Εννέα τραύματα, όλα από το ίδιο όπλο, τα δύο στο κεφάλι, το ένα στην καρδιά.
Για αδέσποτες σφαίρες, θά 'λεγε κανείς ότι ήταν διαβολικά εύστοχες.
Δεν αποκλείεται βέβαια και να εξοστρακίστηκαν: σε τίποτα μπαλκόνια, σε κανένα πεζοδρόμιο, τέλος πάντων, όπου συνηθίζουν να εξοστρακίζονται οι σφαίρες.
Από την άλλη βέβαια, όπως λένε και κάτι ψυχές, αυτά τα πράγματα δεν πρέπει να τα κουβεντιάζουμε εν θερμώ. Όπως επίσης δεν πρέπει να προκαταλαμβάνουμε τις αποφάσεις της Δικαιοσύνης.
Ας κρύψουμε λοιπόν το κεφάλι μας στην άμμο. Πάλι.
.
18 Φεβρουάριος 2010
17 Φεβρουάριος 2010
Οι μέρες της αφθονίας σας είναι μετρημένες
"Το διήμερο Πέμπτης και Παρασκευής (11-12/2/10) μπλοκάραμε 63 ATM στην ευρύτερη περιοχή των Αθηνών χρησιμοποιώντας απλά υλικά (κόλλα, σιλικόνη, αφρό πολυουρεθάνης) ως μία μικρή κίνηση σαμποτάζ στην οικονομική ομαλότητα του καπιταλισμού."
Αναμφίβολα αυτή η μικρή κίνηση σαμποτάζ διατάραξε ουσιωδώς την οικονομική ομαλότητα του καπιταλισμού. Τρομοκρατημένη η παγκόσμια πλουτοκρατία προσπαθεί εναγωνίως να απορροφήσει τις αναταράξεις που συγκλονίζουν τα διεθνή χρηματιστήρια επειδή ο κυρ-Θόδωρας ο περιπτεράς δεν μπόρεσε να τραβήξει από το ΑΤΜ δυο πενηντάρικα για να ψωνίσει στο σούπερ μάρκετ, και υποχρεώθηκε να πάει με τη βέσπα μέχρι το επόμενο ΑΤΜ. Το χτύπημα ήταν καίριο και οι καπιταλιστές έχουν χάσει τον ύπνο τους, καθώς δεν ξέρουν τι άλλο μπορεί να κατεβάσει η γκλάβα των πολυμήχανων και ατρόμητων "Αναρχικών Σαμποτέρ".
Μπράβο σύντροφοι, πάντα τέτοια.
.
Αναμφίβολα αυτή η μικρή κίνηση σαμποτάζ διατάραξε ουσιωδώς την οικονομική ομαλότητα του καπιταλισμού. Τρομοκρατημένη η παγκόσμια πλουτοκρατία προσπαθεί εναγωνίως να απορροφήσει τις αναταράξεις που συγκλονίζουν τα διεθνή χρηματιστήρια επειδή ο κυρ-Θόδωρας ο περιπτεράς δεν μπόρεσε να τραβήξει από το ΑΤΜ δυο πενηντάρικα για να ψωνίσει στο σούπερ μάρκετ, και υποχρεώθηκε να πάει με τη βέσπα μέχρι το επόμενο ΑΤΜ. Το χτύπημα ήταν καίριο και οι καπιταλιστές έχουν χάσει τον ύπνο τους, καθώς δεν ξέρουν τι άλλο μπορεί να κατεβάσει η γκλάβα των πολυμήχανων και ατρόμητων "Αναρχικών Σαμποτέρ".
Μπράβο σύντροφοι, πάντα τέτοια.
.
Ετικέττες:
Πολιτικές Ιδέες
16 Φεβρουάριος 2010
Ευ αγωνίζεσθαι
Αν με ρώταγες σήμερα το πρωί τι ξέρω για ένα άθλημα που λέγεται luge, θα σου απαντούσα "τίποτα απολύτως". Ούτε καν ότι υπάρχει. Ούτε πώς διαβάζεται αυτό το luge: λουγκ, λούγκε, λιουγκ, λουζ. Τελικά διαβάζεται λουτζ (σκασίλα μας, θα μου πεις και θά 'χεις δίκιο).
Φυσικά δεν μου περνούσε καν από το μυαλό ότι αυτό το πράγμα μπορεί να είναι ολυμπιακό αγώνισμα, από την άλλη όμως δεν μου κάνει κι εντύπωση. Εδώ έχει γίνει ολυμπιακό αγώνισμα εκείνη η μαλακία όπου μερικοί παλαβοί με βούρτσες βουρτσίζουν τον πάγο μπροστά από μια πέτρινη κολοκύθα, το οποίο ανάθεμα κι αν μπορεί να εξηγήσει κανείς τι σχέση έχει με αυτό που εννοούμε όταν λέμε "αθλητισμός". Στο λουτζ θα κολώνανε τα σαΐνια της Ολυμπιακής Επιτροπής;
Όλη η πρόσφατα αποκτηθείσα και εξαιρετικά περιορισμένη γνώση μου για το εν λόγω ευγενές άθλημα οφείλεται σε μια είδηση που διάβασα στην εφημερίδα πριν από κανα-δυο ώρες: ένας Γεωργιανός αθλητής του λουτζ σκοτώθηκε την περασμένη Παρασκευή, κατά τη διάρκεια της προπόνησης εν όψει της συμμετοχής του στους χειμερινούς Ολυμπιακούς του Βανκούβερ.
Αναρωτιέμαι, είμαι ο μόνος που του φαίνεται όχι απλώς τραγικό, αλλά εξωφρενικό και αδιανόητο το να σκοτώνεται ένας αθλητής κατά τη συμμετοχή του σε αγώνισμα που διεξάγεται μέσα σε τεχνητά κατασκευασμένη πίστα; Δηλαδή τη σήμερον ημέρα, έτος 2010, που ακόμα και στα μηχανοκίνητα σπορ παίρνουν χίλιες δυο προφυλάξεις ώστε να μην μετράμε πτώματα μετά από έναν λάθος χειρισμό, είναι δυνατόν να σκοτώνεται κάποιος που κατέβαινε σ' ένα τεχνητό λούκι από πάγο με το έλκηθρο επειδή λέει δεν φρέναρε καλά; Γιατί βέβαια, ξέχασα να το αναφέρω, η Οργανωτική Επιτροπή των Αγώνων και η παγκόσμια ομοσπονδία του αγωνίσματος (ναι, υπάρχει και τέτοια) το εξέτασαν το πράγμα κι έβγαλαν πόρισμα σε χρόνο ρεκόρ: δεν έφταιγε η πίστα, ο Γεωργιανός έφταιγε που ήταν ατζαμής και του ξέφυγε το έλκηθρο. Καλά να πάθει το λοιπόν, γι' αυτό και η πίστα άνοιξε κανονικά το Σάββατο και το αγώνισμα ολοκληρώθηκε κανονικότατα, απλώς λέει οι διαργανωτές σήκωσαν λιγουλάκι παραπάνω τα τοιχώματα της πίστας και έξυσαν λιγουλάκι τον πάγο, προληπτικώς, μην πάει και τσακιστεί και κανένας άλλος και κόψει η μαγιονέζα. How thoughtful of them.
(τώρα εμένα γιατί μου κάνει εντύπωση που δίπλα στην πίστα υπάρχουν τοποθετημένες μεταλλικές κολώνες, και κανείς δεν σκέφτηκε να τις καλύψει με στρωματάκια ή κάποιο άλλο προστατευτικό;)
Εκ των υστέρων βέβαια κάποιοι αναγνώρισαν ότι η πίστα ήταν πολύ γρήγορη, πολύ επικίνδυνη, κι ότι ο χρόνος που δόθηκε στους αθλητές για να την τεστάρουν ήταν πολύ λίγος. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Άλλωστε το ζητούμενο του αγωνίσματος είναι οφθαλμοφανώς αυτό, να μεταδώσει δηλαδή στον φίλαθλο τηλεθεατή την αίσθηση του ιλίγγου που πρέπει να αισθάνεται κάποιος όταν κατεβαίνει τσουλώντας στον πάγο με 160 χλμ./ώρα και το σώμα του καταπονείται από τα g, αλλιώτικα, αν δηλαδή ο τηλεθεατής αποκομίσει την αίσθηση ότι θα μπορούσε να το κάνει και ο ίδιος, ποιος ο λόγος για όλη αυτή τη ζωοπανήγυρη;
Θα περίμενε ίσως κανείς σε όλη αυτή τη σκηνοθεσία να υπάρχουν και κάποια όρια. Κι όμως. Αυτές οι ρομάντζες μπορεί να ίσχυαν μια φορά κι έναν καιρό, σήμερα όχι. Σήμερα θεωρείται αυτονόητο ότι, μετά από ένα τέτοιο συμβάν, πριν καν προλάβει να κρυώσει το πτώμα του άτυχου λούτζερ, οι υπόλοιποι αθλητές που συμμετέχουν στους αγώνες θα βγουν να κάνουν καταγκιοζιλίκια επί πάγου στην τελετή έναρξης, η οποία βεβαίως και δεν θα αναβληθεί από σεβασμό στη μνήμη του μακαρίτη αλλά θα γίνει κανονικά, και μάλιστα με τους συμπατριώτες του να παίρνουν μέρος και να κουνάνε σημαιάκια, διότι εδώ είναι Winter Olympics, the show must go on κι έχουμε κι ένα schedule to meet, υπάρχουν συμφωνίες με μέητζορ σπόνσορς, διαφημιστές και τηλεοπτικά δίκτυα, σιγά που θα αναβληθεί κοτζάμ υπερθέαμα για μια, πώς να το πούμε, κακοτυχία;
Σε δεύτερη σκέψη, είναι απορίας άξιον γιατί οι άλτες του επί κοντώ να πέφτουν (ακόμα) σε στρώμα και όχι σε πισίνα γεμάτη πιράνχας, γιατί οι ξιφομάχοι να φοράνε προστατευτικά και να μην χρησιμοποιούν κανονικά σπαθιά, γιατί οι τοξοβόλοι να σημαδεύουν στόχους και όχι ο ένας τον άλλον, κι ούτω καθεξής. Ασφαλώς, τέτοιου είδους καινοτομίες θα έκαναν τα αγωνίσματα πιο θεαματικά, πιο πιπεράτα, και πιο κατάλληλα για την τηλεόραση. Και σίγουρα αυτά τα άπληστα τομάρια της ΔΟΕ, που είναι ικανά να μετατρέψουν σε ολυμπιακό αγώνισμα και το μπαρμπούτι, αν κάποια οικονομοτεχνική μελέτη τους πείσει ότι τα οφέλη από τους χορηγούς και την τηλεθέαση θα είναι μεγαλύτερα από τη ζημιά που θα προκαλέσουν τα σκωπτικά σχόλια, δεν έχουν τέτοιους ηθικούς ενδοιασμούς. Είναι θέμα χρόνου.
