τέσσερα προπολεμικά σαράβαλα ινδικής κατασκευής, με καμιά δεκαπενταριά θέσεις το καθένα, που μάτι μηχανικού δεν τα έχει δει τα τελευταία εξήντα χρόνια και που εκτελούν το δρομολόγιο ("εκτελούν" στη κυριολεξία). Βγάζουμε εισιτήρια, πετάμε τα σακίδια στη γαλαρία και απλωνόμαστε στα καθίσματα. Μετά από λίγο η μαούνα βάζει μπρος και ξεκινάμε.
Ένα τέταρτο αργότερα έχουμε αρχίσει να το σκεφτόμαστε, μήπως θα ήταν τελικά προτιμότερο να πάμε με τα πόδια; Ο χωματόδρομος έχει χάλια αδιανόητα, οι νεροφαγιές έχουν μέγεθος χαράδρας, τα σαμαράκια μέγεθος λόφου, και δίπλα χάσκει ο γκρεμός. Στην Ελλάδα δεν θα περνούσε ούτε τρακτέρ, μόνο τα ερπυστριοφόρα της πυροσβεστικής σε περίπτωση πυρκαγιάς, εδώ όμως ο Νεπαλέζος ΚΤΕΛατζής δεν καταλαβαίνει
Ξαφνικά το λεωφορείο σταματάει απότομα κι από το πουθενά εμφανίζονται δυο γυναίκες με παραδοσιακές πολύχρωμες φορεσιές, που κουβαλάνε δυο μεγάλα τσουβάλια και διάφορες νάιλον σακουλίτσες. Ανεβαίνουν, στριμωχνόμαστε για να κάτσουν και συνεχίζουμε. Σε ένα λεπτό εμφανίζεται και ο εισπράκτορας, που είχαμε να τον δούμε από την αφετηρία: ένας πιτσιρικάς όχι πάνω από έντεκα χρονών, αλλά διαβόλου κάλτσα. Για την ακρίβεια, στην αρχή εμφανίζεται η δεξιά του σαγιονάρα να πατάει στο γείσο του παραθύρου της αριστερής πλευράς. Μετά σκάει μύτη η άλλη σαγιονάρα, και μετά ο υπόλοιπος: ο αθεόφοβος ήταν σκαρφαλωμένος στη σκεπή του λεωφορείου, και μόλις είδε τις καινούργιες επιβάτισσες έσπευσε με ευκινησία μαϊμούς, κάνοντας καταρρίχηση με το λεωφορείο σε κίνηση και τα γκρέμια από δίπλα.
Είναι γεννημένος έμπορας ο μικρός, κι επιπλέον μεγάλο λαμόγιο: στέκεται πάνω από τις νεοφερμένες με ένα μάτσο ρουπίες στο χέρι και τους μιλάει δυνατά και γρήγορα, περιμένοντας να εισπράξει τα ναύλα. Η μία κάνει να του τσιμπήσει το μάγουλο, όμως αυτός δεν μασάει από αβρότητες. Αποτραβιέται ελάχιστα και περιμένει, ρίχνοντας και μια ματιά πίσω, μην τυχόν και του έχει ξεφύγει κανένας τζαμπατζής. Μόλις παίρνει το παραδάκι, εκμεταλλεύεται μια στιγμιαία αφηρημάδα της μιας αγρότισσας και εξαφανίζεται σκαρφαλώνοντας σαν αστραπή στη σκεπή, χωρίς να της δώσει τα ρέστα!
Καθώς η διαδρομή συνεχίζεται αργά και βασανιστικά, με μέση ωριαία ταχύτητα όχι πάνω από δέκα χιλιόμετρα, εμείς έχουμε βογκήξει από το ταρακούνημα και το σκηνικό με τον πιτσιρικά εισπράκτορα να κάνει αναρρίχηση-καταρρίχηση από τη σκεπή μέσα και ξανά στη σκεπή επαναλαμβάνεται άλλες δυο φορές με καινούργιους επιβάτες. Στην τελευταία στάση οι δυο αγρότισσες κατεβαίνουν, η μία θυμάται τα ρέστα της που δεν τα πήρε και βάζει τις φωνές στον οδηγό, όμως αυτός δεν αφήνει τα τσάκρα του να χολοσκάσουν, κάνει τον Κινέζο και συνεχίζει. Εμείς από μέσα παρακολουθούμε τα τεκταινόμενα, σχολιάζουμε στα ελληνικά και γελάμε.
