30 Σεπτέμβριος 2009

Παράλληλοι βίοι

Πόσα είναι τα κοινά σημεία μεταξύ Καραμανλή και Παπανδρέου; Περισσότερα απ' όσα φαίνονται με μια πρώτη ματιά:

@ Ο Καραμανλής ανέλαβε την ηγεσία της ΝΔ χωρίς πολιτικές περγαμηνές και προϋπηρεσία χάρη στη μεταφυσική πεποίθηση, διάχυτη στο κόμμα του τότε, ότι είναι ο μόνος που μπορεί να κερδίσει το ΠΑΣΟΚ του Σημίτη καθότι το πεπρωμένο ενός Καραμανλή δεν μπορεί παρά να είναι να κυβερνήσει την Ελλάδα (κληρονομικό χάρισμα;).
Ο Γιωργάκης είναι αλήθεια ότι, όταν ανέλαβε την ηγεσία του ΠΑΣΟΚ, είχε κάτι παραπάνω σε περγαμηνές. Ωστόσο το βασικό κριτήριο για την επιλογή του ήταν η αντίστοιχη μεταφυσική πεποίθηση ότι ήταν ο μόνος που μπορούσε να ανακόψει την πορεία προς την ήττα του 2004, και κατόπιν να "τα αλλάξει όλα" στο κόμμα ώστε να επανέλθει στην εξουσία. Κατ' ανάλογο τρόπο, το πεπρωμένο ενός Παπανδρέου δεν μπορεί παρά να είναι κλπ.

@ Ο Καραμανλής έχασε με άσχημο τρόπο τις εκλογές του 2000. Επιβίωσε πολιτικά λόγω της έλλειψης σοβαρού εσωκομματικού αντιπάλου, κυρίως όμως λόγω της πιο πάνω μεταφυσικής αύρας.
Ο Γιωργάκης έχασε παταγωδώς τις εκλογές του 2004. Αμφισβητήθηκε έντονα, και επιβίωσε πολιτικά λόγω των αυτογκόλ του Βενιζέλου αλλά και της ίδιας μεταφυσικής αύρας.

@ Μετά την ήττα του 2000, ο Καραμανλής υιοθέτησε ένα σκληρό, επιθετικό αντιπολιτευτικό ύφος, εστιάζοντας στα θέματα διαφθοράς, διαπλοκής κλπ. Τακτική φθοράς του αντιπάλου περισσότερο παρά ενδυνάμωσης του δικού του χώρου.
Το ίδιο πάνω κάτω έκανε και ο Γιωργάκης μετά τις εκλογές του 2007, και αφού ξεπέρασε τον εσωκομματικό σκόπελο.

@ Στη δεύτερή του προσπάθεια ο Καραμανλής κέρδισε εκμεταλλευόμενος πριν απ' όλα την επιθυμία του κόσμου να διώξει από την εξουσία το καθεστωτικό ΠΑΣΟΚ.
Ο Γιωργάκης αντίστοιχα ετοιμάζεται να κερδίσει εκμεταλλευόμενος την επιθυμία του κόσμου να διώξει από την εξουσία την ανεπαρκή ΝΔ.

Στο σημείο αυτό οι φίλοι ΠΑΣΟΚοι θα διαμαρτυρηθούν: μα ο Γιωργάκης έχει και πρόγραμμα! Ναι, εντάξει, ας πούμε ότι έχει και κάτι σε πρόγραμμα. Πρόγραμμα όμως είχε και το 2007, πιθανόν πληρέστερο και σαφέστερο από το φετινό, σίγουρα πληρέστερο και σαφέστερο από το αντίστοιχο της ΝΔ τότε. Κι όμως έχασε.

Φυσικά οι παραπάνω αναλογίες δεν αποδεικνύουν τίποτα. Δεν είναι απαραίτητο ότι ο Γιωργάκης, αν αύριο γίνει -καταπώς φαίνεται- πρωθυπουργός, θα ακολουθήσει πορεία ανάλογη με αυτή του Καραμανλή. Όμως:

Πρόβλημα πρώτο: είναι κακή αφετηρία για οποιαδήποτε κυβέρνηση να κερδίζει τις εκλογές επειδή ο κόσμος θέλησε να ξεφορτωθεί την προηγούμενη. Πάντα βέβαια και παντού μια κυβερνητική αλλαγή οφείλεται σε κάποιο ποσοστό και σε αρνητική ψήφο, εδώ όμως βαδίζουμε στην τρίτη συνεχόμενη εκλογική αναμέτρηση που θα κριθεί κυρίως χάρη στην αρνητική ψήφο. Πράγμα που σημαίνει ότι ο πήχυς τοποθετείται όλο και πιο χαμηλά -κι ας προσπαθούν να μας πείσουν, τόσο το ΠΑΣΟΚ όσο και μέρος του τύπου, ότι η καινούργια κυβέρνηση δεν θα έχει καθόλου πίστωση χρόνου κλπ. (γιατί, δηλαδή, αν δεν μας αρέσει τι θα κάνουμε; Αντάρτικο;).

Πρόβλημα δεύτερο: με δεδομένη την αδυναμία της ΝΔ να αντιπαρατάξει σε αυτές τις εκλογές ο,τιδήποτε άλλο πλην της εικόνας του Καραμανλή, το ΠΑΣΟΚ προσπάθησε και προσπαθεί να αναβαθμίσει το ηγετικό προφίλ του Γιωργάκη. Φερ' ειπείν, το τελευταίο προεκλογικό σποτ του κόμματος θυμίζει έντονα (ως προς το κόνσεπτ) τα αντίστοιχα γαλάζια του 2004. Επίσης, η θεαματική αποπομπή του Σημίτη από τα ψηφοδέλτια πρέπει μάλλον να ιδωθεί ως μια επικοινωνιακή κίνηση που θέλει να αποδείξει ότι ο Γιωργάκης έγινε Γιώργαρος, αντρώθηκε και μασάει σίδερα.

Το έχουμε ξαναπεί σε τούτο το μπλογκ, ότι ο ηγέτης-μεσσίας δεν υπάρχει: είναι μια φανταστική κατασκευή, το πανίσχυρο Βιμ της πολιτικής. Αν ο Γιωργάκης έχει επιλέξει να εδραιώσει στον κόσμο την πεποίθηση ότι θα κυβερνήσει με σιδηρά πυγμή, θα τα κάνει μούσκεμα όπως τα έκανε ο Καραμανλής και για τους ίδιους ακριβώς λόγους.