Όσο γι' αυτούς που πιστεύουν ακόμα ότι το σλόγκαν των σύγχρονων Ολυμπιακών είναι το "γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα" κι όχι το "μεγαλύτερα, περισσότερα, μετρητότερα", το παρόν ιστολόγιο τους εύχεται ώρα καλή στην πρύμνη τους και καλά σαράντα.
.
Φυσικά δεν μου περνούσε καν από το μυαλό ότι αυτό το πράγμα μπορεί να είναι ολυμπιακό αγώνισμα, από την άλλη όμως δεν μου κάνει κι εντύπωση. Εδώ έχει γίνει ολυμπιακό αγώνισμα εκείνη η μαλακία όπου μερικοί παλαβοί με βούρτσες βουρτσίζουν τον πάγο μπροστά από μια πέτρινη κολοκύθα, το οποίο ανάθεμα κι αν μπορεί να εξηγήσει κανείς τι σχέση έχει με αυτό που εννοούμε όταν λέμε "αθλητισμός". Στο λουτζ θα κολώνανε τα σαΐνια της Ολυμπιακής Επιτροπής;
Όλη η πρόσφατα αποκτηθείσα και εξαιρετικά περιορισμένη γνώση μου για το εν λόγω ευγενές άθλημα οφείλεται σε μια είδηση που διάβασα στην εφημερίδα πριν από κανα-δυο ώρες: ένας Γεωργιανός αθλητής του λουτζ σκοτώθηκε την περασμένη Παρασκευή, κατά τη διάρκεια της προπόνησης εν όψει της συμμετοχής του στους χειμερινούς Ολυμπιακούς του Βανκούβερ.
Αναρωτιέμαι, είμαι ο μόνος που του φαίνεται όχι απλώς τραγικό, αλλά εξωφρενικό και αδιανόητο το να σκοτώνεται ένας αθλητής κατά τη συμμετοχή του σε αγώνισμα που διεξάγεται μέσα σε τεχνητά κατασκευασμένη πίστα; Δηλαδή τη σήμερον ημέρα, έτος 2010, που ακόμα και στα μηχανοκίνητα σπορ παίρνουν χίλιες δυο προφυλάξεις ώστε να μην μετράμε πτώματα μετά από έναν λάθος χειρισμό, είναι δυνατόν να σκοτώνεται κάποιος που κατέβαινε σ' ένα τεχνητό λούκι από πάγο με το έλκηθρο επειδή λέει δεν φρέναρε καλά; Γιατί βέβαια, ξέχασα να το αναφέρω, η Οργανωτική Επιτροπή των Αγώνων και η παγκόσμια ομοσπονδία του αγωνίσματος (ναι, υπάρχει και τέτοια) το εξέτασαν το πράγμα κι έβγαλαν πόρισμα σε χρόνο ρεκόρ: δεν έφταιγε η πίστα, ο Γεωργιανός έφταιγε που ήταν ατζαμής και του ξέφυγε το έλκηθρο. Καλά να πάθει το λοιπόν, γι' αυτό και η πίστα άνοιξε κανονικά το Σάββατο και το αγώνισμα ολοκληρώθηκε κανονικότατα, απλώς λέει οι διαργανωτές σήκωσαν λιγουλάκι παραπάνω τα τοιχώματα της πίστας και έξυσαν λιγουλάκι τον πάγο, προληπτικώς, μην πάει και τσακιστεί και κανένας άλλος και κόψει η μαγιονέζα. How thoughtful of them.
(τώρα εμένα γιατί μου κάνει εντύπωση που δίπλα στην πίστα υπάρχουν τοποθετημένες μεταλλικές κολώνες, και κανείς δεν σκέφτηκε να τις καλύψει με στρωματάκια ή κάποιο άλλο προστατευτικό;)
Εκ των υστέρων βέβαια κάποιοι αναγνώρισαν ότι η πίστα ήταν πολύ γρήγορη, πολύ επικίνδυνη, κι ότι ο χρόνος που δόθηκε στους αθλητές για να την τεστάρουν ήταν πολύ λίγος. Αλλά αυτά είναι λεπτομέρειες. Άλλωστε το ζητούμενο του αγωνίσματος είναι οφθαλμοφανώς αυτό, να μεταδώσει δηλαδή στον φίλαθλο τηλεθεατή την αίσθηση του ιλίγγου που πρέπει να αισθάνεται κάποιος όταν κατεβαίνει τσουλώντας στον πάγο με 160 χλμ./ώρα και το σώμα του καταπονείται από τα g, αλλιώτικα, αν δηλαδή ο τηλεθεατής αποκομίσει την αίσθηση ότι θα μπορούσε να το κάνει και ο ίδιος, ποιος ο λόγος για όλη αυτή τη ζωοπανήγυρη;
Θα περίμενε ίσως κανείς σε όλη αυτή τη σκηνοθεσία να υπάρχουν και κάποια όρια. Κι όμως. Αυτές οι ρομάντζες μπορεί να ίσχυαν μια φορά κι έναν καιρό, σήμερα όχι. Σήμερα θεωρείται αυτονόητο ότι, μετά από ένα τέτοιο συμβάν, πριν καν προλάβει να κρυώσει το πτώμα του άτυχου λούτζερ, οι υπόλοιποι αθλητές που συμμετέχουν στους αγώνες θα βγουν να κάνουν καταγκιοζιλίκια επί πάγου στην τελετή έναρξης, η οποία βεβαίως και δεν θα αναβληθεί από σεβασμό στη μνήμη του μακαρίτη αλλά θα γίνει κανονικά, και μάλιστα με τους συμπατριώτες του να παίρνουν μέρος και να κουνάνε σημαιάκια, διότι εδώ είναι Winter Olympics, the show must go on κι έχουμε κι ένα schedule to meet, υπάρχουν συμφωνίες με μέητζορ σπόνσορς, διαφημιστές και τηλεοπτικά δίκτυα, σιγά που θα αναβληθεί κοτζάμ υπερθέαμα για μια, πώς να το πούμε, κακοτυχία;
Σε δεύτερη σκέψη, είναι απορίας άξιον γιατί οι άλτες του επί κοντώ να πέφτουν (ακόμα) σε στρώμα και όχι σε πισίνα γεμάτη πιράνχας, γιατί οι ξιφομάχοι να φοράνε προστατευτικά και να μην χρησιμοποιούν κανονικά σπαθιά, γιατί οι τοξοβόλοι να σημαδεύουν στόχους και όχι ο ένας τον άλλον, κι ούτω καθεξής. Ασφαλώς, τέτοιου είδους καινοτομίες θα έκαναν τα αγωνίσματα πιο θεαματικά, πιο πιπεράτα, και πιο κατάλληλα για την τηλεόραση. Και σίγουρα αυτά τα άπληστα τομάρια της ΔΟΕ, που είναι ικανά να μετατρέψουν σε ολυμπιακό αγώνισμα και το μπαρμπούτι, αν κάποια οικονομοτεχνική μελέτη τους πείσει ότι τα οφέλη από τους χορηγούς και την τηλεθέαση θα είναι μεγαλύτερα από τη ζημιά που θα προκαλέσουν τα σκωπτικά σχόλια, δεν έχουν τέτοιους ηθικούς ενδοιασμούς. Είναι θέμα χρόνου.
Όσο γι' αυτούς που πιστεύουν ακόμα ότι το σλόγκαν των σύγχρονων Ολυμπιακών είναι το "γρηγορότερα, ψηλότερα, δυνατότερα" κι όχι το "μεγαλύτερα, περισσότερα, μετρητότερα", το παρόν ιστολόγιο τους εύχεται ώρα καλή στην πρύμνη τους και καλά σαράντα.
.
Ετικέττες:
Ειδικά Μαθήματα
10 Φεβρουάριος 2010
Χωρίς ασπίδα
Προχτές το βράδυ στον τηλεοπτικό ΣΚΑΪ ο Άρης Πορτοσάλτε παρουσίασε μια έκτακτη εκπομπή αφιερωμένη στο "σκάνδαλο ΑΣΠΙΣ" -όπως το βάφτισε το κανάλι. Φιλοξενούμενος της εκπομπής ήταν μεταξύ άλλων και ο πρόεδρος της Ένωσης Ασφαλιστικών Εταιρειών Ελλάδος, κ. Δούκας Παλαιολόγος. Η συζήτηση είχε ενδιαφέρον γιατί παρουσίαζε κάποιες πλευρές της ασφαλιστικής αγοράς, όχι ιδιαίτερα γνωστές στο ευρύ κοινό, ωστόσο κατέληξε στη γνωστή και μόνιμη επωδό στην οποία καταλήγουν όλες οι συζητήσεις που αφορούν οποιοδήποτε ελληνικό πρόβλημα: τι κάνει το Κράτος;
Ας τα πάρουμε από την αρχή: ασφαλιστικές εταιρείες στη χώρα μας λειτουργούν πολλές, ίσως πάρα πολλές σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς. Σε έναν κατάλογο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εκδόσεως 2003, μετράω πάνω από 80 ελληνικές εταιρείες, συν καμιά δεκαπενταριά αλλοδαπές -και λείπουν και μερικές. Από τότε βέβαια έχουν κλείσει καμιά ντουζίνα, άλλες έχουν συγχωνευτεί μεταξύ τους ή απορροφηθεί από μεγαλύτερες, γενικά ο κλάδος παρουσιάζει μια κινητικότητα.
Το να βάζουν λουκέτο ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, ούτε ασυνήθιστο. Μάλιστα η αγορά είχε και παλιότερα την τάση να οδηγείται περιοδικά σε κάποιο ξεκαθάρισμα, μέσα από το οποίο έκλειναν μαζεμένες σε σύντομο χρονικό διάστημα μερικές εταιρείες. Συνήθως οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνταν κυρίως (ή αποκλειστικά) στον κλάδο αυτοκινήτου: ασφάλιζαν δηλαδή την αστική ευθύνη (= κίνδυνος πρόκλησης ζημιών σε τρίτους) των ιδιοκτητών πάσης φύσεως οχημάτων, ασφάλιση που είναι υποχρεωτική για όλα τα οχήματα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους. Και συνήθως ο λόγος που έκλειναν ήταν πολύ απλός: χτυπούσαν τον ανταγωνισμό προσφέροντας πολύ χαμηλό ασφάλιστρο, πουλούσαν ας πούμε για 7 ευρώ ένα ασφαλιστήριο που η αγορά γενικώς το κοστολογεί με 10, κι έτσι με την πάροδο του χρόνου έπεφταν έξω.