Τελικά, στη μια ώρα επάνω κι ενώ τα κοκαλάκια μας έχουν γίνει φραπές από το πολύ κοπάνημα φτάνουμε σ' ένα τρίστρατο με μια παράγκα στην άκρη. Αριστερά ο δρόμος συνεχίζει για το Συάντζε, όμως εμείς κατεβαίνουμε εδώ. Επιτέλους. Ξεφορτώνουμε τα σακίδια και τεντωνόμαστε, προσπαθώντας να επαναφέρουμε τους σκελετούς μας στην κανονική τους θέση, ενώ το λεωφορείο ξαναβάζει μπρος και φεύγει μέσα σ' ένα σύννεφο σκόνης και μαύρης καπνιάς. Ουφ, τη γλιτώσαμε. Είμαστε στο Μπούλμπουλε, εδώ θα διασχίσουμε για πρώτη φορά τον ποταμό (από κρεμαστή γέφυρα, την πρώτη από τις αμέτρητες της διαδρομής μας) και θα διανυκτερεύσουμε.
Πού να ξέραμε τι άλλο μας περιμένει στη συνέχεια...
(ε ναι, προφανώς συνεχίζεται)
.
Ετικέττες:
Δίκαιο Μεταφορών,
Κοπάνες
16 Απρίλιος 2010
Και του χρόνου σπίτι του
Διακόπτουμε την κανονική ροή του προγράμματός μας από νεπαλέζικες επιτυχίες για να ασχοληθούμε με ένα θεματάκι που ναι μεν δεν είναι της τρέχουσας επικαιρότητας, αλλά πρέπει να το βάλουμε σιγά σιγά στα προσεχώς.
Διαβάζω στη χτεσινή Lifo και στην πολύ καλή στήλη του Δημήτρη Ρηγόπουλου "Urban Lab" το εξής σχολιάκι: "να ετοιμαζόμαστε για δύο υποψηφίους της Κεντροδεξιάς στην Αθήνα στις δημοτικές του Οκτωβρίου / Κακλαμάνης ο ένας και Σπηλιωτόπουλος από την άλλη;"
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που κυκλοφορεί αυτό το σενάριο, έχει ξανακουστεί κι απ' ό,τι φαίνεται οι πιθανότητες να παίξει και στην πραγματικότητα είναι πολλές. Βέβαια μέχρι τις δημοτικές εκλογές μεσολαβεί ένα γεμάτο εξάμηνο, οπότε πολλά μπορεί να συμβούν, αλλά δεν είναι κακό να πούμε κάποια πράγματα από τώρα.
Τον Κακλαμάνη τον θυμάμαι στην προεκλογική περίοδο των προηγούμενων δημοτικών εκλογών, σε κάποιο τηλεοπτικό ντιμπέιτ κόντρα στον Σκανδαλίδη, να κουβαλάει μαζί του ένα ογκώδες ντοσιέ, να κάθεται μπροστά στην κάμερα με αυτοπεποίθηση, και με το ύφος του καλού και διαβασμένου μαθητή να απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις αραδιάζοντας νούμερα, στοιχεία και επιχειρήματα. Δεν ήταν δύσκολο να κερδίσει κατά κράτος τις εντυπώσεις από τον Σκανδαλίδη, ο οποίος, με αυτό το ύφος συνοικιακού μπακάλη που έχει από φυσικού του και το ανάλογο λέγειν, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να τα βάλει με το σπασικλάκι της τάξης και της πολιτικής -και μάλιστα σ' έναν δήμο που παραδοσιακά επιλέγει δημάρχους από τον χώρο της δεξιάς, κι ακόμα περισσότερο σε μια εποχή που η ΝουΔούλα μεσουρανούσε ενώ το ΠΑΣΟΚ ήταν ξαπλωμένο στο κανναβάτσο και μάζευε τα κομμάτια του. Τη συνέχεια την ξέρουμε όλοι -τη ζούμε άλλωστε πολλοί από εμάς καθημερινά.
Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο Νικήτας διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο του χειρότερου Δημάρχου που έχει περάσει από την πόλη τα τελευταία χρόνια, ιδίως αν σκεφτεί κανείς το επίπεδο του ανταγωνισμού: οι προκάτοχοί του, η Ντόρα κι ο Αβραμόπουλος δηλαδή, μπορεί να διακρίθηκαν ιδιαίτερα στο πεδίο των δημοσίων σχέσεων, μπορεί να γέμισαν την Αθήνα με καγκελάκια, κολωνάκια, καλαθάκια, μπορεί να έβγαζαν κάθε Χριστούγεννα τη μεζούρα για να μετρήσουν το ψηλότερο Δέντρο της Ευρώπης, αλλά για την καθημερινότητα της Πόλης και του Πολίτη έκαναν ελάχιστα -για να μην πω ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, έγιναν βήματα προς τα πίσω και όχι προς τα εμπρός.