Κοντός ψαλμός αλληλούια.


.

28 Σεπτέμβριος 2009

Καθαρές κουβέντες

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από την Αθήνα: το φάντασμα του Καραμανλή στις προεκλογικές γιγαντοαφίσες της ΝΔ, με το βλέμμα στραμμένο με προσήλωση στο επέκεινα. Το επέκεινα της ζωής, το επέκεινα της πολιτικής, θα σας γελάσω -πάντως σε κάποιο επέκεινα.

Ας γυρίσουμε λίγα χρόνια πίσω, στο 2004. Η ΝΔ επελαύνει στις δημοσκοπήσεις και προετοιμάζεται για τη μεγάλη εκλογική νίκη. Καθώς η ημέρα των εκλογών πλησιάζει, τα προεκλογικά σποτάκια εστιάζουν όλο και περισσότερο στο πρόσωπο του Καραμανλή. Δεν λένε τίποτα το ουσιαστικό, κοινότοπες αοριστίες ("είναι σοβαρός και αποφασιστικός", "γνωρίζει τα θέματα" κλπ.), ωστόσο πείθουν έναν κόσμο που ήθελε να πειστεί, μετά από έντεκα συναπτά έτη ΠΑΣΟΚ. Η φιγούρα του Καραμανλή, με το χαμόγελο της σιγουριάς και τη μεγαλόστομη ρητορεία, με το βαρύ όνομα και το άφθαρτο προφίλ, ήταν το δυνατό χαρτί της γαλάζιας παράταξης.

Πρόγραμμα πολιτικό η Νέα Δημοκρατία ουσιαστικά δεν είχε: δεν έταζε κάτι ριζικά διαφορετικό απ' ό,τι το σημιτικό ΠΑΣΟΚ, υποσχόταν όμως να εφαρμόσει την ίδια πάνω-κάτω πολιτική αλλά με περισσότερο ήθος, περισσότερη αποτελεσματικότητα, σεμνότητα και ταπεινότητα.

Οι υποσχέσεις αυτές με την πάροδο του χρόνου ξέφτισαν, πήγαν περίπατο κάπου ανάμεσα στις οφ-σορ του Βουλγαράκη και το αναψυκτήριο του Μαγγίνα. Στις εκλογές του 2007, όλη η προεκλογική καμπάνια της ΝΔ στήθηκε πάνω στο πρόσωπο του Καραμανλή, όχι πια από επιλογή αλλά από ανάγκη. Δεν ήταν απλώς το καλό χαρτί της κυβέρνησης: ήταν το μοναδικό που μπορούσε να παίξει, καθώς τα στελέχη της παράταξης καίγονταν το ένα πίσω από το άλλο, είτε λόγω ανεπάρκειας, είτε λόγω ανικανότητας (ενίοτε και γελοιότητας), είτε λόγω εμπλοκής (δίκαιης ή άδικης) σε δύσοσμες ιστορίες.

Στα δύο χρόνια που μεσολάβησαν από τότε, όσες αλλαγές έγιναν ήταν προς το χειρότερο. Ειδικά ο τελευταίος χρόνος της ΝΔ ήταν ένας τραγέλαφος: αντί να κυβερνά, η κυβέρνηση σερνόταν πίσω από τις εξελίξεις της επικαιρότητας κι ο Καραμανλής ζούσε με την αγωνία μην στραβοξυπνήσει ο κολοσσός της πολιτικής που λέγεται Γιάννης Μανώλης. Ακόμα περισσότερα κορυφαία στελέχη κάηκαν, κι έτσι δεν θα έπρεπε να προκαλεί πια καμία έκπληξη το γεγονός ότι στην τρέχουσα προεκλογική περίοδο όλο το επικοινωνιακό παιχνίδι της ΝΔ είναι και πάλι στημένο πάνω στον Καραμανλή. Σε σημείο απελπισίας, θα λέγαμε: στις αφίσες και στα σποτάκια, το όνομα του Καταλληλότερου μπαίνει πλέον πάνω από το όνομα του κόμματος. "Κώστας Καραμανλής", κι από κάτω "Νέα Δημοκρατία" -σαν βαρίδι. Ή όπως λέγαμε παλιά, "ο Μανώλης Φάμελλος και οι Ποδηλάτες".

Μόνο που το χαρτί είναι πια καμμένο. Ένα πράγμα αποδείχτηκε αυτά τα πεντέμιση χρόνια της Νέας Διακυβέρνησης: η παντελής απουσία σχεδίου. Σε επιμέρους τομείς μπορεί να έγιναν πράγματα, κι εδώ που τα λέμε αλίμονο αν οποιαδήποτε κυβέρνηση δεν είχε καθόλου έργο να παρουσιάσει μέσα σε πεντέμιση χρόνια, αλλά η αίσθηση που έμεινε ήταν ότι η ΝΔ του Καραμανλή δεν είχε κανένα συγκεκριμένο πλάνο για το πού θέλει να οδηγήσει τη χώρα, δεν είχε σαφείς στόχους ούτε ορόσημα. Από ένα σημείο και μετά, περιορίστηκε να κάνει αντιπολίτευση στις προηγούμενες κυβερνήσεις του ΠΑΣΟΚ, τακτική που τη συνεχίζει και κατά την τρέχουσα προεκλογική περίοδο. Είναι λογικό πλέον να μην πείθει: εντάξει ρε φίλε, παρέλαβες καμμένη γη, έστω, πιο καμμένη απ' όσο την περίμενες. Αλλά, αν μέσα σε πεντέμιση χρόνια δεν μπόρεσες να κάνεις κάτι για να βελτιώσεις την κατάσταση, ε τότε τράβα καλύτερα στο σπίτι σου κι άσε να προσπαθήσει κανένας άλλος. Έτσι σκέφτεται ο κόσμος, και δεν έχει άδικο.