Σε αυτές τις περιπτώσεις τη ζημιά από το κλείσιμο μιας εταιρείας την φορτώνονταν κυρίως: α) οι εργαζόμενοι που έχαναν τις δουλειές τους, β) οι ασφαλισμένοι που έχαναν τα λεφτά που είχαν πληρώσει για την ασφάλιση των αυτοκινήτων τους και γ) οι τρίτοι, που είχαν αξιώσεις κατά της εταιρείας -δικαστικές ή εξώδικες. Σε γενικές γραμμές, οι ασφαλισμένοι κατέβαζαν μερικά καντήλια και στη συνέχεια ξαναπλήρωναν για να ασφαλιστούν εκ νέου σε κάποια άλλη εταιρεία. Η ζημιά τους ήταν το ασφάλιστρο ενός εξαμήνου ή ενός χρόνου -όχι ασήμαντο ποσό, αλλά πάντως δεν ήταν και προς θάνατο. Όσο για τους τρίτους, αυτοί είχαν πάντοτε την κάλυψη του "Επικουρικού Κεφαλαίου", ενός μηχανισμού ασφαλείας που προβλέπει ο νόμος ακριβώς γι' αυτές τις περιπτώσεις: κάτι σαν κουμπαράς που τροφοδοτείται κυρίως από τις ασφαλιστικές εταιρείες, που αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις (αλλά και τα δικαιώματα) της εταιρείας που κλείνει, (αλλά προσοχή:) τα οποία έχουν να κάνουν με τον κλάδο υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτου -και μόνο.
Η ιδιαιτερότητα της ΑΣΠΙΣ, που έβαλε λουκέτο τον περασμένο Σεπτέμβριο, είναι ότι δεν δραστηριοποιούνταν μόνο στον κλάδο αυτοκινήτου αλλά είχε φτιάξει κι ένα αξιόλογο χαρτοφυλάκιο ασφαλίσεων ζωής, προγραμμάτων νοσοκομειακών, επενδυτικών κ.τ.τ. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Φαντάσου να πληρώνεις επί δέκα-δεκαπέντε χρόνια ένα ποσό ετησίως σε μια ασφαλιστική εταιρεία, με την προοπτική να πάρεις ένα έξτρα εφάπαξ στα 65, ας πούμε, ή μια έξτρα σύνταξη. Ή να πληρώνεις για να έχεις κάποιες παροχές σε περίπτωση τοκετού, νοσηλείας, σοβαρού ατυχήματος κλπ. Ξαφνικά η εταιρεία κλείνει και μένεις ξεκρέμαστος. Πρόβλημα, έτσι δεν είναι; -και μάλιστα ευθέως ανάλογο με τον αριθμό των ασφαλισμένων.
Γιατί στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει κανένα Επικουρικό Κεφάλαιο να μπει μπροστά και να αναλάβει τις υποχρεώσεις της εταιρείας που έκλεισε. Ελεύθερη αγορά δεν έχουμε; Προαιρετικές δεν είναι αυτές οι ασφαλίσεις; Ε, στην ελεύθερη αγορά συμβαίνει καμιά φορά να κλείνουν και εταιρείες -τι να κάνουμε;
Βέβαια οι εταιρείες δεν κλείνουν έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη. Κατά κανόνα, αρκετούς μήνες πριν το οριστικό λουκέτο αρχίζουν να εκπέμπουν προειδοποιητικά σήματα: καθυστερήσεις στις πληρωμές, αδικαιολόγητες αντιρρήσεις σχετικά με τους όρους κάλυψης, "πάρτε τηλέφωνο από Δευτέρα" και πάει λέγοντας. Τα προβλήματα συσσωρεύονται σιγά σιγά, η ρευστότητα σταδιακά μειώνεται, η εταιρεία βάζει χέρι στα αποθεματικά της -κι εκεί έρχεται ο κρατικός έλεγχος και βάζει χέρι στην εταιρεία: της δίνει μια προθεσμία να αποκαταστήσει το αποθεματικό της.
Αυτό μπορεί να γίνει είτε με δανεισμό, είτε με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Όμως σε αυτό το σημείο ήδη η πιάτσα έχει πληροφορηθεί ότι η εταιρεία πάει για φούντο, και δύσκολα θα βρεθεί τράπεζα που να δανείσει ή επενδυτής που να βάλει τα λεφτά του. Σε αυτό το σημείο επίσης είναι που κυκλοφορούν συνήθως τα σενάρια για ζάπλουτους σεΐχηδες από Σαουδική Αραβία μεριά, που καταφτάνουν από μέρα σε μέρα με ένα καράβι πετροδολάρια, να το ρίξουν στην αναξιοπαθούσα εταιρεία και να τη σώσουν. Αλλά η ρημάδα η πραγματικότητα συστηματικά διαψεύδει τα σενάρια, οι σεΐχηδες γίνονται καπνός και η εταιρεία πάει περίπατο.
Κάπως έτσι έγινε και στην περίπτωση της ΑΣΠΙΣ: ήδη πριν από το καλοκαίρι η πιάτσα ήξερε ότι το λουκέτο πλησιάζει ολοταχώς. Και βρέθηκε κάποιος από την προηγούμενη κυβέρνηση που μυρίστηκε την καταιγίδα και προσπάθησε να την προλάβει: ντάλα καλοκαίρι, Ιούλιο μήνα, με την πατροπαράδοτη μέθοδο της τροπολογίας σε άσχετο νομοσχέδιο ("περί σκαφών αναψυχής", for crying out loud!), πέρασε μια διάταξη που προβλέπει (μέσες άκρες) ότι ο κλάδος ζωής μιας εταιρείας που κλείνει μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλη εταιρεία με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου.
Φυσικά, όταν αυτές οι δουλειές γίνονται στο πόδι τα αποτελέσματα συνήθως δεν είναι και πολύ αξιόλογα. Και πράγματι, η διάταξη αυτή περιέχει τόσες πολλές νομικές περικοκλάδες που ουσιαστικά αυτοακυρώνεται, άσε που ο συνδυασμός "εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου" και "ιδιωτική επιχείρηση" έχει ξυπνήσει και κάτι ευαίσθητες ψυχές στας Βρυξέλλας, οι οποίες μυρίζονται νόθευση του ανταγωνισμού (και με το δίκιο τους).
Ωστόσο, και για να γυρίσουμε στην εκπομπή του ΣΚΑΪ από την οποία ξεκινήσαμε, η διάταξη αυτή δίνει πάτημα στον κόσμο να απαιτεί από το Κράτος την επίλυση του προβλήματος. Να απαιτεί δηλαδή στην ουσία την κοινωνικοποίηση της ζημιάς που προκάλεσε η εταιρεία: βάρεσε κανόνι, άφησε τους ασφαλισμένους της ξεκρέμαστους, και οι ξεκρέμαστοι τώρα ζητάνε να πληρώσουμε τα κερατιάτικα όλοι μας, και όχι μόνον αυτοί.
Και το αιτιολογούν κιόλας: διότι, σου λένε, αν το Κράτος είχε ελέγξει αποτελεσματικά την εταιρεία, δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτό το σημείο. Έτσι δεν είναι;
Έλα ντε. Είναι όντως έτσι; Η ΑΣΠΙΣ δεν ήταν καμιά εταιρεία-πυροτέχνημα, εξήντα χρόνια πορεία είχε και μέχρι κάποιο σημείο ήταν (ή τέλος πάντων έδειχνε) σοβαρή και εύρωστη εταιρεία. Ενδεχομένως θα μπορούσε "το Κράτος" να ανακαλέσει την άδειά της μερικούς μήνες νωρίτερα, ίσως ένα χρόνο. Θα λυνόταν το πρόβλημα; Όχι -απλώς θα ήταν κατά τι μικρότερο. Και, υπενθυμίζω, το μεγάλο πρόβλημα δεν το έχουν όσοι ασφαλίστηκαν τα τελευταία ένα-δυο χρόνια λειτουργίας της εταιρείας. Και αυτοί χάνουν, δεν λέω, αλλά χάνουν λίγα. Το μεγάλο πρόβλημα το έχουν όσοι είναι παλιοί ασφαλισμένοι, που χάνουν πολλά και που, προσέξτε, δεν είναι πολύ εύκολο να βρουν αλλού να ασφαλιστούν ("γέρικα άλογα" τους κωδικοποίησαν οι συνομιλητές του ΣΚΑΪ, όχι πολύ κομψά είναι η αλήθεια).
Τι μπορεί να γίνει γι' αυτούς; Φοβάμαι, όχι και πολλά πράγματα. Υποτίθεται ότι αυτή τη στιγμή που μιλάμε συνεχίζεται η αποτίμηση της εταιρείας, ώστε να διαπιστωθεί το ύψος του ενεργητικού και του παθητικού της και να αρχίσει κάποια διαδικασία διακανονισμού των εις βάρος της απαιτήσεων. Πόσο θα κρατήσει αυτό, αμφιβάλλω αν μπορεί να μας ενημερώσει κανείς. Ακόμα χειρότερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα του ελέγχου.
Όπως και νά 'χει, ακόμα και με κρατική εγγύηση (που θα μας βάλει σε μπελάδες με την Κομισιόν, σε μια εποχή που έχουμε ήδη αρκετούς), είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί εταιρεία που θα θελήσει να αναλάβει το χαρτοφυλάκιο κλάδου ζωής της ΑΣΠΙΣ "ως έχει". Και δεν συζητάμε καν για επενδυτικά, νοσοκομειακά και λοιπά προγράμματα. Προσωπικά, σε όσους πελάτες μου έχουν έρθει με τέτοιες υποθέσεις, προσπαθώ να τους συμφιλιώσω σιγά σιγά με την ιδέα ότι έχουν χάσει τα λεφτά τους και ότι, αν σταθούν πολύ τυχεροί, ίσως να περισώσουν κάτι, αλλά ας μην το πολυπιστεύουν κιόλας.