Βέβαια οι συγκεκριμένοι δύο αντιμετώπιζαν τον Δήμο σαν εφαλτήριο για υψηλότερα πόστα, τα οποία τελικώς δεν τους πολυκάθισαν, οπότε ήταν αναμενόμενο να μην ασχοληθούν ιδιαίτερα με την ουσία και να προτιμήσουν τις λεπτές πινελιές που θα τους επέτρεπαν να φιλοτεχνήσουν ένα πιο ηγετικό προφίλ. Το παράδοξο στην όλη ιστορία είναι η επιμονή των δημοτών της Αθήνας που, αφού την πάτησαν την πρώτη φορά με τον Αβραμόπουλο, την ξαναπάτησαν με τον ίδιο. Κι αφού είχαν ήδη δει το έργο μια φορά, το ξαναείδαν με τη Ντόρα.
Ο Νικήτας όμως ξεκίνησε με άλλες προϋποθέσεις. Ενώ οι προκάτοχοί του έκαναν το αγροτικό τους στο Δήμο περιμένοντας να μεταπηδήσουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, αυτός ακολούθησε την αντίστροφη διαδρομή: έφυγε από το δύσκολο υπουργείο Υγείας και πέρασε στην αυτοδιοίκηση, σε ένα τιμητικό πόστο στο οποίο θα μπορούσε να ολοκληρώσει την πολιτική του σταδιοδρομία αξιοπρεπώς.
Και τα έκανε σκατά.
Πέρα από τη χαοτική εικόνα της πόλης που τη ζούμε καθημερινά, ο Νικήτας έχει να επιδείξει στην τετραετία της θητείας του μια αλαζονεία και μια αμετροέπεια που έρχονται σε αντίθεση με το νηφάλιο στυλάκι του καλού και μειλίχιου μαθητή, το οποίο έκανε τόσα χρόνια να τελειοποιήσει. Οι εκρήξεις της οργής του, ιδίως στην περίπτωση της Διπλής Ανάπλασης και του γηπέδου στον Βοτανικό, αποκάλυψαν έναν άθλιο χαρακτήρα και μια νοοτροπία ολοκληρωτισμού η οποία, ακόμα και για λόγους καθαρά συμβολικούς και αισθητικούς, πρέπει να αποδοκιμαστεί.
Και εν τέλει, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: ο Νικήτας δεν είναι καινούργιος στην πολιτική. Έχει πίσω του μια πορεία τόσων χρόνων, έχει περάσει από κάποια αξιόλογα πόστα, κι ωστόσο όποιος προσπαθήσει να κάνει μια αντικειμενική αποτίμηση του έργου του θα καταλήξει με ελάχιστα πράγματα. Εάν είχε όραμα, αν είχε δυνατότητες, κάτι θα είχαμε δει τόσα χρόνια. Δεν έχει ο άνθρωπος, τι να κάνουμε. Είναι καιρός να πάει στο σπιτάκι του: όχι ότι αποκλείεται να μας τύχει κανένας χειρότερος, αλλά εν πάση περιπτώσει από αυτόν ό,τι ήτανε να δούμε το είδαμε.
Τώρα, αν με ζορίσετε λιγάκι, θα σας πω ότι προτιμώ χίλιες φορές τον Νικήτα να τον στείλει σπίτι του ο Δήμος της Αθήνας, αυτοβούλως και με δυο λεβέντικα και ξεγυρισμένα φάσκελα στην κάλπη, παρά τα εσωκομματικά τριβόλια της αξιωματικής αντιπολίτευσης... Αλλά επειδή το έργο το έχουμε ξαναδεί, κι επειδή η πολιτική μας συμπεριφορά διακρίνεται από έναν sui generis μαζοχισμό που μάλλον δεν προλαβαίνουμε να αποτινάξουμε μέσα στο επόμενο εξάμηνο, κι επειδή σ' αυτό το ίδιο εξάμηνο θα γίνουν σίγουρα προσπάθειες να φτιασιδωθεί η πόλη εν όψει εκλογών, κι επειδή όλο και παίρνει το μάτι μου κάτι ύποπτα (και τάχα μου αθώα) συχαρίκια στον καλό Δήμαρχο... κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη -κι ας είναι κι απ' τον Σπηλιωτόπουλο (ο Βούδας να βάλει το χέρι του!).
Αυτά για την ώρα -αλλά θα τα ξαναπούμε.
.
Διαβάζω στη χτεσινή Lifo και στην πολύ καλή στήλη του Δημήτρη Ρηγόπουλου "Urban Lab" το εξής σχολιάκι: "να ετοιμαζόμαστε για δύο υποψηφίους της Κεντροδεξιάς στην Αθήνα στις δημοτικές του Οκτωβρίου / Κακλαμάνης ο ένας και Σπηλιωτόπουλος από την άλλη;"
Δεν είναι βέβαια η πρώτη φορά που κυκλοφορεί αυτό το σενάριο, έχει ξανακουστεί κι απ' ό,τι φαίνεται οι πιθανότητες να παίξει και στην πραγματικότητα είναι πολλές. Βέβαια μέχρι τις δημοτικές εκλογές μεσολαβεί ένα γεμάτο εξάμηνο, οπότε πολλά μπορεί να συμβούν, αλλά δεν είναι κακό να πούμε κάποια πράγματα από τώρα.