Για να το πούμε κι αλλιώς: τι υπόσχεται ο Καραμανλής εν όψει εκλογών; Δύο δύσκολα χρόνια, λέει, δύσκολες αλλά αναγκαίες αποφάσεις, ανήφορος. Καθαρές κουβέντες. Ωραία, και μετά; Τι θα γίνει μετά τα δύο χρόνια; Θα ξαναγίνουν εκλογές για νωπή-σπαρταριστή λαϊκή εντολή; Θα βρέξει ο ουρανός ανάπτυξη και θα φάμε με χρυσά κουτάλια; Ε όχι, αυτό δεν το υπόσχεται. Μας διαβεβαιώνει όμως ότι όσοι τάζουν εύκολες λύσεις είναι ανεύθυνοι λαϊκιστές που παραπλανούν το λαό κλπ. Ε, σου λέει κι ο λαός, αφού έτσι κι αλλιώς τα δύο δύσκολα χρόνια δεν τα γλιτώνουμε, ας τα περάσουμε τουλάχιστον με τον άλλονα, μπας και καταφέρει τίποτα καλύτερο. Από σένα, αν μη τι άλλο, είδαμε τι μπορούμε να περιμένουμε.

Στο τετ-α-τετ με τον Γιωργάκη μπορεί να κέρδισε τις εντυπώσεις ο Καραμανλής, με τη μελετημένη και πολυδουλεμένη παντομίμα των χεριών και με την επεξεργασμένη ομιλία του, απέναντι στα σαρδάμ του αλλουνού, αλλά από ουσία τίποτα. Αυτά μπορεί να φτάνουν για να συμμαζέψει κάπως τον σκληρό πυρήνα των δεξιών ψηφοφόρων, όχι όμως και για εκείνο το κομμάτι του εκλογικού σώματος που δίνει τη νίκη και που κρύβεται πίσω από τον ευφημισμό "μεσαίος χώρος". Αυτοί θα στραφούν στον Γιωργάκη, όχι τόσο επειδή τους έπεισε με τα οράματά του για την πράσινη ανάπτυξη και τη συμμετοχική δημοκρατία, αλλά για έναν πολύ απλό λόγο: για να ξεφορτωθούν τον Καταλληλότερο. Πράγμα που τελικά είναι κακό και για το ΠΑΣΟΚ -αλλά αυτά, στο επόμενο.


τη φωτο την έκλεψα από τη MaryLou_t


.

23 Σεπτέμβριος 2009

#deb8, ατάκα ΙΙ

Ποια είναι η θέση του ΚΚΕ για τα αυθαίρετα, όπως την εξέθεσε η συντρόφισσα Αλέκα; Ότι ναι μεν οι αυθαίρετες βίλες των πλουσίων πρέπει να κατεδαφιστούν, αλλά τα αυθαίρετα σπιτάκια των φτωχών εργαζομένων πρέπει να τα δούμε με κατανόηση, διότι δεν φταίνε οι καψεροί που πήγαν και τα χτίσανε (συχνά πάνω στα καμμένα), αλλά το δόλιο Κράτος, γράψε λάθος, ο δικομματισμός, που τους επέτρεψε να τα χτίσουν για να αποκομίσει μικροκομματικά οφέλη.

Ως προς αυτό το τελευταίο, για τα μικροκομματικά οφέλη δηλαδή, δεν έχει κι άδικο το Κόμμα. Συνολικά όμως, σαν πολιτική θέση και μάλιστα κόμματος που θέλει να καταγράφεται στην Αριστερά και να λογίζεται ριζοσπαστικό, είναι μια θέση απαράδεκτη. Δεν μπορεί το Κόμμα να αθωώνει, τι λέω, να ευλογεί τη νοοτροπία "τι να κάνει ο καημένος ο φτωχός εργαζόμενος που θέλει να βάλει ένα κεραμίδι πάνω απ' το κεφάλι του": πρώτον, δεν είναι όλοι οι αυθαιρετούχοι "φτωχοί εργαζόμενοι" που θέλαν να βάλουν κεραμίδι, είναι και πολλοί, οι περισσότεροι ίσως, λιγότερο φτωχοί που θέλαν ένα δεύτερο κεραμίδι, κατά προτίμηση εξοχικό και ευάερο. Δεύτερον, δεν θα αρνηθεί κανείς ότι η νομιμότητα σήμερα λειτουργεί πολλές φορές με ταξικά κριτήρια (να, μιλάω και με ορολογία Κεντρικής Επιτροπής), ότι δηλαδή ναι μεν όλοι είναι ίσοι απέναντι στον νόμο αλλά κάποιοι είναι, πώς να το πούμε, πιο ίσοι. Αλίμονό μας όμως αν, αντί να αναζητήσουμε και να τσακίσουμε αυτές τις εξαιρέσεις, αρχίσουμε να αντιστρέφουμε το ταξικό κριτήριο και μάλιστα το αναγάγουμε και σε (σχεδόν) δικαίωμα. Αν αντί να ζητάμε απόλυτη νομιμότητα για όλους, ζητάμε δικαίωμα στην παρανομία για τους πολλούς.

Υπάρχει κι ένα τρίτον, αλλά αυτό αφορά περισσότερο τους ψηφοφόρους του Κόμματος και συγκεκριμένα αυτούς που δεν είχαν την "εξυπνάδα" να πάνε να χτίσουν κι εκείνοι ένα αυθαιρετάκι, για να διεκδικήσουν σήμερα -με τις συντροφικές κομματικές ευλογίες- τη νομιμοποίησή του. Τους οποίους ψηφοφόρους είναι σαν να τους αποκαλεί το ίδιο το Κόμμα σήμερα μαλάκες και κορόιδα.

Τελικά, η συγκεκριμένη θέση του ΚΚΕ πλησιάζει πολύ τη θέση του ΛάΟΣ για το περιβάλλον: ότι δηλαδή, ναι, σημαντικό θέμα το περιβάλλον και η προστασία του, να το κοιτάξουμε, μας ενδιαφέρει, αλλά βέβαια προέχουν οι ανάγκες του κοσμάκη. Οι οικονομικές, οι στεγαστικές, οι όποιες ανάγκες τέλος πάντων, όπως τις ερμηνεύει ο καθένας, με τα πεύκα και τα πουρνάρια θ' ασχολούμαστε τώρα;

Κι όπως έχουμε ξαναπεί ο λαϊκισμός, είτε κόκκινος είτε φαιός, δεν παύει να είναι λαϊκισμός. Του χειρίστου είδους, εν προκειμένω.


.

22 Σεπτέμβριος 2009

#deb8, ατάκα Ι

"Μην κοιτάμε μόνο τις φωτιές που έκαψαν, αλλά και εκείνες που έσβησαν".

Κωνσταντίνος Καραμανλής ο Β', πρωθυπουργός της Ελλάδας (μοντέλο προς απόσυρση).