Και για το μέλλον; Ο κ. Παλαιολόγος έριξε την ιδέα, και μάλλον δεν είναι η πρώτη φορά, να δημιουργηθεί κάτι ανάλογο με το Επικουρικό Κεφάλαιο και για τις ασφάλειες ζωής. Σε κάποιες χώρες του εξωτερικού υπάρχει ήδη, σε άλλες όχι. Είναι μια ιδέα συζητήσιμη, αλλά εφόσον μιλάμε για έναν κουμπαρά που θα χρηματοδοτείται βασικά από τις εταιρείες, είναι προφανές ότι το κόστος θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές, δηλαδή τους ασφαλισμένους. Κι αν στα αυτοκίνητα το χαράτσι το μοιραζόμαστε πολλοί, στις ασφάλειες ζωής θα το μοιράζονται σαφώς λιγότεροι. Που σημαίνει ακριβότερα ασφάλιστρα. Που σημαίνει πιθανή συρρίκνωση της αγοράς. Που σημαίνει ότι και άλλες εταιρείες μπορεί να πέσουν έξω. Φαύλος κύκλος (;)
Τα συμπεράσματα από αυτή την ιστορία μπορεί να είναι πολλά, και διαφορετικά για τον καθένα, ανάλογα κι από ποια πλευρά το εξετάζει κανείς το θέμα. Για μένα, ας πούμε, το προφανές συμπέρασμα είναι ότι καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική η σωτηρία και η ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να το αντικαταστήσει αποτελεσματικά η ελεύθερη αγορά και η ιδιωτική ασφάλιση. Κι αυτό δεν είναι καινούργιο -στα εξωτερικά, έχουν βάλει λουκέτο εταιρείες πολύ μεγαλύτερες, που μπροστά τους η ΑΣΠΙΣ ήταν περίπτερο. Το εγχώριο παράδειγμα απλώς μας το υπενθυμίζει.
Από την άλλη, και για να τελειώνουμε με αυτό το μαραθώνιο ποστ, πάντοτε μου κάνει εντύπωση το πώς αρνούμαστε να παραδεχτούμε ότι στην ελεύθερη αγορά καμιά φορά σκάνε και κανόνια. Κι ότι το Κράτος δεν μπορεί να το εμποδίσει αυτό. Κι ότι δεν γίνεται να είμαστε χωριστά στα κέρδη και συνεταίροι στις ζημιές.
.
Ας τα πάρουμε από την αρχή: ασφαλιστικές εταιρείες στη χώρα μας λειτουργούν πολλές, ίσως πάρα πολλές σε σχέση με το μέγεθος της αγοράς. Σε έναν κατάλογο του Δικηγορικού Συλλόγου Αθηνών, εκδόσεως 2003, μετράω πάνω από 80 ελληνικές εταιρείες, συν καμιά δεκαπενταριά αλλοδαπές -και λείπουν και μερικές. Από τότε βέβαια έχουν κλείσει καμιά ντουζίνα, άλλες έχουν συγχωνευτεί μεταξύ τους ή απορροφηθεί από μεγαλύτερες, γενικά ο κλάδος παρουσιάζει μια κινητικότητα.
Το να βάζουν λουκέτο ασφαλιστικές εταιρείες δεν είναι κάτι πρωτόγνωρο, ούτε ασυνήθιστο. Μάλιστα η αγορά είχε και παλιότερα την τάση να οδηγείται περιοδικά σε κάποιο ξεκαθάρισμα, μέσα από το οποίο έκλειναν μαζεμένες σε σύντομο χρονικό διάστημα μερικές εταιρείες. Συνήθως οι εταιρείες αυτές δραστηριοποιούνταν κυρίως (ή αποκλειστικά) στον κλάδο αυτοκινήτου: ασφάλιζαν δηλαδή την αστική ευθύνη (= κίνδυνος πρόκλησης ζημιών σε τρίτους) των ιδιοκτητών πάσης φύσεως οχημάτων, ασφάλιση που είναι υποχρεωτική για όλα τα οχήματα που κυκλοφορούν στους ελληνικούς δρόμους. Και συνήθως ο λόγος που έκλειναν ήταν πολύ απλός: χτυπούσαν τον ανταγωνισμό προσφέροντας πολύ χαμηλό ασφάλιστρο, πουλούσαν ας πούμε για 7 ευρώ ένα ασφαλιστήριο που η αγορά γενικώς το κοστολογεί με 10, κι έτσι με την πάροδο του χρόνου έπεφταν έξω.
Σε αυτές τις περιπτώσεις τη ζημιά από το κλείσιμο μιας εταιρείας την φορτώνονταν κυρίως: α) οι εργαζόμενοι που έχαναν τις δουλειές τους, β) οι ασφαλισμένοι που έχαναν τα λεφτά που είχαν πληρώσει για την ασφάλιση των αυτοκινήτων τους και γ) οι τρίτοι, που είχαν αξιώσεις κατά της εταιρείας -δικαστικές ή εξώδικες. Σε γενικές γραμμές, οι ασφαλισμένοι κατέβαζαν μερικά καντήλια και στη συνέχεια ξαναπλήρωναν για να ασφαλιστούν εκ νέου σε κάποια άλλη εταιρεία. Η ζημιά τους ήταν το ασφάλιστρο ενός εξαμήνου ή ενός χρόνου -όχι ασήμαντο ποσό, αλλά πάντως δεν ήταν και προς θάνατο. Όσο για τους τρίτους, αυτοί είχαν πάντοτε την κάλυψη του "Επικουρικού Κεφαλαίου", ενός μηχανισμού ασφαλείας που προβλέπει ο νόμος ακριβώς γι' αυτές τις περιπτώσεις: κάτι σαν κουμπαράς που τροφοδοτείται κυρίως από τις ασφαλιστικές εταιρείες, που αναλαμβάνει όλες τις υποχρεώσεις (αλλά και τα δικαιώματα) της εταιρείας που κλείνει, (αλλά προσοχή:) τα οποία έχουν να κάνουν με τον κλάδο υποχρεωτικής ασφάλισης αυτοκινήτου -και μόνο.
Η ιδιαιτερότητα της ΑΣΠΙΣ, που έβαλε λουκέτο τον περασμένο Σεπτέμβριο, είναι ότι δεν δραστηριοποιούνταν μόνο στον κλάδο αυτοκινήτου αλλά είχε φτιάξει κι ένα αξιόλογο χαρτοφυλάκιο ασφαλίσεων ζωής, προγραμμάτων νοσοκομειακών, επενδυτικών κ.τ.τ. Κι εδώ αρχίζουν τα δύσκολα.
Φαντάσου να πληρώνεις επί δέκα-δεκαπέντε χρόνια ένα ποσό ετησίως σε μια ασφαλιστική εταιρεία, με την προοπτική να πάρεις ένα έξτρα εφάπαξ στα 65, ας πούμε, ή μια έξτρα σύνταξη. Ή να πληρώνεις για να έχεις κάποιες παροχές σε περίπτωση τοκετού, νοσηλείας, σοβαρού ατυχήματος κλπ. Ξαφνικά η εταιρεία κλείνει και μένεις ξεκρέμαστος. Πρόβλημα, έτσι δεν είναι; -και μάλιστα ευθέως ανάλογο με τον αριθμό των ασφαλισμένων.
Γιατί στην περίπτωση αυτή δεν υπάρχει κανένα Επικουρικό Κεφάλαιο να μπει μπροστά και να αναλάβει τις υποχρεώσεις της εταιρείας που έκλεισε. Ελεύθερη αγορά δεν έχουμε; Προαιρετικές δεν είναι αυτές οι ασφαλίσεις; Ε, στην ελεύθερη αγορά συμβαίνει καμιά φορά να κλείνουν και εταιρείες -τι να κάνουμε;
Βέβαια οι εταιρείες δεν κλείνουν έτσι, από τη μια στιγμή στην άλλη. Κατά κανόνα, αρκετούς μήνες πριν το οριστικό λουκέτο αρχίζουν να εκπέμπουν προειδοποιητικά σήματα: καθυστερήσεις στις πληρωμές, αδικαιολόγητες αντιρρήσεις σχετικά με τους όρους κάλυψης, "πάρτε τηλέφωνο από Δευτέρα" και πάει λέγοντας. Τα προβλήματα συσσωρεύονται σιγά σιγά, η ρευστότητα σταδιακά μειώνεται, η εταιρεία βάζει χέρι στα αποθεματικά της -κι εκεί έρχεται ο κρατικός έλεγχος και βάζει χέρι στην εταιρεία: της δίνει μια προθεσμία να αποκαταστήσει το αποθεματικό της.
Αυτό μπορεί να γίνει είτε με δανεισμό, είτε με αύξηση του μετοχικού κεφαλαίου. Όμως σε αυτό το σημείο ήδη η πιάτσα έχει πληροφορηθεί ότι η εταιρεία πάει για φούντο, και δύσκολα θα βρεθεί τράπεζα που να δανείσει ή επενδυτής που να βάλει τα λεφτά του. Σε αυτό το σημείο επίσης είναι που κυκλοφορούν συνήθως τα σενάρια για ζάπλουτους σεΐχηδες από Σαουδική Αραβία μεριά, που καταφτάνουν από μέρα σε μέρα με ένα καράβι πετροδολάρια, να το ρίξουν στην αναξιοπαθούσα εταιρεία και να τη σώσουν. Αλλά η ρημάδα η πραγματικότητα συστηματικά διαψεύδει τα σενάρια, οι σεΐχηδες γίνονται καπνός και η εταιρεία πάει περίπατο.
Κάπως έτσι έγινε και στην περίπτωση της ΑΣΠΙΣ: ήδη πριν από το καλοκαίρι η πιάτσα ήξερε ότι το λουκέτο πλησιάζει ολοταχώς. Και βρέθηκε κάποιος από την προηγούμενη κυβέρνηση που μυρίστηκε την καταιγίδα και προσπάθησε να την προλάβει: ντάλα καλοκαίρι, Ιούλιο μήνα, με την πατροπαράδοτη μέθοδο της τροπολογίας σε άσχετο νομοσχέδιο ("περί σκαφών αναψυχής", for crying out loud!), πέρασε μια διάταξη που προβλέπει (μέσες άκρες) ότι ο κλάδος ζωής μιας εταιρείας που κλείνει μπορεί να μεταβιβαστεί σε άλλη εταιρεία με την εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου.