Τον Κακλαμάνη τον θυμάμαι στην προεκλογική περίοδο των προηγούμενων δημοτικών εκλογών, σε κάποιο τηλεοπτικό ντιμπέιτ κόντρα στον Σκανδαλίδη, να κουβαλάει μαζί του ένα ογκώδες ντοσιέ, να κάθεται μπροστά στην κάμερα με αυτοπεποίθηση, και με το ύφος του καλού και διαβασμένου μαθητή να απαντάει σε όλες τις ερωτήσεις αραδιάζοντας νούμερα, στοιχεία και επιχειρήματα. Δεν ήταν δύσκολο να κερδίσει κατά κράτος τις εντυπώσεις από τον Σκανδαλίδη, ο οποίος, με αυτό το ύφος συνοικιακού μπακάλη που έχει από φυσικού του και το ανάλογο λέγειν, ήταν εξαιρετικά δύσκολο να τα βάλει με το σπασικλάκι της τάξης και της πολιτικής -και μάλιστα σ' έναν δήμο που παραδοσιακά επιλέγει δημάρχους από τον χώρο της δεξιάς, κι ακόμα περισσότερο σε μια εποχή που η ΝουΔούλα μεσουρανούσε ενώ το ΠΑΣΟΚ ήταν ξαπλωμένο στο κανναβάτσο και μάζευε τα κομμάτια του. Τη συνέχεια την ξέρουμε όλοι -τη ζούμε άλλωστε πολλοί από εμάς καθημερινά.
Είναι αξιοθαύμαστο το γεγονός ότι ο Νικήτας διεκδικεί με αξιώσεις τον τίτλο του χειρότερου Δημάρχου που έχει περάσει από την πόλη τα τελευταία χρόνια, ιδίως αν σκεφτεί κανείς το επίπεδο του ανταγωνισμού: οι προκάτοχοί του, η Ντόρα κι ο Αβραμόπουλος δηλαδή, μπορεί να διακρίθηκαν ιδιαίτερα στο πεδίο των δημοσίων σχέσεων, μπορεί να γέμισαν την Αθήνα με καγκελάκια, κολωνάκια, καλαθάκια, μπορεί να έβγαζαν κάθε Χριστούγεννα τη μεζούρα για να μετρήσουν το ψηλότερο Δέντρο της Ευρώπης, αλλά για την καθημερινότητα της Πόλης και του Πολίτη έκαναν ελάχιστα -για να μην πω ότι, σε αρκετές περιπτώσεις, έγιναν βήματα προς τα πίσω και όχι προς τα εμπρός.
Βέβαια οι συγκεκριμένοι δύο αντιμετώπιζαν τον Δήμο σαν εφαλτήριο για υψηλότερα πόστα, τα οποία τελικώς δεν τους πολυκάθισαν, οπότε ήταν αναμενόμενο να μην ασχοληθούν ιδιαίτερα με την ουσία και να προτιμήσουν τις λεπτές πινελιές που θα τους επέτρεπαν να φιλοτεχνήσουν ένα πιο ηγετικό προφίλ. Το παράδοξο στην όλη ιστορία είναι η επιμονή των δημοτών της Αθήνας που, αφού την πάτησαν την πρώτη φορά με τον Αβραμόπουλο, την ξαναπάτησαν με τον ίδιο. Κι αφού είχαν ήδη δει το έργο μια φορά, το ξαναείδαν με τη Ντόρα.
Ο Νικήτας όμως ξεκίνησε με άλλες προϋποθέσεις. Ενώ οι προκάτοχοί του έκαναν το αγροτικό τους στο Δήμο περιμένοντας να μεταπηδήσουν στην κεντρική πολιτική σκηνή, αυτός ακολούθησε την αντίστροφη διαδρομή: έφυγε από το δύσκολο υπουργείο Υγείας και πέρασε στην αυτοδιοίκηση, σε ένα τιμητικό πόστο στο οποίο θα μπορούσε να ολοκληρώσει την πολιτική του σταδιοδρομία αξιοπρεπώς.
Και τα έκανε σκατά.
Πέρα από τη χαοτική εικόνα της πόλης που τη ζούμε καθημερινά, ο Νικήτας έχει να επιδείξει στην τετραετία της θητείας του μια αλαζονεία και μια αμετροέπεια που έρχονται σε αντίθεση με το νηφάλιο στυλάκι του καλού και μειλίχιου μαθητή, το οποίο έκανε τόσα χρόνια να τελειοποιήσει. Οι εκρήξεις της οργής του, ιδίως στην περίπτωση της Διπλής Ανάπλασης και του γηπέδου στον Βοτανικό, αποκάλυψαν έναν άθλιο χαρακτήρα και μια νοοτροπία ολοκληρωτισμού η οποία, ακόμα και για λόγους καθαρά συμβολικούς και αισθητικούς, πρέπει να αποδοκιμαστεί.