Ποιο είναι το νόημα της φράσης; Ότι υπάρχουν και χειρότερα; Ότι θα μπορούσαν και να μη σβήσουν καμία φωτιά, να τις αφήσουν να καίνε ώσπου να φτάσουν στη θάλασσα; Τι εννοεί ο ποιητής, ότι όταν ο κρατικός μηχανισμός κάνει στοιχειωδώς τη δουλειά του θα πρέπει να δίνουμε ολόψυχα συγχαρητήρια, κι όταν δεν την κάνει θα πρέπει να μη λέμε κουβέντα, διότι άλλωστε "και η Καλιφόρνια κάηκε";

Να μη μιλήσω τώρα για το φτηνιάρικο επικοινωνιακό τρικάκι, να ερωτάται ο πρωθυπουργός για τις πυρκαγιές και τις πολιτικές ευθύνες και να απαντάει με δακρύβρεχτους φιλιππικούς για τους ήρωες πυροσβέστες, λες και η κριτική αφορούσε τα πεζοπόρα τμήματα ή τους πιλότους των Καναντέρ.

Η καραμανλική ατάκα αποτελεί απόδειξη (άλλη μία) ότι στον δημόσιο πολιτικό διάλογο τούτης της χώρας η κοινή λογική δεν θεωρείται προαπαιτούμενο -αντίθετα, θεωρείται προαπαιτούμενο να κουνάς καλά τα χέρια σου.


.

21 Σεπτέμβριος 2009

Απορίες και ευτράπελα (Ινδία τέλος!)

Πού την πάει την αγελάδα;


Μία απορία που λύθηκε: Εντάξει, οι αγελάδες στην Ινδία είναι ιερές, αυτό το ξέραμε. Αλλά, ιερές ξε-ιερές, κάποια στιγμή ερχεται και γι' αυτές το πλήρωμα του χρόνου για να μετοικήσουν σε τόπο χλοερό με (ακόμα πιο) καταπράσινα λιβάδια, όπου μπορούν να βόσκουν αμέριμνες χωρίς να έρχεται κάθε τόσο κάποιος ενοχλητικός να τους τραβάει τα μαστάρια, με το συμπάθειο. Η προφανής ερώτηση λοιπόν ήταν "καλά, όταν ψοφάνε οι αγελάδες τι τις κάνετε;". Απάντηση: αν τύχει να ψοφήσουν σε μέρος όπου υπάρχει κρατικός κτηνίατρος και δημόσια σφαγεία, εξετάζουν το ζώο και, αν διαπιστωθεί ότι ήταν υγιές, το σφάζουν και το δίνουν σε μουσουλμάνους ή χριστιανούς για να το φάνε. Αν όχι, που είναι και το σύνηθες, τις θάβουνε!

Οπότε, Αναγνώστη, ακόμα κι αν βρεθείς στην Ινδία σε μέρος όπου σερβίρουν μπιφτεκάκια, σκέψου το δύο φορές...


Μια απορία που δεν λύθηκε: Πολύς κόσμος πιστεύει ότι η χρωματιστή βούλα με την οποία οι Ινδές διακοσμούν το μέτωπό τους είναι ένα σημάδι που διακρίνει τις παντρεμένες από τις ανύπαντρες. Λάθος. Επιτόπου διαπιστώσαμε ότι δεν την κοτσάρουν μόνο οι παντρεμένες, ούτε καν μόνο οι γυναίκες, επίσης διαπιστώσαμε ότι δεν είναι πάντα κόκκινη όπως πιστεύουν πολλοί, αλλά διαφόρων χρωμάτων. Τι συμβολίζει, στάθηκε αδύνατο να μάθουμε -και ρωτήσαμε πολύ κόσμο. Το μόνο που καταλάβαμε είναι ότι πρόκειται για συνήθεια των ινδουϊστών και όχι π.χ. των μουσουλμάνων. Επίσης δεν πρέπει να πρόκειται για κάτι πολύ ιερό, αφού την κοτσάρουν και στους τουρίστες με την πρώτη ευκαιρία (πολλοί βγάζουν και μεροκάματο έτσι...) χωρίς να τους στραβοκοιτάει κανείς. Αν κάποιος ξέρει κάτι περισσότερο, share.

Χίλιοι καλοί χωράνε: Το rickshaw είναι ένα είδος ταξί συνηθισμένο στις χώρες της Άπω Ανατολής, γνωστό και με ονόματα όπως τουκ-τουκ ή πους-πους. Οι πρόγονοί του ήταν ποδήλατες άμαξες ή -ακόμα παλιότερα- χειράμαξες, σήμερα όμως είναι συνήθως μηχανοκίνητο. Πώς μοιάζει; Κάπως σαν διασταύρωση βέσπας με την καρότσα του Γκοτζαμάνη, μόνο που κάνει περισσότερο θόρυβο (σαν θεριζοαλωνιστική, ειδικά στον ανήφορο) και για καύσιμο καίει μάλλον βιομηχανικό μαζούτ.

Ρίκσω στη Βομβάη (βλ. κάτω)


Εκτός από τη βασική έκδοση, υπάρχει και το shared rickshaw, σαναλέμε ταξί-ρεφενέ. Συνήθως κάνει μια στάνταρ διαδρομή με στάνταρ κόμιστρο, και παίρνει όσους επιβάτες χωράνε.

Όσους χωράνε; Μα πόσοι χωράνε δηλαδή;

Λοιπόν. Στην καρότσα του shared rickshaw έχει δυο καθισματάκια αντικρυστά, τα οποία χωράνε αξιοπρεπώς από τρία άτομα έκαστο. Επίσης, στο μπροστά μέρος μπορεί να καθίσει άλλος ένας επιβάτης, δίπλα στον οδηγό (στο ίδιο κάθισμα, να εξηγούμαστε). Το όλον, οκτώ άτομα του οδηγού συμπεριλαμβανομένου.