Φυσικά, όταν αυτές οι δουλειές γίνονται στο πόδι τα αποτελέσματα συνήθως δεν είναι και πολύ αξιόλογα. Και πράγματι, η διάταξη αυτή περιέχει τόσες πολλές νομικές περικοκλάδες που ουσιαστικά αυτοακυρώνεται, άσε που ο συνδυασμός "εγγύηση του ελληνικού Δημοσίου" και "ιδιωτική επιχείρηση" έχει ξυπνήσει και κάτι ευαίσθητες ψυχές στας Βρυξέλλας, οι οποίες μυρίζονται νόθευση του ανταγωνισμού (και με το δίκιο τους).
Ωστόσο, και για να γυρίσουμε στην εκπομπή του ΣΚΑΪ από την οποία ξεκινήσαμε, η διάταξη αυτή δίνει πάτημα στον κόσμο να απαιτεί από το Κράτος την επίλυση του προβλήματος. Να απαιτεί δηλαδή στην ουσία την κοινωνικοποίηση της ζημιάς που προκάλεσε η εταιρεία: βάρεσε κανόνι, άφησε τους ασφαλισμένους της ξεκρέμαστους, και οι ξεκρέμαστοι τώρα ζητάνε να πληρώσουμε τα κερατιάτικα όλοι μας, και όχι μόνον αυτοί.
Και το αιτιολογούν κιόλας: διότι, σου λένε, αν το Κράτος είχε ελέγξει αποτελεσματικά την εταιρεία, δεν θα είχαμε φτάσει σε αυτό το σημείο. Έτσι δεν είναι;
Έλα ντε. Είναι όντως έτσι; Η ΑΣΠΙΣ δεν ήταν καμιά εταιρεία-πυροτέχνημα, εξήντα χρόνια πορεία είχε και μέχρι κάποιο σημείο ήταν (ή τέλος πάντων έδειχνε) σοβαρή και εύρωστη εταιρεία. Ενδεχομένως θα μπορούσε "το Κράτος" να ανακαλέσει την άδειά της μερικούς μήνες νωρίτερα, ίσως ένα χρόνο. Θα λυνόταν το πρόβλημα; Όχι -απλώς θα ήταν κατά τι μικρότερο. Και, υπενθυμίζω, το μεγάλο πρόβλημα δεν το έχουν όσοι ασφαλίστηκαν τα τελευταία ένα-δυο χρόνια λειτουργίας της εταιρείας. Και αυτοί χάνουν, δεν λέω, αλλά χάνουν λίγα. Το μεγάλο πρόβλημα το έχουν όσοι είναι παλιοί ασφαλισμένοι, που χάνουν πολλά και που, προσέξτε, δεν είναι πολύ εύκολο να βρουν αλλού να ασφαλιστούν ("γέρικα άλογα" τους κωδικοποίησαν οι συνομιλητές του ΣΚΑΪ, όχι πολύ κομψά είναι η αλήθεια).
Τι μπορεί να γίνει γι' αυτούς; Φοβάμαι, όχι και πολλά πράγματα. Υποτίθεται ότι αυτή τη στιγμή που μιλάμε συνεχίζεται η αποτίμηση της εταιρείας, ώστε να διαπιστωθεί το ύψος του ενεργητικού και του παθητικού της και να αρχίσει κάποια διαδικασία διακανονισμού των εις βάρος της απαιτήσεων. Πόσο θα κρατήσει αυτό, αμφιβάλλω αν μπορεί να μας ενημερώσει κανείς. Ακόμα χειρότερα, κανείς δεν μπορεί να είναι σίγουρος για το αποτέλεσμα του ελέγχου.
Όπως και νά 'χει, ακόμα και με κρατική εγγύηση (που θα μας βάλει σε μπελάδες με την Κομισιόν, σε μια εποχή που έχουμε ήδη αρκετούς), είναι μάλλον απίθανο να βρεθεί εταιρεία που θα θελήσει να αναλάβει το χαρτοφυλάκιο κλάδου ζωής της ΑΣΠΙΣ "ως έχει". Και δεν συζητάμε καν για επενδυτικά, νοσοκομειακά και λοιπά προγράμματα. Προσωπικά, σε όσους πελάτες μου έχουν έρθει με τέτοιες υποθέσεις, προσπαθώ να τους συμφιλιώσω σιγά σιγά με την ιδέα ότι έχουν χάσει τα λεφτά τους και ότι, αν σταθούν πολύ τυχεροί, ίσως να περισώσουν κάτι, αλλά ας μην το πολυπιστεύουν κιόλας.
Και για το μέλλον; Ο κ. Παλαιολόγος έριξε την ιδέα, και μάλλον δεν είναι η πρώτη φορά, να δημιουργηθεί κάτι ανάλογο με το Επικουρικό Κεφάλαιο και για τις ασφάλειες ζωής. Σε κάποιες χώρες του εξωτερικού υπάρχει ήδη, σε άλλες όχι. Είναι μια ιδέα συζητήσιμη, αλλά εφόσον μιλάμε για έναν κουμπαρά που θα χρηματοδοτείται βασικά από τις εταιρείες, είναι προφανές ότι το κόστος θα μετακυλιστεί στους καταναλωτές, δηλαδή τους ασφαλισμένους. Κι αν στα αυτοκίνητα το χαράτσι το μοιραζόμαστε πολλοί, στις ασφάλειες ζωής θα το μοιράζονται σαφώς λιγότεροι. Που σημαίνει ακριβότερα ασφάλιστρα. Που σημαίνει πιθανή συρρίκνωση της αγοράς. Που σημαίνει ότι και άλλες εταιρείες μπορεί να πέσουν έξω. Φαύλος κύκλος (;)
Τα συμπεράσματα από αυτή την ιστορία μπορεί να είναι πολλά, και διαφορετικά για τον καθένα, ανάλογα κι από ποια πλευρά το εξετάζει κανείς το θέμα. Για μένα, ας πούμε, το προφανές συμπέρασμα είναι ότι καθίσταται ακόμα πιο επιτακτική η σωτηρία και η ενίσχυση του συστήματος κοινωνικής ασφάλισης, το οποίο σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να το αντικαταστήσει αποτελεσματικά η ελεύθερη αγορά και η ιδιωτική ασφάλιση. Κι αυτό δεν είναι καινούργιο -στα εξωτερικά, έχουν βάλει λουκέτο εταιρείες πολύ μεγαλύτερες, που μπροστά τους η ΑΣΠΙΣ ήταν περίπτερο. Το εγχώριο παράδειγμα απλώς μας το υπενθυμίζει.
Από την άλλη, και για να τελειώνουμε με αυτό το μαραθώνιο ποστ, πάντοτε μου κάνει εντύπωση το πώς αρνούμαστε να παραδεχτούμε ότι στην ελεύθερη αγορά καμιά φορά σκάνε και κανόνια. Κι ότι το Κράτος δεν μπορεί να το εμποδίσει αυτό. Κι ότι δεν γίνεται να είμαστε χωριστά στα κέρδη και συνεταίροι στις ζημιές.
.
Ετικέττες:
Αστικό Δίκαιο
09 Φεβρουάριος 2010
Μικρό, εμβόλιμο ποστ

Χτες το βράδυ, την ώρα που κατέβαζα τα μπατζούρια στο γραφείο, το μάτι μου έπεσε κατά τύχη στο πάτωμα -και ξαφνικά το είδα. Ένα μαύρο καλώδιο. Που καταλήγει σε μικρού μεγέθους, κυλινδρική απόληξη. Αδέσποτο. Να σέρνεται στο πάτωμα.
Από πού διάολο να βγήκε; Αφού όλες οι συσκευές δουλεύουν κανονικά. Πιάνω την άκρη που σέρνεται και ακολουθώ το καλώδιο μέχρι να φτάσω στην άλλη άκρη. Στην άλλη άκρη βρίσκεται ένα παχουλό τροφοδοτικό, καρφωμένο στο πολύπριζο, μαύρο, νο-νέημ και μέηντ-ιν-Τσάινα. Καμία ένδειξη σε ποια συσκευή μπορεί να ανήκει.
Να είναι από το μόντεμ; Μπα, αφού το μόντεμ δουλεύει, και το καλώδιο της τροφοδοσίας του είναι στη θέση του, το βλέπω.
Να είναι από τον εξωτερικό σκληρό; Μπα, αυτός παίρνει ρεύμα από το USB, κι άλλωστε θυμάμαι αμυδρά ότι, όταν τον είχα αγοράσει, είχα ψάξει για φορτιστή και μου είχαν πει ότι θέλει έναν περίεργο που κάνει καμιά 50αριά ευρώ, οπότε δεν.
Να είναι από το hubάκι; Όχι, ούτε, κι αυτό από το USB παίρνει ρεύμα.
Για εκτυπωτή, οθόνη και τα τοιαύτα δεν το συζητάμε, καμία σχέση, φορτιστής κινητού δεν είναι, τι σκατά είναι;
Μήπως από το παλιό μόντεμ; Μα αφού το παλιό μόντεμ το πήρα στο σπίτι και το χρησιμοποιώ εκεί, μαζί και το τροφοδοτικό του. Τζίφος.
Να μην τα πολυλογώ, παιδεύτηκα κανένα δεκάλεπτο να το σκέφτομαι, άκρη δεν έβγαλα, τα παράτησα. Δεν βαριέσαι, ζημιά δεν κάνει, τι στενοχωριέσαι; Μου πέρασε πάντως από το μυαλό, φευγαλέα βέβαια αλλά μου πέρασε, η σκέψη ότι τον καιρό των πατεράδων μας που δουλεύανε με τη γραφομηχανή ο κόσμος δεν αντιμετώπιζε τέτοια αινίγματα.
Και βέβαια το αγνώστου ταυτότητας τροφοδοτικό το άφησα καρφωμένο στην πρίζα. Άστο να βρίσκεται, ποτέ δεν ξέρεις.
Ετικέττες:
Για το διάλειμμα
05 Φεβρουάριος 2010
Στρατευμένη τέχνη
Αυτό το ποστ το έχω στο μυαλό μου εδώ και αρκετές μέρες, αλλά προβληματίστηκα αν πρέπει να το γράψω ή όχι. Εν πάση περιπτώσει, πάμε και θα δούμε.
Η αφορμή ήταν μια συζήτηση στο buzz σχετικά με το κλείσιμο τηλεοπτικών σταθμών στη Βενεζουέλα, καθώς και τα αναπόφευκτα σχόλια για το "καθεστώς Τσάβες" που είναι έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα, τέλος πάντων, διαβάστε τα εκεί να μην τα ξαναλέμε.
Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε από μια δημοσίευση στο site του BBC, που μπορείτε να τη δείτε εδώ. Δεν είναι τόσο η ίδια η είδηση που με προβλημάτισε, όσο το όλο στήσιμο της σελίδας, τα λινκ, οι τίτλοι και τα συναφή. Εξηγούμαι:
Υπάρχει μια τάση στα διεθνή ΜΜΕ να παρουσιάζουν τις ειδήσεις από τη Βενεζουέλα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να φαίνεται ότι σε αυτή τη χώρα όλα ξεκινάνε από τον Τσάβες και καταλήγουν στον Τσάβες.
Μολονότι η Βενεζουέλα διαθέτει σύνταγμα, κυβέρνηση και υπουργούς και νομοθετικό σώμα και δικαστήρια, η αίσθηση που αποκομίζει ο μέσος αναγνώστης-τηλεθεατής του δυτικού κόσμου είναι ότι, τελικά, όλα αυτά δεν είναι παρά μια επίφαση, ένα δημοκρατικούτσικο αμπαλάζ για ένα καθεστώς που κατά βάση είναι λίγο-πολύ μια δικτατορία λατινοαμερικανικού τύπου. Τσάβες κερνάει, Τσάβες πίνει. Για του λόγου το αληθές, μετρήστε στη σελίδα του BBC πόσες φορές αναγράφεται το όνομα του πρεσιδέντε, πατήστε τα λινκ και μετρήστε πόσες φωτογραφίες του διακοσμούν τα ρεπορτάζ.
Αλλά αυτό που βγάζει μάτι είναι εκείνος ο τίτλος παραδίπλα, στα Key Stories: Chavez seizes foreign store. Ειλικρινά, διαβάζοντας τον τίτλο δεν σας έρχεται στο νου η εικόνα του Τσάβες να μπουκάρει στο μαγαζί με το περίστροφο στο χέρι και να σηκώνει το ταμείο;
Διερωτώμαι λοιπόν κατά πόσο αυτός ο τρόπος παρουσίασης, αυτή η σημειολογία αν θέλετε, είναι τυχαία ή σκόπιμη. Στην εποχή που ζούμε, και ιδίως όταν μιλάμε για τα ιντερνέτς, η πληροφορία έρχεται στον δυτικό κυβερνοναύτη με καταιγιστικούς ρυθμούς. Υπάρχει βέβαια η δυνατότητα να εμβαθύνει κανείς όσο θέλει ψάχνοντας τις πηγές και πηγαίνοντας από λινκ σε λινκ και από γκούγκλισμα σε γκούγκλισμα μέχρι να διαμορφώσει άποψη για οποιοδήποτε θέμα, αλλά, μεταξύ μας τώρα, πόσοι έχουν τον χρόνο και την όρεξη να το κάνουν; Στους καιρούς του syndication, ο περισσότερος κόσμος θα μείνει στην περίληψη, τη διαγώνια ανάγνωση και τη γενική εντύπωση που θα αποκομίσει από μια πλατιά ματιά στο όποιο δημοσίευμα. Ιδίως αν αυτό προέρχεται από μια έγκυρη πηγή όπως, ας πούμε, το BBC.
Γι' αυτό και ο τρόπος παρουσίασης των ειδήσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Για να ξαναγυρίσουμε στην ιστορία των τηλεοπτικών σταθμών, πόσοι θα κάτσουν να ψάξουν ποια είναι η ισχύουσα στη Βενεζουέλα νομοθεσία για την αδειοδότησή τους, πόσοι θα αναρωτηθούν γιατί θεσπίστηκε αυτή η νομοθεσία ή γιατί θεωρείται απαραίτητη; (Παρένθεση: ειδικά στην Ελλάδα, όπου οι σταθμοί λειτουργούν με άδεια από τη σημαία, αυτή η συζήτηση θα ήταν έως και γκροτέσκα, στο σπίτι του κρεμασμένου κλπ. Κλείνει η παρένθεση). Ειδικά τη στιγμή που διαβάζει κανείς ότι εφαρμόζεται σε βάρος αντιπολιτευόμενων καναλιών, τι πιο προφανές από το συμπέρασμα ότι η νομοθεσία αυτή χρησιμεύει στο "καθεστώς Τσάβες" αποκλειστικά για να φιμώνει τις αντίθετες φωνές -και τέρμα;
Και δεν λέω ότι αποκλείεται να είναι έτσι -λέω όμως ότι ο αναγνώστης κατευθύνεται στο συμπέρασμα ότι έτσι είναι χωρίς να παρακινείται να το ψάξει περισσότερο. Κι ας θυμηθούμε ότι ζούμε σε καιρούς που δεν αγαπούν τις λεπτές διακρίσεις, αντίθετα λατρεύουν την απλοϊκή θεώρηση ενός κόσμου χωρισμένου σε καλούς και κακούς, όπου όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας και τα λοιπά. Και είναι δυνατόν να είναι μαζί μας ο ηγέτης μιας χώρας που φιμώνει τηλεοπτικούς σταθμούς αντιφρονούντων και κλέβει σουπερμάρκετ;
Με την πάροδο ικανού χρόνου, και διαλέγοντας προσεχτικά κάθε φορά πού θα εστιάσουμε τους προβολείς, κάποια στιγμή θα ωριμάσουν οι συνθήκες ώστε μια πιθανή "εξαγωγή δημοκρατίας" στη Βενεζουέλα να αποτελέσει ανεκτό (αν όχι επιθυμητό) ενδεχόμενο για τη δυτική κοινή γνώμη. Δεν είναι απαραίτητο να επιστρατευθεί κάποιος καραγκιόζης τύπου Πατ Ρόμπερτσον, που θα ζητάει να δολοφονηθεί ο Τσάβες: αυτή η μέθοδος είναι πολύ χοντροκομμένη, πολύ μπρουτάλ, ακόμα και για τα δεδομένα της οκταετίας Μπους. Υπάρχουν πιο εκλεπτυσμένοι, πιο διακριτικοί τρόποι για να γίνει η δουλειά, και μάλιστα με τη σφραγίδα ποιότητας έγκυρων μήντια που θα προλειάνουν το έδαφος χωρίς να διακυβεύουν το κύρος τους -μια που θα μπορούν να πουν ότι, ορίστε κύριε, η πληροφορία είναι όλη εδώ, δεν είχες παρά να κάνεις 4-5 κλικ για να τη δεις.
Ευθύνη του δέκτη της πληροφορίας, οπωσδήποτε -αλλά του πομπού;
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, μεταξύ κραυγαλέας στράτευσης και διακριτικής στράτευσης, η δεύτερη είναι μακροπρόθεσμα πιο αποτελεσματική, και μπορεί να έχει απήχηση σε ευρύτερα ακροατήρια. Ή πάλι μπορεί να είμαι εγώ πολύ καχύποπτος, και τα πράγματα να είναι εντελώς αθώα, αντικειμενικά και αμερόληπτα. Δεν ξέρω.
Τροφή για σκέψη για το Σαββατοκύριακο, και τα ξαναλέμε από βδομάδα.
Υ.Γ.: Σπέσιαλ θενκς σε Τάλω και Plagal, επίσημους Βενεζουελανολόγους της ελληνικής μπλογκόσφαιρας για τα λινκ :)
.
Η αφορμή ήταν μια συζήτηση στο buzz σχετικά με το κλείσιμο τηλεοπτικών σταθμών στη Βενεζουέλα, καθώς και τα αναπόφευκτα σχόλια για το "καθεστώς Τσάβες" που είναι έτσι, αλλιώς κι αλλιώτικα, τέλος πάντων, διαβάστε τα εκεί να μην τα ξαναλέμε.
Η συζήτηση αυτή ξεκίνησε από μια δημοσίευση στο site του BBC, που μπορείτε να τη δείτε εδώ. Δεν είναι τόσο η ίδια η είδηση που με προβλημάτισε, όσο το όλο στήσιμο της σελίδας, τα λινκ, οι τίτλοι και τα συναφή. Εξηγούμαι:
Υπάρχει μια τάση στα διεθνή ΜΜΕ να παρουσιάζουν τις ειδήσεις από τη Βενεζουέλα κατά τρόπο τέτοιο ώστε να φαίνεται ότι σε αυτή τη χώρα όλα ξεκινάνε από τον Τσάβες και καταλήγουν στον Τσάβες.
Μολονότι η Βενεζουέλα διαθέτει σύνταγμα, κυβέρνηση και υπουργούς και νομοθετικό σώμα και δικαστήρια, η αίσθηση που αποκομίζει ο μέσος αναγνώστης-τηλεθεατής του δυτικού κόσμου είναι ότι, τελικά, όλα αυτά δεν είναι παρά μια επίφαση, ένα δημοκρατικούτσικο αμπαλάζ για ένα καθεστώς που κατά βάση είναι λίγο-πολύ μια δικτατορία λατινοαμερικανικού τύπου. Τσάβες κερνάει, Τσάβες πίνει. Για του λόγου το αληθές, μετρήστε στη σελίδα του BBC πόσες φορές αναγράφεται το όνομα του πρεσιδέντε, πατήστε τα λινκ και μετρήστε πόσες φωτογραφίες του διακοσμούν τα ρεπορτάζ.
Αλλά αυτό που βγάζει μάτι είναι εκείνος ο τίτλος παραδίπλα, στα Key Stories: Chavez seizes foreign store. Ειλικρινά, διαβάζοντας τον τίτλο δεν σας έρχεται στο νου η εικόνα του Τσάβες να μπουκάρει στο μαγαζί με το περίστροφο στο χέρι και να σηκώνει το ταμείο;
Διερωτώμαι λοιπόν κατά πόσο αυτός ο τρόπος παρουσίασης, αυτή η σημειολογία αν θέλετε, είναι τυχαία ή σκόπιμη. Στην εποχή που ζούμε, και ιδίως όταν μιλάμε για τα ιντερνέτς, η πληροφορία έρχεται στον δυτικό κυβερνοναύτη με καταιγιστικούς ρυθμούς. Υπάρχει βέβαια η δυνατότητα να εμβαθύνει κανείς όσο θέλει ψάχνοντας τις πηγές και πηγαίνοντας από λινκ σε λινκ και από γκούγκλισμα σε γκούγκλισμα μέχρι να διαμορφώσει άποψη για οποιοδήποτε θέμα, αλλά, μεταξύ μας τώρα, πόσοι έχουν τον χρόνο και την όρεξη να το κάνουν; Στους καιρούς του syndication, ο περισσότερος κόσμος θα μείνει στην περίληψη, τη διαγώνια ανάγνωση και τη γενική εντύπωση που θα αποκομίσει από μια πλατιά ματιά στο όποιο δημοσίευμα. Ιδίως αν αυτό προέρχεται από μια έγκυρη πηγή όπως, ας πούμε, το BBC.