Και εν τέλει, ας μην κρυβόμαστε πίσω από το δάχτυλό μας: ο Νικήτας δεν είναι καινούργιος στην πολιτική. Έχει πίσω του μια πορεία τόσων χρόνων, έχει περάσει από κάποια αξιόλογα πόστα, κι ωστόσο όποιος προσπαθήσει να κάνει μια αντικειμενική αποτίμηση του έργου του θα καταλήξει με ελάχιστα πράγματα. Εάν είχε όραμα, αν είχε δυνατότητες, κάτι θα είχαμε δει τόσα χρόνια. Δεν έχει ο άνθρωπος, τι να κάνουμε. Είναι καιρός να πάει στο σπιτάκι του: όχι ότι αποκλείεται να μας τύχει κανένας χειρότερος, αλλά εν πάση περιπτώσει από αυτόν ό,τι ήτανε να δούμε το είδαμε.
Τώρα, αν με ζορίσετε λιγάκι, θα σας πω ότι προτιμώ χίλιες φορές τον Νικήτα να τον στείλει σπίτι του ο Δήμος της Αθήνας, αυτοβούλως και με δυο λεβέντικα και ξεγυρισμένα φάσκελα στην κάλπη, παρά τα εσωκομματικά τριβόλια της αξιωματικής αντιπολίτευσης... Αλλά επειδή το έργο το έχουμε ξαναδεί, κι επειδή η πολιτική μας συμπεριφορά διακρίνεται από έναν sui generis μαζοχισμό που μάλλον δεν προλαβαίνουμε να αποτινάξουμε μέσα στο επόμενο εξάμηνο, κι επειδή σ' αυτό το ίδιο εξάμηνο θα γίνουν σίγουρα προσπάθειες να φτιασιδωθεί η πόλη εν όψει εκλογών, κι επειδή όλο και παίρνει το μάτι μου κάτι ύποπτα (και τάχα μου αθώα) συχαρίκια στον καλό Δήμαρχο... κάθε βοήθεια ευπρόσδεκτη -κι ας είναι κι απ' τον Σπηλιωτόπουλο (ο Βούδας να βάλει το χέρι του!).
Αυτά για την ώρα -αλλά θα τα ξαναπούμε.
.
Το εισαγωγικό δικόγραφο κατέθεσε ο
xasodikis
περί ώρα
12:54 μ.μ.
Ετικέττες:
Δίκαιο ΟΤΑ,
Πολιτικές Ιδέες
15 Απρίλιος 2010
Τζένεραλ ίνφο
Ας αρχίσουμε από μια γενική περιγραφή της διαδρομής, για να ξέρουμε για τι πράγμα μιλάμε: το σιρκουί της Ανναπούρνα, λοιπόν, είναι ένα εκτεταμένο τρεκ που κυκλώνει το ομώνυμο ορεινό συγκρότημα κινούμενο ανάμεσα στο ανατολικό και το δυτικό του όριο, δηλαδή τα φαράγγια των μεγάλων ποταμών Marsyangdi και Kali Gandaki αντίστοιχα. Από το ένα φαράγγι στο άλλο μεσολαβεί στα βόρεια της Ανναπούρνα η κοιλάδα του Manang, την οποία και ακολουθεί η διαδρομή, ενώ στο τέλος το μονοπάτι φεύγει από το φαράγγι του Kali Gandaki και κινείται σε κατεύθυνση νότια-νοτιοανατολική μέχρι την πόλη της Ποκάρα, όπου και ολοκληρώνεται το σιρκουί.
Οι εναλλαγές αυτές από φαράγγι σε κοιλάδα, μετά σε οροπέδια, μετά ξανά σε φαράγγι, έχουν σαν αποτέλεσμα να μην βαριέται κανείς αφού το τοπίο αλλάζει μέρα με τη μέρα. Άλλωστε το τρεκ ξεκινάει από χαμηλά, από τα 760 μέτρα υψόμετρο της Μπεσισαχάρ, και ανεβαίνει σιγά σιγά, κάθε μέρα και ψηλότερα: από τροπική ή περίπου τροπική βλάστηση, η διαδρομή συνεχίζει σε δάση κωνοφόρων και μετά σε αλπικά λιβάδια όπου βόσκουν αμέριμνα τα γιακ και οι κατσικούλες. Το μεγάλο εφέ της διαδρομής είναι το πέρασμα του ψηλού διάσελου Thorong (ή Thorung) La, το οποίο ανεβάζει τον πεζοπόρο σε υψόμετρο 5.416 μέτρων και είναι το φυσικό πέρασμα πάνω από τον όγκο της Ανναπούρνα προς το φαράγγι του Kali Gandaki.