Κι όμως, καλή θέληση να υπάρχει και ο αριθμός αυτός σχεδόν διπλασιάζεται. Τη μία και μοναδική φορά που μπήκα σε τέτοιο πράγμα, παρέα με τον team leader του προγράμματος, κάθισα ήσυχα ήσυχα και, μόλις συμπληρώθηκε ο αριθμός οκτώ, θεώρησα ότι όπου νά 'ναι ξεκινάμε. Αμ δε. Ο οδηγός περίμενε ατάραχος. Έρχονται δυο κυρίες, μάλλον στρουμπουλές, φορτωμένες με σακούλες και δέματα. Μπαίνουν, κάθονται όπως-όπως, στριμωχτά θα λέγαμε, και χώνουν και τα μπαγκάζια τους όπου υπήρχε διαθέσιμος χώρος (κάτω από τα πόδια μας). Εντάξει, έχουμε αρχίσει να στριμωχνόμαστε, πάντως ακόμα είμαστε ανεκτά. Στο μεταξύ, δίπλα στον οδηγό έχει κάτσει άλλος ένας επιβάτης, το σύνολον τρεις στο μπροστινό κάθισμα, κι οκτώ πίσω, έντεκα. Εξαίφνης εμφανίζεται ένας νεαρός από δεξιά μου, πηδάει μέσα από το παράθυρο (!) και βολεύεται πάνω στο γείσο, με τα πόδια του ανάμεσα στα δικά μας. Δώδεκα. Άλλος ένας χώνεται μπροστά, στο κάθισμα του οδηγού, με το μισό κωλομέρι (μετά συγχωρήσεως) να ακουμπάει στο κάθισμα και ο υπόλοιπος να πατάει στο μασπιέ και να βαστιέται από την οροφή. Κι εκεί που ο οδηγός επιτέλους βάνει μπροστά το ματρακά του να φύγουμε, γκρου-γκρου-γκρου-γκρου-γκρου η μηχανή, ένας ακόμα τύπος πατάει στο αριστερό μασπιέ (με το ένα πόδι παρακαλώ), πιάνεται με τα χέρια από την οροφή, πετάει κι έναν... κουβά από πάνω, και κλείσαμε. Το όλον, άτομα δεκατέσσερα.

Το ρίκσω του θανάτου (μετά την αποβίβαση)


Στο σημείο αυτό έχεις αρχίσει ήδη να βλέπεις μπροστά στα μάτια σου τα αυριανά πρωτοσέλιδα των τοπικών εφημερίδων με τίτλο "πολύνεκρο τροχαίο δυστύχημα χτες στην επαρχιακή οδό Χάμπι-Χοσπέτ", ειδικά όταν ο ρικσα-τζής επιχειρεί το πρώτο του προσπέρασμα μπαίνοντας (φυσικά) στο αντίθετο ρεύμα, όπου κινείται ογκώδες φορτηγό μερικές δεκάδες μέτρα μπροστά... Αλλά μάλλον έβαλε το χέρι του ο Σίβα, ή ίσως ο Βισνού, και τη γλιτώσαμε. Ουφ.

Ηθικό δίδαγμα: στην Ινδία υπάρχουν 18 επίσημες γλώσσες, και μερικές εκατοντάδες ανεπίσημες, διάλεκτοι, ιδιώματα κλπ. Η έκφραση "σιγά ρε παιδιά, δεν χωράει άλλος!", προφανώς δεν υπάρχει σε καμία από αυτές.

Και ολίγη από Ντουμπάι: Το διεθνές αεροδρόμιο του Ντουμπάι είναι όσο χλιδάτο μπορεί κανείς να φανταστεί ένα διεθνές αεροδρόμιο σε μια χώρα που κολυμπάει στο πετρέλαιο. "Σαν mall ξαπλωμένο" το περιέγραψε εύστοχα η Μ. Μαγαζιά, κόντρα μαγαζιά, εστιατόρια, καφετέριες, κυλιόμενοι διάδρομοι και πάει λέγοντας.

Ωραία όλα αυτά, αλλά εγώ έχω την κακή συνήθεια του καπνίσματος και, όταν προέρχεσαι από 3-4 ώρες πτήση, έχεις μπροστά σου άλλες τόσες και ενδιάμεσα 3-4 ώρες αναμονή, ε, θες να κάνεις κανένα τσιγαράκι. Περπατάμε λοιπόν, και περπατάμε, και περπατάμε, ψάχνοντας για κάποιον χώρο καπνιστών. Δεν βλέπω τίποτα, οπότε αποφασίζω να ρωτήσω:

- Συγγνώμη, υπάρχει κανένα μέρος όπου να μπορώ να καπνίσω;
- Μάλιστα, στην άλλη πλευρά του αεροδρομίου, δίπλα στη θύρα εκατόν-είκοσι-τόσο.
- Ευχαριστώ.

Μια και δυο, πάμε κατακεί που μας υπέδειξε η καλή κυρία, και τι βλέπουμε; Σημείωσις: το κτίριο του αεροδρομίου θά 'χει ύψος ίσαμε καμιά δεκαπενταριά μέτρα. Τι βλέπουμε, λοιπόν; Ένα δωματιάκι τέσσερα μέτρα επί δυόμιση, με έναν πάγκο, δυο όρθια τασάκια, τζαμαρία γύρω-γύρω, και ύψος (από το πάτωμα μέχρι το ταβάνι) δύο μέτρα και είκοσι. Βαριά βαριά.

Περιττό να πω ότι τον καπνό τον έκοβες με το μαχαίρι εκεί μέσα, άσε που τα ρούχα σου βρωμάγανε τσιγαρίλα μόλις πλησίαζες σε απόσταση μικρότερη των δύο μέτρων από την πόρτα. Η οποία, παρεμπιπτόντως, έφερε μια ταμπελίτσα επάνω που έλεγε ότι πρέπει να παραμένει closed at all times, αλλά ευτυχώς κάποιος φιλεύσπλαχνος άνθρωπος μας λυπήθηκε και αποφάσισε να φανεί ανεκτικός μαζί μας.

Λοιπόν, συγγνώμη, αλλά αυτός ο φασισμός δεν αντέχεται πλέον. Σύμφωνοι, να σεβαστούμε τα δικαιώματα των μη καπνιστών, να μην τους ντουμανιάζουμε, δεν λέω όχι. Αλλά βρε αδερφέ, εμείς οι εξαρτημένοι δεν έχουμε δικαιώματα; Ένα διεθνές αεροδρόμιο δεν είναι εστιατόριο ούτε καφετέρια, δεν είναι μέρος όπου επιλέγω να πάω να περάσω την ώρα μου, είμαι αναγκασμένος να περιμένω εκεί -και να βγω έξω δεν με αφήνουν. Και ειδικά στο συγκεκριμένο, από το μόνο πράγμα που δεν πάσχουν είναι από έλλειψη χώρου, δοξασμένο το όνομα του Αλλάχ. Γιατί λοιπόν πρέπει ο χώρος καπνιστών να είναι κυριολεκτικά θάλαμος αερίων; Τι είδους σαδισμός είναι αυτός; Σε τι εξυπηρετεί και ποιον ακριβώς ωφελεί;

Μου γεννήθηκε επίσης η απορία, σε κείνα τα χλιδάτα σαλόνια των VIP που έχουν οι μεγάλες αεροπορικές εταιρείες, αν πάει κανένας τρυφηλός εξέκιουτιβ να ανάψει ένα περιποιημένο πούρο Αβάνας, τι θα του πουν; "Περάστε κύριε στον ειδικό χώρο, εδώ απαγορεύεται"; Χμμμ...