Γι' αυτό και ο τρόπος παρουσίασης των ειδήσεων αποκτά ιδιαίτερη σημασία. Για να ξαναγυρίσουμε στην ιστορία των τηλεοπτικών σταθμών, πόσοι θα κάτσουν να ψάξουν ποια είναι η ισχύουσα στη Βενεζουέλα νομοθεσία για την αδειοδότησή τους, πόσοι θα αναρωτηθούν γιατί θεσπίστηκε αυτή η νομοθεσία ή γιατί θεωρείται απαραίτητη; (Παρένθεση: ειδικά στην Ελλάδα, όπου οι σταθμοί λειτουργούν με άδεια από τη σημαία, αυτή η συζήτηση θα ήταν έως και γκροτέσκα, στο σπίτι του κρεμασμένου κλπ. Κλείνει η παρένθεση). Ειδικά τη στιγμή που διαβάζει κανείς ότι εφαρμόζεται σε βάρος αντιπολιτευόμενων καναλιών, τι πιο προφανές από το συμπέρασμα ότι η νομοθεσία αυτή χρησιμεύει στο "καθεστώς Τσάβες" αποκλειστικά για να φιμώνει τις αντίθετες φωνές -και τέρμα;
Και δεν λέω ότι αποκλείεται να είναι έτσι -λέω όμως ότι ο αναγνώστης κατευθύνεται στο συμπέρασμα ότι έτσι είναι χωρίς να παρακινείται να το ψάξει περισσότερο. Κι ας θυμηθούμε ότι ζούμε σε καιρούς που δεν αγαπούν τις λεπτές διακρίσεις, αντίθετα λατρεύουν την απλοϊκή θεώρηση ενός κόσμου χωρισμένου σε καλούς και κακούς, όπου όποιος δεν είναι μαζί μας είναι εναντίον μας και τα λοιπά. Και είναι δυνατόν να είναι μαζί μας ο ηγέτης μιας χώρας που φιμώνει τηλεοπτικούς σταθμούς αντιφρονούντων και κλέβει σουπερμάρκετ;
Με την πάροδο ικανού χρόνου, και διαλέγοντας προσεχτικά κάθε φορά πού θα εστιάσουμε τους προβολείς, κάποια στιγμή θα ωριμάσουν οι συνθήκες ώστε μια πιθανή "εξαγωγή δημοκρατίας" στη Βενεζουέλα να αποτελέσει ανεκτό (αν όχι επιθυμητό) ενδεχόμενο για τη δυτική κοινή γνώμη. Δεν είναι απαραίτητο να επιστρατευθεί κάποιος καραγκιόζης τύπου Πατ Ρόμπερτσον, που θα ζητάει να δολοφονηθεί ο Τσάβες: αυτή η μέθοδος είναι πολύ χοντροκομμένη, πολύ μπρουτάλ, ακόμα και για τα δεδομένα της οκταετίας Μπους. Υπάρχουν πιο εκλεπτυσμένοι, πιο διακριτικοί τρόποι για να γίνει η δουλειά, και μάλιστα με τη σφραγίδα ποιότητας έγκυρων μήντια που θα προλειάνουν το έδαφος χωρίς να διακυβεύουν το κύρος τους -μια που θα μπορούν να πουν ότι, ορίστε κύριε, η πληροφορία είναι όλη εδώ, δεν είχες παρά να κάνεις 4-5 κλικ για να τη δεις.
Ευθύνη του δέκτη της πληροφορίας, οπωσδήποτε -αλλά του πομπού;
Καταλήγω στο συμπέρασμα ότι, μεταξύ κραυγαλέας στράτευσης και διακριτικής στράτευσης, η δεύτερη είναι μακροπρόθεσμα πιο αποτελεσματική, και μπορεί να έχει απήχηση σε ευρύτερα ακροατήρια. Ή πάλι μπορεί να είμαι εγώ πολύ καχύποπτος, και τα πράγματα να είναι εντελώς αθώα, αντικειμενικά και αμερόληπτα. Δεν ξέρω.
Τροφή για σκέψη για το Σαββατοκύριακο, και τα ξαναλέμε από βδομάδα.
Υ.Γ.: Σπέσιαλ θενκς σε Τάλω και Plagal, επίσημους Βενεζουελανολόγους της ελληνικής μπλογκόσφαιρας για τα λινκ :)
.
Ετικέττες:
Δίκαιο ΜΜΕ,
Διεθνές Δίκαιο
01 Φεβρουάριος 2010
Μεγάλες απορίες
Δε λέω, εκ πρώτης όψεως το να σχολιάζεις τα reality show της τηλεόρασης είναι λίγο σαν να κλέβεις εκκλησία. Από την άλλη όμως μερικές φορές είναι δύσκολο να αντισταθείς στον πειρασμό.
Δεν χρειάζεται πτυχίο ψυχολογίας, ούτε καν κοινωνιολογίας για να καταλάβει κανείς ότι η λογική των εν λόγω εκπομπών είναι να εκμεταλλευτούν την ορμέμφυτη τάση του ανθρώπου για μπανιστήρι. Το να ρίχνεις μια ματιά στο Απαγορευμένο μέσα από την κλειδαρότρυπα κρύβει καταπώς φαίνεται μια ιδιαίτερη γοητεία στην οποία οι περισσότεροι υποκύπτουν, ιδίως αν μπορούν να το κάνουν από την άνεση του καναπέ και αν η κλειδαρότρυπα έχει διαγώνιο εικοσιδύο ιντσών και βάλε. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα, όλα τα υπόλοιπα είναι αξεσουάρ που προστίθενται προκειμένου να υπάρξει μια κάποια ποικιλία και να μην βαρεθεί ο απαιτητικός τηλεθεατής-μπανιστηρτζής.
Το αρχέτυπο αυτού του είδους εκπομπών ήταν φυσικά ο μεγάλος αδερφός, όπου το κόνσεπτ ήταν υποτυπώδες: ρίξε μια ντουζίνα αγνώστους σ' έναν κλειστό χώρο, βάλε και τις κάμερες να τους παρακολουθούν παντού ολημερίς κι ολονυχτίς, και τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η φύση και η ψυχολογία του αγελαίου ζώου. Κάποιοι θα μπαλαμουτιαστούν, άλλοι θα κάνουν παρακάμαρα και θα τρώγονται συναμετάξυ τους, και γενικώς μέσα σε λίγες μέρες θα δημιουργηθεί από μόνη της και εντελώς φυσιολογικά η απαραίτητη ατμόσφαιρα ίντριγκας και φαγωμάρας που θα κρατήσει ξαναμμένα τα ένστικτα του τηλεθεατή. Κάλλιστα το ίδιο σόου θα μπορούσε να γυριστεί με χιμπατζήδες αντί για ανθρώπους και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αλλά με λιγότερο ενδιαφέρον λόγω έλλειψης διαλόγων.
Από αυτό το αρχετυπικό κόνσεπτ προέκυψαν οι πάμπολλες παραλλαγές του είδους με προσθαφαιρέσεις διαδικαστικών και καλολογικών στοιχείων: προσθέτουμε μια δόση περιπέτειας και εξωτισμού και παίρνουμε τα διάφορα σαρβάιβορ, ή μια δόση καλλιτεχνίας και παίρνουμε τα διάφορα talent show, ή στέλνουμε τους διαγωνιζόμενους στην κουζίνα να παριστάνουν τους σπουδαγμένους σεφ και γκουρμέ, ή αφαιρούμε το διαγωνιστικό στοιχείο και το αντικαθιστούμε με τον παράγοντα της Αυθεντίας, του Δασκάλου που μετατρέπει καλύβια σε παλάτια ή οικογενειακές παρακμιακές ταβέρνες σε ρεστοράν υποψήφια για αστέρι Μισελέν (και καλά). Και ούτω καθεξής.
Εν πάση περιπτώσει, όλα τα reality απαιτούν έναν βαθμό συμμετοχικής διαστροφής από την πλευρά του τηλεθεατή που κάνει μπανιστήρι, άλλοτε μικρό κι άλλοτε μεγάλο. Στην κορυφή της κλίμακας αθλιότητας προσωπικά θα τοποθετούσα εκείνο το απαράδεκτο, που βάζανε υπέρβαρους ανθρώπους με ανύπαρκτη φυσική κατάσταση να περπατάνε χιλιόμετρα μέσα στο λιοπύρι μέχρι να πέσουν ξεροί (κι όποιος ξεραθεί τελευταίος κερδίζει), παρέα με το άλλο το πρόσφατο και πρόστυχο όπου ένα ανθρωποειδές με κοστούμι-γραβάτα-χαρτοφύλακα αναλαμβάνει να σώσει τα θύματα του καταναλωτισμού και της πιστωτικής κάρτας από τα συσσωρευμένα χρέη.
Αν όμως σε όλα τα ανωτέρω μπορείς να κοτσάρεις τις λέξεις-κλειδιά "διαστροφή" και "pathetic", υπάρχει κι άλλη μια κατηγορία reality show που μου γεννά απορίες. Την κατηγορία αυτή την διακονεί στη χώρα μας ο ΣΚΑΪ, εισαγόμενη απευθείας από την Αμέρικα, κι εδώ θέλω την προσοχή σου Μοναδικέ μου Αναγνώστη, γιατί θα περάσω στην περιπτωσιολογία:
Παράδειγμα πρώτο, οι περιπέτειες οικογενειακής επιχείρησης που ασχολείται με μετατροπές σε μοτοσυκλέτες τσόπερ (custom shop, που λένε και στη Ρούμελη).
Παράδειγμα δεύτερο, οι περιπέτειες φορτηγατζήδων που οδηγούν τις τεράστιες νταλίκες τους στους παγωμένους δρόμους του Αρκτικού Κύκλου.
Και παράδειγμα τρίτο, έπεσε στην αντίληψή μου μόλις σήμερα και δεν πίστευα στα μάτια μου: κομμώτριες που αλλάζουν κομμωτήρια μεταξύ τους.