Από τεχνικής πλευράς, η διαδρομή δεν παρουσιάζει προβλήματα. Το μονοπάτι είναι φαρδύ και σε γενικές γραμμές είναι δύσκολο να χαθεί κανείς, ακόμα κι αν πηγαίνει μόνος του (δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο). Οι κλίσεις είναι γενικά ομαλές, αν και δεν λείπουν οι ζόρικες και παρατεταμένες ανηφόρες (κόντρες, στην πεζοπορική ιδιόλεκτο), όμως πέραν τούτου ουδέν: τα επικίνδυνα περάσματα περιορίζονται σε λίγες μικρές, εκτεθειμένες τραβέρσες, στις οποίες το μονοπάτι κινείται σε σαθρό έδαφος και στενεύει αρκετά, ενώ οι σαθρές πλαγιές από κάτω οδηγούν κατευθείαν στο ποτάμι, μερικές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα. Και πάλι όμως, αυτά τα σημεία (που συνολικά δεν ξεπερνάνε τις μερικές δεκάδες μέτρα σε σύνολο διαδρομής πάνω από 100 χιλιόμετρα) δεν είναι δύσκολα, απλώς θέλουν προσοχή.
Το άσχημο είναι ότι κατά μήκος της διαδρομής ανοίγονται δρόμοι. Χωματόδρομοι, βέβαια, και μάλιστα της κακιάς ώρας, όμως για να ανοιχτούν σε πολλά σημεία τα συνεργεία έχουν φαρδύνει το μονοπάτι σε βαθμό που να μην μπορείς πια να το πεις μονοπάτι. Η έλλειψη τεχνικών δυσκολιών έχει κάνει τη διαδρομή προσιτή σε πολύ κόσμο, αφού κατά μήκος του τρεκ θα συναντήσεις από ομάδες συνταξιούχων ή προσυνταξιούχων μέχρι νεαρούς Ισραηλινούς, εμφανώς άσχετους με το βουνό, από την άλλη όμως καθιστά το αμιγώς πεζοπορικό μέρος του τρεκ λιγάκι άνοστο σε κάποια σημεία, ιδίως όταν έχεις να περπατήσεις αρκετά χιλιόμετρα χωματόδρομο μέσα στο λιοπύρι.
Στους οικισμούς που βρίσκονται κατά μήκος της διαδρομής έχουν αναπτυχθεί υποδομές κατάλληλες για τη φιλοξενία των πεζοπόρων, κι έτσι το τρεκ της Ανναπούρνα χαρακτηρίζεται γενικά σαν "teahouse trek" -σε αντιδιαστολή με τα camping trek: η διαμονή γίνεται σε lodge, τα οποία σε γενικές γραμμές παρέχουν δωμάτια με κρεβάτια και εγκαταστάσεις, χμ, υγιεινής (λέμε τώρα), δηλαδή τουαλέτες και ντους (όχι πάντα), καθώς και οργανωμένη κουζίνα. Σε κάποια μεγαλύτερα χωριά όπως το Chame και το Manang μπορεί να βρει κανείς και ό,τι του λείπει από εξοπλισμό, όπως π.χ. παγούρια, υπνόσακους, μπουφάν κλπ. (μαϊμούδες βέβαια...), ενώ οι υποδομές τηλεπικοινωνίας ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα: αυτή τη στιγμή μπορείς να πάρεις τηλέφωνο ακόμα κι από τα 4.450 μέτρα του Thorong Phedi, ενός "οικισμού" δηλαδή που αποτελείται από δύο lodge όλα κι όλα, φυσικά με το ανάλογο (εξωφρενικό) αντίτιμο. Εγώ πάντως πολύ το χάρηκα που ήμουν δυο βδομάδες χωρίς κινητό!
Από άποψη χλωρίδας, τα είπαμε πιο πάνω. Το πιο εξαιρετικό είδος που μπορείς να δεις είναι τα ροδόδεντρα, τα οποία όμως σχηματίζουν μεγαλούτσικα δάση μόνο στο δυτικό τμήμα του σιρκουί, αυτό που δεν περπατήσαμε εμείς λόγω έλλειψης ημερών. Από άποψη πανίδας, την παράσταση κλέβουν φυσικά τα κοπάδια των γιακ που βόσκουν στα μεγάλα υψόμετρα, όπως και τα αρπακτικά που πλανάρουν εντυπωσιακά πάνω από το κεφάλι σου και κοντά σε κορυφές των 7.000 και βάλε μέτρων. Εμείς σταθήκαμε τυχεροί και είδαμε και ελάφια κοντά στο Manang.