Ευτυχώς, συμπτωματικά πέσαμε πάνω στη λύση: ιρλανδέζικη (...) παμπ, εντός του αεροδρομίου, "The Irish village" περικαλώ με όλη τη σχετική διακόσμηση, όπου το κάπνισμα επιτρεπόταν! Thank St Patrick! Θέλετε τώρα να σας πω και το αστείο της υπόθεσης; Η εν λόγω παμπ δεν διέθετε ταβάνι! Και βέβαια ο καπνός διαχέεται σε όλους (λέμε τώρα...) τους χώρους του αεροδρομίου, μολύνοντας τα παρθένα πνευμόνια των μη καπνιστών.

Προλάβετε! Όπου νά 'ναι θα καταλάβουν οι υπεύθυνοι τον τρομερό αυτό κίνδυνο και θα την κλείσουν!


φωτο των rickshaw της Βομβάης από εδώ


.

14 Σεπτέμβριος 2009

Ίντιαν τιπς εντ τρικς

Πότε; Ο Αύγουστος -και γενικά το δικό μας καλοκαίρι- δεν είναι καλή εποχή για να επισκεφτεί κανείς τη Νότια Ινδία -εκεί είναι εποχή μουσώνων. Το δικό τους καλοκαίρι (Απρίλιο-Μάιο, χοντρικά) είναι ακόμα χειρότερη επιλογή -οι θερμοκρασίες χτυπάνε 40άρια και βάλε. Η καλή εποχή υποτίθεται πως είναι από Οκτώβριο μέχρι Μάρτιο, αλλά με κατά τόπους διαφοροποιήσεις. Φέτος ο μουσώνας δεν ήταν καλός για τους Ινδούς, πολλές επαρχίες της χώρας κηρύχτηκαν επισήμως σε κατάσταση ξηρασίας, οπότε εμείς γλιτώσαμε τις πολλές βροχές. Αν ακριβύνει το ρύζι, όμως, θα ξέρετε γιατί...


Με την ευκαιρία: όταν λέμε "βροχές", εννοούμε τροπικές καταιγίδες, συχνά με εντυπωσιακούς κεραυνούς, που ξεσπάνε από τη μία στιγμή στην άλλη χωρίς προειδοποιητικές ψιχάλες κλπ. Εκεί που περπατάς αμέριμνος, τσαφ, ανοίγει ο ουρανός και πέφτουν καρεκλοπόδαρα, καναπέδες, ντιβανοκασέλες και λοιπά έπιπλα. Γίνεσαι μούσκεμα πριν προλάβεις καν να σκεφτείς να φορέσεις το αδιάβροχο.

Πόσο; Είναι τόσο μεγάλη η χώρα που θα έλεγα ότι, αν δεν έχεις τουλάχιστον δύο εβδομάδες να διαθέσεις, καλύτερα μην πας καθόλου. Αν έχεις τρεις-τέσσερις μήνες, ακόμα καλύτερα.

Πώς; Αεροπορικώς, προφανώς. Τα πιο φτηνά εισιτήρια τα βρήκαμε στην Emirates, με ενδιάμεσο σταθμό Ντουμπάι. Σημειωτέον ότι πιθανότατα είναι πιο βολικό να κανονίσεις την επιστροφή από άλλο αεροδρόμιο, ανάλογα με το ταξίδι που έχεις σχεδιάσει βέβαια, παρά να επιστρέψεις εκεί όπου σε άφησε η πτήση του πηγαιμού. Εμείς ας πούμε, ταξιδέψαμε από Αθήνα στη Βομβάη, αλλά επιστρέψαμε από Μπάνγκαλορ, που είναι πολύ πιο κοντά στο Χάμπι (σχεδόν το 1/3 της απόστασης).

Εσωτερικές μετακινήσεις: Ινδία χωρίς τρένο είναι ομελέτα χωρίς αυγά! Οι ινδικοί σιδηρόδρομοι πάνε παντού και φτηνά. Για εισιτήρια σχεδόν-πρώτης θέσης (κλιματιζόμενα κουπέ 4 ατόμων), πληρώσαμε συνολικά περίπου 30 ευρώ το άτομο και καλύψαμε περίπου 1.500 σιδηροδρομικά χιλιόμετρα (σαναλέμε, Αθήνα-Αλεξανδρούπολη πήγαιν'-έλα). Στην απλή (χωρίς κλιματισμό) sleeper class είναι πολύ πιο φτηνά, και θα έλεγα ότι είναι αξιοπρεπής επιλογή (τα κλιματιζόμενα βρίσκω εκ των υστέρων πως ήταν λίγο υπερβολή...). Παρεμπιπτόντως, το σάιτ των ινδικών σιδηροδρόμων είναι πολύ λειτουργικό και μπορείς να βγάλεις ηλεκτρονικά εισιτήρια μέσω ίντερνετ με όλη σου την άνεση (αυτά στην τριτοκοσμική Ινδία. Στην Ελλάδα του ΟΣΕ και του πρώτου κόσμου, πρέπει να στηθείς στην ουρά του Σταθμού Λαρίσης). Επειδή όμως είναι λίγο χαώδες, όπως και το ίδιο το δίκτυο, πρώτα θα πας εδώ για έναν καλό τυφλοσούρτη.


Προσωπικά, δεν θα οδηγούσα στην Ινδία ούτε με σφαίρες. Όσο για τα λεωφορεία, είναι μια επιλογή μεν, αλλά δεν είναι ούτε πιο γρήγορα ούτε πιο άνετα από τα τρένα, και οικονομικά η διαφορά δεν (πρέπει να) είναι μεγάλη.