Κι εδώ γεννάται η μεγάλη απορία: Ποιος διάβολο παρακολουθεί αυτά τα πράγματα; Υπάρχει στην Ελλάδα κοινό γι' αυτές τις εκπομπές, και ποιοι το αποτελούν; Δηλαδή γιατί να θέλει έστω και ένας τηλεθεατής της ελληνικής τηλεόρασης να παρακολουθεί αμερικανούς μουστακαλήδες rednecks να τσακώνονται μεταξύ τους για το πώς θα βάλουν τις εξατμίσεις της Χάρλεϋ; Ή τους ακόμα πιο rednecks αμερικάνους νταλικιέρηδες να οδηγούν χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων πάνω σε πάγους επικοινωνώντας από τον ασύρματο με ένα λεξιλόγιο που περιορίζεται στις σαράντα λέξεις; Ή -το κορυφαίο, φρέσκο σου λέω- να βλέπει μια θεούσα κομμώτρια από κάποιο κωλοχώρι του Ιλλινόις και μια μπίμπο κομμώτρια από το Ελ-Έι να κάνουν τράμπα κομμωτήρια μεταξύ τους;
Δηλαδή, ΟΚ, υπάρχει η διαστροφή, υπάρχει το pathetic που λέγαμε προηγουμένως, και μετά υπάρχει και η επικράτεια του Αδιανόητου, όπου νομίζω ότι απαντώνται οι εν λόγω εκπομπές. Το σκέφτηκα το ζήτημα και κατέληξα ότι η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε να παρακολουθήσει κάποιος αυτά τα reality είναι να βρίσκεται καθηλωμένος σε κρεβάτι νοσοκομείου, με χέρια-πόδια στον γύψο και κρεμασμένα ψηλά, και η άσπλαχνη και σαδίστρια αποκλειστική νοσοκόμα να του έχει ρυθμίσει την τηλεόραση στον ΣΚΑΪ για να τον εκδικηθεί (μιλάμε για πολύ σαδισμό όμως).
Κι ωστόσο οι εκπομπές αυτές υπάρχουν, υπάρχουν ακόμη και εταιρείες που πληρώνουν για να παίξουν τις διαφημίσεις τους σε αυτές. Όπου εδώ η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Τι διάβολο συμβαίνει μέσα στα κεφάλια των υπευθύνων προγράμματος των σταθμών, των μάνατζερ διαφημιστικών εταιρειών, των υπευθύνων μάρκετινγκ των διαφημιζομένων;
Πού βαδίζωμεν;
.
Δεν χρειάζεται πτυχίο ψυχολογίας, ούτε καν κοινωνιολογίας για να καταλάβει κανείς ότι η λογική των εν λόγω εκπομπών είναι να εκμεταλλευτούν την ορμέμφυτη τάση του ανθρώπου για μπανιστήρι. Το να ρίχνεις μια ματιά στο Απαγορευμένο μέσα από την κλειδαρότρυπα κρύβει καταπώς φαίνεται μια ιδιαίτερη γοητεία στην οποία οι περισσότεροι υποκύπτουν, ιδίως αν μπορούν να το κάνουν από την άνεση του καναπέ και αν η κλειδαρότρυπα έχει διαγώνιο εικοσιδύο ιντσών και βάλε. Αυτή είναι η κεντρική ιδέα, όλα τα υπόλοιπα είναι αξεσουάρ που προστίθενται προκειμένου να υπάρξει μια κάποια ποικιλία και να μην βαρεθεί ο απαιτητικός τηλεθεατής-μπανιστηρτζής.
Το αρχέτυπο αυτού του είδους εκπομπών ήταν φυσικά ο μεγάλος αδερφός, όπου το κόνσεπτ ήταν υποτυπώδες: ρίξε μια ντουζίνα αγνώστους σ' έναν κλειστό χώρο, βάλε και τις κάμερες να τους παρακολουθούν παντού ολημερίς κι ολονυχτίς, και τα υπόλοιπα τα αναλαμβάνει η φύση και η ψυχολογία του αγελαίου ζώου. Κάποιοι θα μπαλαμουτιαστούν, άλλοι θα κάνουν παρακάμαρα και θα τρώγονται συναμετάξυ τους, και γενικώς μέσα σε λίγες μέρες θα δημιουργηθεί από μόνη της και εντελώς φυσιολογικά η απαραίτητη ατμόσφαιρα ίντριγκας και φαγωμάρας που θα κρατήσει ξαναμμένα τα ένστικτα του τηλεθεατή. Κάλλιστα το ίδιο σόου θα μπορούσε να γυριστεί με χιμπατζήδες αντί για ανθρώπους και το αποτέλεσμα θα ήταν το ίδιο αλλά με λιγότερο ενδιαφέρον λόγω έλλειψης διαλόγων.
Από αυτό το αρχετυπικό κόνσεπτ προέκυψαν οι πάμπολλες παραλλαγές του είδους με προσθαφαιρέσεις διαδικαστικών και καλολογικών στοιχείων: προσθέτουμε μια δόση περιπέτειας και εξωτισμού και παίρνουμε τα διάφορα σαρβάιβορ, ή μια δόση καλλιτεχνίας και παίρνουμε τα διάφορα talent show, ή στέλνουμε τους διαγωνιζόμενους στην κουζίνα να παριστάνουν τους σπουδαγμένους σεφ και γκουρμέ, ή αφαιρούμε το διαγωνιστικό στοιχείο και το αντικαθιστούμε με τον παράγοντα της Αυθεντίας, του Δασκάλου που μετατρέπει καλύβια σε παλάτια ή οικογενειακές παρακμιακές ταβέρνες σε ρεστοράν υποψήφια για αστέρι Μισελέν (και καλά). Και ούτω καθεξής.
Εν πάση περιπτώσει, όλα τα reality απαιτούν έναν βαθμό συμμετοχικής διαστροφής από την πλευρά του τηλεθεατή που κάνει μπανιστήρι, άλλοτε μικρό κι άλλοτε μεγάλο. Στην κορυφή της κλίμακας αθλιότητας προσωπικά θα τοποθετούσα εκείνο το απαράδεκτο, που βάζανε υπέρβαρους ανθρώπους με ανύπαρκτη φυσική κατάσταση να περπατάνε χιλιόμετρα μέσα στο λιοπύρι μέχρι να πέσουν ξεροί (κι όποιος ξεραθεί τελευταίος κερδίζει), παρέα με το άλλο το πρόσφατο και πρόστυχο όπου ένα ανθρωποειδές με κοστούμι-γραβάτα-χαρτοφύλακα αναλαμβάνει να σώσει τα θύματα του καταναλωτισμού και της πιστωτικής κάρτας από τα συσσωρευμένα χρέη.
Αν όμως σε όλα τα ανωτέρω μπορείς να κοτσάρεις τις λέξεις-κλειδιά "διαστροφή" και "pathetic", υπάρχει κι άλλη μια κατηγορία reality show που μου γεννά απορίες. Την κατηγορία αυτή την διακονεί στη χώρα μας ο ΣΚΑΪ, εισαγόμενη απευθείας από την Αμέρικα, κι εδώ θέλω την προσοχή σου Μοναδικέ μου Αναγνώστη, γιατί θα περάσω στην περιπτωσιολογία:
Παράδειγμα πρώτο, οι περιπέτειες οικογενειακής επιχείρησης που ασχολείται με μετατροπές σε μοτοσυκλέτες τσόπερ (custom shop, που λένε και στη Ρούμελη).
Παράδειγμα δεύτερο, οι περιπέτειες φορτηγατζήδων που οδηγούν τις τεράστιες νταλίκες τους στους παγωμένους δρόμους του Αρκτικού Κύκλου.
Και παράδειγμα τρίτο, έπεσε στην αντίληψή μου μόλις σήμερα και δεν πίστευα στα μάτια μου: κομμώτριες που αλλάζουν κομμωτήρια μεταξύ τους.
Κι εδώ γεννάται η μεγάλη απορία: Ποιος διάβολο παρακολουθεί αυτά τα πράγματα; Υπάρχει στην Ελλάδα κοινό γι' αυτές τις εκπομπές, και ποιοι το αποτελούν; Δηλαδή γιατί να θέλει έστω και ένας τηλεθεατής της ελληνικής τηλεόρασης να παρακολουθεί αμερικανούς μουστακαλήδες rednecks να τσακώνονται μεταξύ τους για το πώς θα βάλουν τις εξατμίσεις της Χάρλεϋ; Ή τους ακόμα πιο rednecks αμερικάνους νταλικιέρηδες να οδηγούν χιλιόμετρα επί χιλιομέτρων πάνω σε πάγους επικοινωνώντας από τον ασύρματο με ένα λεξιλόγιο που περιορίζεται στις σαράντα λέξεις; Ή -το κορυφαίο, φρέσκο σου λέω- να βλέπει μια θεούσα κομμώτρια από κάποιο κωλοχώρι του Ιλλινόις και μια μπίμπο κομμώτρια από το Ελ-Έι να κάνουν τράμπα κομμωτήρια μεταξύ τους;
Δηλαδή, ΟΚ, υπάρχει η διαστροφή, υπάρχει το pathetic που λέγαμε προηγουμένως, και μετά υπάρχει και η επικράτεια του Αδιανόητου, όπου νομίζω ότι απαντώνται οι εν λόγω εκπομπές. Το σκέφτηκα το ζήτημα και κατέληξα ότι η μόνη περίπτωση που θα μπορούσε να παρακολουθήσει κάποιος αυτά τα reality είναι να βρίσκεται καθηλωμένος σε κρεβάτι νοσοκομείου, με χέρια-πόδια στον γύψο και κρεμασμένα ψηλά, και η άσπλαχνη και σαδίστρια αποκλειστική νοσοκόμα να του έχει ρυθμίσει την τηλεόραση στον ΣΚΑΪ για να τον εκδικηθεί (μιλάμε για πολύ σαδισμό όμως).
Κι ωστόσο οι εκπομπές αυτές υπάρχουν, υπάρχουν ακόμη και εταιρείες που πληρώνουν για να παίξουν τις διαφημίσεις τους σε αυτές. Όπου εδώ η επιστήμη σηκώνει τα χέρια ψηλά. Τι διάβολο συμβαίνει μέσα στα κεφάλια των υπευθύνων προγράμματος των σταθμών, των μάνατζερ διαφημιστικών εταιρειών, των υπευθύνων μάρκετινγκ των διαφημιζομένων;
Πού βαδίζωμεν;
.
Ετικέττες:
Δίκαιο ΜΜΕ
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)