Βέβαια, κακά τα ψέματα: τα λόγια δεν φτάνουν για να περιγράψουν την αίσθηση και τα χρώματα. Ελπίζω οι φωτογραφίες να κάνουν καλύτερη δουλειά -σύντομα θα αρχίσω να τις ανεβάζω στο picasa. Σκόρπια επεισόδια της διαδρομής θα ακολουθήσουν εδώ στο μπλογκ, όπως βγαίνουν από τις σελίδες του ημερολογίου καταστρώματος -μείνετε συντονισμένοι!
.
Οι εναλλαγές αυτές από φαράγγι σε κοιλάδα, μετά σε οροπέδια, μετά ξανά σε φαράγγι, έχουν σαν αποτέλεσμα να μην βαριέται κανείς αφού το τοπίο αλλάζει μέρα με τη μέρα. Άλλωστε το τρεκ ξεκινάει από χαμηλά, από τα 760 μέτρα υψόμετρο της Μπεσισαχάρ, και ανεβαίνει σιγά σιγά, κάθε μέρα και ψηλότερα: από τροπική ή περίπου τροπική βλάστηση, η διαδρομή συνεχίζει σε δάση κωνοφόρων και μετά σε αλπικά λιβάδια όπου βόσκουν αμέριμνα τα γιακ και οι κατσικούλες. Το μεγάλο εφέ της διαδρομής είναι το πέρασμα του ψηλού διάσελου Thorong (ή Thorung) La, το οποίο ανεβάζει τον πεζοπόρο σε υψόμετρο 5.416 μέτρων και είναι το φυσικό πέρασμα πάνω από τον όγκο της Ανναπούρνα προς το φαράγγι του Kali Gandaki.
Από τεχνικής πλευράς, η διαδρομή δεν παρουσιάζει προβλήματα. Το μονοπάτι είναι φαρδύ και σε γενικές γραμμές είναι δύσκολο να χαθεί κανείς, ακόμα κι αν πηγαίνει μόνος του (δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο). Οι κλίσεις είναι γενικά ομαλές, αν και δεν λείπουν οι ζόρικες και παρατεταμένες ανηφόρες (κόντρες, στην πεζοπορική ιδιόλεκτο), όμως πέραν τούτου ουδέν: τα επικίνδυνα περάσματα περιορίζονται σε λίγες μικρές, εκτεθειμένες τραβέρσες, στις οποίες το μονοπάτι κινείται σε σαθρό έδαφος και στενεύει αρκετά, ενώ οι σαθρές πλαγιές από κάτω οδηγούν κατευθείαν στο ποτάμι, μερικές εκατοντάδες μέτρα χαμηλότερα. Και πάλι όμως, αυτά τα σημεία (που συνολικά δεν ξεπερνάνε τις μερικές δεκάδες μέτρα σε σύνολο διαδρομής πάνω από 100 χιλιόμετρα) δεν είναι δύσκολα, απλώς θέλουν προσοχή.
Το άσχημο είναι ότι κατά μήκος της διαδρομής ανοίγονται δρόμοι. Χωματόδρομοι, βέβαια, και μάλιστα της κακιάς ώρας, όμως για να ανοιχτούν σε πολλά σημεία τα συνεργεία έχουν φαρδύνει το μονοπάτι σε βαθμό που να μην μπορείς πια να το πεις μονοπάτι. Η έλλειψη τεχνικών δυσκολιών έχει κάνει τη διαδρομή προσιτή σε πολύ κόσμο, αφού κατά μήκος του τρεκ θα συναντήσεις από ομάδες συνταξιούχων ή προσυνταξιούχων μέχρι νεαρούς Ισραηλινούς, εμφανώς άσχετους με το βουνό, από την άλλη όμως καθιστά το αμιγώς πεζοπορικό μέρος του τρεκ λιγάκι άνοστο σε κάποια σημεία, ιδίως όταν έχεις να περπατήσεις αρκετά χιλιόμετρα χωματόδρομο μέσα στο λιοπύρι.