Διαμονή: Χμμ, το πράγμα είναι λιγάκι μπερδεμένο. Σε γενικές γραμμές, πόλεις όπως η Βομβάη ή το Μπάνγκαλορ, που έχουν και πολλή εσωτερική κίνηση εκτός από τουρίστες, θα κοστίσουν ακριβότερα. Το ίδιο και προορισμοί ακραιφνώς τουριστικοί όπως η Γκόα. Στο Χάμπι, από την άλλη, τα guest houses είναι φτηνά (από 3 ως 7 ευρώ η βραδιά για ένα δίκλινο), αλλά οι ανέσεις που προσφέρουν στοιχειώδεις. Θέλει ψάξιμο (συστήνεται το tripadvisor). Σημειωτέον ότι το να προσγειωθείς στη Βομβάη και να ψάχνεις για ξενοδοχείο με το σακίδιο στην πλάτη ΔΕΝ συνίσταται. Επίσης ότι οι τιμές διαφέρουν σημαντικά από high σε low ή off season.

Μπάτζετ: Λοιπόν, εμάς το ταξίδι μάς κόστισε περίπου 1.100 ευρώ το άτομο, για 23 μέρες, που αναλύεται ως εξής: 530 ευρώ τα αεροπορικά εισιτήρια με την Emirates, 120 ευρώ για ξενοδοχεία σε Βομβάη και Παντζίμ (40 ευρώ και 30 ευρώ αντίστοιχα, το δίκλινο/βραδιά), 30 ευρώ τα εισιτήρια του τρένου, 110 ευρώ η συμμετοχή στο εθελοντικό πρόγραμμα, 50 ευρώ η βίζα. Επίσης ξοδέψαμε περίπου 60 ευρώ (δηλαδή από 30) σε μετακινήσεις με ταξί (από και προς αεροδρόμια-σταθμούς τρενού και για τις εκδρομές στη Γκόα), που θα μπορούσαμε και να τα αποφύγουμε, αλλά παίξαμε συντηρητικά (ασφάλεια-άνεση). Τα υπόλοιπα, δηλαδή 230 ευρώ, δηλαδή δέκα ευρώ τη μέρα, αντιστοιχούν σε: φαγητό για τις μέρες που ήμασταν εκτός προγράμματος, εισιτήρια αρχαιολογικών χώρων, δώρα, σουβενίρ, νερά, καφέδες, τσάγια και τα συναφή. Α! Μείον ένα πενηντάρικο που το χαλάσαμε στο αεροδρόμιο του Ντουμπάι, σε τοπικό νόμισμα (ντιρχάμ, ή κάπως έτσι) για καφέ και φαγητό. Η φτήνεια τρώει τον παρά!


Εμβόλια κλπ.: Δεν υπάρχουν υποχρεωτικά εμβόλια, αλλά η Διεύθυνση Δημόσιας Υγείας συστήνει τα εμβόλια της ηπατίτιδας Α' και της πολυομυελίτιδας (αναμνηστική δόση), καθώς επίσης (προσωρινά;) και της μηνιγγίτιδας. Επιπλέον, επειδή η ελονοσία είναι ενδημική στην Ινδία, συνίσταται και προληπτική αγωγή με χάπια που συνταγογραφούνται (και που δεν τα αφήνουμε για την τελευταία στιγμή, γιατί δεν τα πουλάνε όλα τα φαρμακεία). Πολλοί συστήνουν επίσης και τη χρήση εντομοαπωθητικής κρέμας με δραστική ουσία το DEET, που δεν θα τη βρείτε στα φαρμακεία, πωλείται όμως από το alpamayoPro. Συνίσταται επίσης η χρήση κουνουπιέρας (στο Χάμπι υπήρχε σε όλα τα δωμάτια).

Μία συμβουλή: υπάρχει ένα σάιτ που λέγεται onebag.com και που εξηγεί διεξοδικά γιατί είναι όχι απλώς καλό, αλλά ζωτικής σημασίας, το να ταξιδεύει κανείς όσο fast 'n' light είναι δυνατόν. Δηλαδή με ένα σακίδιο, κατά προτίμηση τόσο μικρό που να μπορείς να το πάρεις χειραποσκευή. Λοιπόν, έχει απόλυτο δίκιο ο άνθρωπος. Δεν έχω φτάσει ακόμα στο σημείο να το πετύχω, αλλά κινούμαι προς αυτήν την κατεύθυνση και το συνιστώ: το να ταξιδεύεις με πάνω από μία αποσκευή είναι εξαιρετικά άβολο, και το να κουβαλάς πάνω από 10-12 κιλά πολύ κουραστικό. Ειδικά η Ινδία είναι ό,τι πρέπει για τον μινιμαλιστή ταξιδιώτη, αφού μπορείς να βρεις τα πάντα (σαπούνια, σαμπουάν, οδοντόκρεμες, σκόνη για πλύσιμο ρούχων) σε μικρές συσκευασίες με κόστος της πλάκας (2-5 ρουπίες, δηλαδή 3-8 ευρωσέντσια).

Άλλη συμβουλή: να έχετε πάντα μαζί σας ένα ρολό χαρτί υγείας, κοινώς κωλόχαρτο, διακριτικά εννοείται (δεν το κρατάμε και στο χέρι!). Στην Ινδία δεν το πολυσυνηθίζουν, και ως εκ τούτου δεν θα το βρείτε εύκολα σε τουαλέτες εστιατορίων κλπ., καμιά φορά ούτε σε ξενοδοχεία! Επίσης χρησιμοποιείται και αντί χαρτοπετσέτας (σπάνιο είδος κι αυτό).

Αυτάααα! Ο ινδικός μαραθώνιος πλησιάζει στο τέλος του. Άλλο ένα ποστάκι έχω κατά νου, με μερικές ευτράπελες ιστοριούλες από το ταξίδι, και η Ινδία μπαίνει στο αρχείο. Κι επίσης φωτογραφίες, πολλές φωτογραφίες, που όμως θα φιλοξενηθούν αλλού και θα μπει σύνδεσμος εδώ στο πλάι, για τους οπτικούς τύπους. Καλή εβδομάς σε όλους και καλή δικαστική χρονιά στους συναδέλφους!


.