Στους οικισμούς που βρίσκονται κατά μήκος της διαδρομής έχουν αναπτυχθεί υποδομές κατάλληλες για τη φιλοξενία των πεζοπόρων, κι έτσι το τρεκ της Ανναπούρνα χαρακτηρίζεται γενικά σαν "teahouse trek" -σε αντιδιαστολή με τα camping trek: η διαμονή γίνεται σε lodge, τα οποία σε γενικές γραμμές παρέχουν δωμάτια με κρεβάτια και εγκαταστάσεις, χμ, υγιεινής (λέμε τώρα), δηλαδή τουαλέτες και ντους (όχι πάντα), καθώς και οργανωμένη κουζίνα. Σε κάποια μεγαλύτερα χωριά όπως το Chame και το Manang μπορεί να βρει κανείς και ό,τι του λείπει από εξοπλισμό, όπως π.χ. παγούρια, υπνόσακους, μπουφάν κλπ. (μαϊμούδες βέβαια...), ενώ οι υποδομές τηλεπικοινωνίας ανεβαίνουν όλο και ψηλότερα: αυτή τη στιγμή μπορείς να πάρεις τηλέφωνο ακόμα κι από τα 4.450 μέτρα του Thorong Phedi, ενός "οικισμού" δηλαδή που αποτελείται από δύο lodge όλα κι όλα, φυσικά με το ανάλογο (εξωφρενικό) αντίτιμο. Εγώ πάντως πολύ το χάρηκα που ήμουν δυο βδομάδες χωρίς κινητό!
Από άποψη χλωρίδας, τα είπαμε πιο πάνω. Το πιο εξαιρετικό είδος που μπορείς να δεις είναι τα ροδόδεντρα, τα οποία όμως σχηματίζουν μεγαλούτσικα δάση μόνο στο δυτικό τμήμα του σιρκουί, αυτό που δεν περπατήσαμε εμείς λόγω έλλειψης ημερών. Από άποψη πανίδας, την παράσταση κλέβουν φυσικά τα κοπάδια των γιακ που βόσκουν στα μεγάλα υψόμετρα, όπως και τα αρπακτικά που πλανάρουν εντυπωσιακά πάνω από το κεφάλι σου και κοντά σε κορυφές των 7.000 και βάλε μέτρων. Εμείς σταθήκαμε τυχεροί και είδαμε και ελάφια κοντά στο Manang.
Βέβαια, κακά τα ψέματα: τα λόγια δεν φτάνουν για να περιγράψουν την αίσθηση και τα χρώματα. Ελπίζω οι φωτογραφίες να κάνουν καλύτερη δουλειά -σύντομα θα αρχίσω να τις ανεβάζω στο picasa. Σκόρπια επεισόδια της διαδρομής θα ακολουθήσουν εδώ στο μπλογκ, όπως βγαίνουν από τις σελίδες του ημερολογίου καταστρώματος -μείνετε συντονισμένοι!
.
Ετικέττες:
Κοπάνες
13 Απρίλιος 2010
Μίνι απολογισμός

Δεκαπέντε μέρες, εκατόν τόσα χιλιόμετρα με τα πόδια, κάμποσα πιάτα νταλ μπατ, πολλές σκορδόσουπες, ακόμα περισσότερα τσάγια με τζίνσεγκ, υψομετρική διαφορά ανάβασης 4.656 μέτρα, κατάβασης 2.696 μέτρα (μονοκοπανιά), διαδρομές με λεωφορείο από τσακισμένους χωματόδρομους, με τζιπ από ακόμα πιο τσακισμένους χωματόδρομους, με το αεροπλανάκι του Χάρου ανάμεσα Ανναπούρνα και Ντολαγκίρι, με το λεωφορείο του Χάρου ανάμεσα Ποκάρα και Κατμαντού (200 χιλιόμετρα σε 9 ώρες), είκοσι μπάρες χαλβά, καμιά τριακοσαριά τσιγάρα (το ένα σε υψόμετρο 5.416 μέτρων), βουδιστικοί ναοί, ινδουιστικοί ναοί, τσόρτεν, τοίχοι μάνι, τροχοί προσευχής, γιακ, κατσίκια κι άλλα κατσίκια κι άλλα κατσίκια, αρπακτικά πουλιά, καμιά ντουζίνα κρεμαστές γέφυρες, αμέτρητα γεφυράκια από ξύλο και πέτρα, ροδόδεντρα, κωνοφόρα, μαϊμούδες (μαϊμούδες κανονικές και μαϊμούδες The North Face), ομ μάνι πάντμε χουμ, παγετώνες, λίμνες, κορυφές κι άλλες κορυφές κι άλλες κορυφές, ποτάμια και χείμαρροι και φαράγγια και αλπικά λιβάδια και έρημες πλαγιές, τριά-τέσσερα ντεπόν, κρουασάν σοκολάτας στα 3.500 μέτρα, καταρράκτες, βουδιστές μοναχοί, λάμα ασκητές στα 4.000 μέτρα, μια καθυστερημένη πτήση από Κατμαντού, μια χαμένη ανταπόκριση στη Ντόχα (και μια διανυκτέρευση σε υπερκυριλέ ξενοδοχείο με έξοδα της Qatar Airways), μια μέρα καθυστέρηση, Ελευθέριος Βενιζέλος Δευτέρα μεσημέρι με τα μπαγκάζια στην πλάτη... Λίγο πολύ, αυτά.
Ωραία ήτανε.
.
Ετικέττες:
Κοπάνες
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)