11 Σεπτέμβριος 2009

Στην κουζίνα ολοταχώς

Περί Ινδικής κουζίνας λοιπόν ο λόγος, και να πούμε εξαρχής ότι είναι άστοχο να μιλάμε για "κουζίνα", σαν να είναι μία ενιαία και αδιαίρετη. Το σωστό είναι "κουζίνες": κοτζάμ υπο-ήπειρος, με πάνω από ένα δισεκατομμύριο κόσμο, ήταν ποτέ δυνατόν να έχει μία κουζίνα; Όχι βέβαια, έχει πολλές, και μάλιστα με αρκετά σημαντικές διαφορές μεταξύ τους.

Εδώ λοιπόν θα ασχοληθούμε με την κουζίνα της Νότιας Ινδίας. Κι ας πούμε απ' την αρχή ότι η Νότια Ινδία είναι ο παράδεισος του vegetarian, και αντίστοιχα η κόλαση του κρεοφάγου.


Παρένθεση: στο ταξίδι αυτό συνειδητοποίησα πόσο αποτυχημένος είναι ο όρος vegetarian, κι ακόμα χειρότερη η ελληνική απόδοση "χορτοφάγος", γι' αυτούς που δεν τρώνε κρέας. Συνειρμικά φέρνει στο νου νερόβραστα κολοκυθάκια και πράσινες σαλάτες, ενώ η πραγματική εικόνα είναι πολύ, μα πολύ ευρύτερη. Κλείνει η παρένθεση.

Κι ας ξεκινήσουμε από το ψωμί: το μόνο ινδικό ψωμί που θυμίζει το δικό μας είναι εκείνο του τοστ, που το τρώνε οι Ινδοί μόνο για πρωινό, είτε συνοδεύοντας ομελέτες, τηγανητά αυγά, τηγανίτες (pancakes), είτε με βούτυρο και μαρμελάδα/μέλι. Αυτά βέβαια είναι δυτικές επιρροές, τα πιο παραδοσιακά ινδικά πρωινά εδέσματα θα τα δούμε πιο κάτω. Κατά τ' άλλα, τα ινδικά ψωμιά είναι βασικά πιτούλες, με ποικίλα ονόματα (τσαπάτι το πιο δημοφιλές, αλλά επίσης ρότι, νάαν, πούρι, παρότα, πάπαρ και πάει λέγοντας). Οι μεταξύ τους διαφορές (όχι πάντα ευδιάκριτες) είναι στη σύσταση της ζύμης, στην ποσότητα του αλατιού ή του πιπεριού, στο πάχος και το σχήμα της πίτας, στον τρόπο τηγανίσματος, αν είναι μαλακά ή κριτσανιστά, και συνδυασμοί όλων των ανωτέρω! Πάντως είναι νόστιμα, γίνονται όλα στο τηγάνι (tawa: μεγάλο, επίπεδο και ρηχό) κι έρχονται στο τραπέζι κατευθείαν από τη φωτιά, ζεστά-ζεστά.


Ο βασικός πυλώνας της ινδικής διατροφής είναι το ρύζι, που σερβίρεται σχεδόν σε κάθε μα κάθε γεύμα, είτε λευκό-βρασμένο στον ατμό, είτε βουτυράτο, είτε μαγειρεμένο σε πουλάο (=πιλάφι) με λογής λογής μυρωδικά και μπαχαρικά, ξηρούς καρποί, σταφίδες κλπ. Ξεχάστε το σπυρωτό ρυζάκι, οι Ινδοί το θέλουν λίγο ή πολύ λαπαδιασμένο. Ξεχάστε επίσης το μπασμάτι που αγοράζουμε στα ελληνικά σούπερ-μάρκετ: στην Ινδία θεωρείται ακριβό, είδος πολυτελείας, και δύσκολα θα το βρείτε έξω από τα πιο χάι εστιατόρια.

Από το μπαξέ: ντομάτες, πατάτες, κρεμμύδια, σκόρδα, μπρόκολα, λάχανα, κουνουπίδια, μελιτζάνες, αγγουράκια, κολοκύθια, σπανάκι, μπάμιες (μεγάλες και χοντρές!), και γενικώς τα πιο πολλά λαχανικά και ζαρζαβατικά που χρησιμοποιούμε εδώ, τα χρησιμοποιούν κι εκεί. Μόνο όχι με τον ίδιο τρόπο: τις ωμές σαλάτες δεν τις πολυσυνηθίζουν, προτιμούν τα λαχανικά τους μαγειρεμένα (κι εδώ που τα λέμε καλύτερα, με τόσα φυτοφάρμακα και με νερό αμφίβολης καθαρότητας...). Λεπτομέρειες ακολουθούν, υπομονή.


Επίσης η κουζίνα της νότιας Ινδίας παίζει με τα όσπρια (κυρίως φακές, κι ένα είδος φακής που το λένε νταλ), τα τυροκομικά (επίσης τα μαγειρεύουν, κυρίως φρέσκα τυριά, δεν είδα πουθενά να τα σερβίρουν σκέτα), και βέβαια με τα μυρωδικά και τα μπαχάρια, που είναι το πρώτο πράγμα που σκέφτεται κανείς όταν ακούει για ινδικό φαγητό. Και δικαιολογημένα.

Το πιο τυπικό πιάτο της Νότιας Ινδίας είναι το thali (τάλι), το οποίο είναι στην κυριολεξία πιάτο, σκεύος δηλαδή, και όχι συνταγή με την αυστηρή έννοια του όρου. Ένα παραδοσιακό τάλι σερβίρεται τόσο το μεσημέρι όσο και το βράδυ, και αποτελείται από ένα ή περισσότερα είδη ψωμιού, μερίδες ρυζιού και, συνοδευτικά, ποικιλίες λαχανικών (συνήθως βρασμένα ή ζεματισμένα, και μετά ψιλοκομμένα και περασμένα από το τηγάνι για σωτάρισμα με μπαχάρια, ψιλοκομμένη καυτερή πιπεριά κλπ.). Επίσης, σούπα λαχανικών με ντομάτα, ούτε πολύ πηχτή ούτε νερουλιασμένη, που μπορεί να χρησιμοποιηθεί και σαν σάλτσα για το λευκό ρύζι. Ακόμα μπορεί να περιλαμβάνει σαν συνοδευτικό κάποιο τσάτνι (αλοιφή σε στυλ τυροσαλάτας, συνήθως έξτρα πικάντικη ακόμα κι αν δεν της φαίνεται απ' το όνομα, όπως τσάτνι καρύδας ή μέντας! Προσοχή στη δόση, μεγάλες μπουκιές θέλουν κι έναν κουβά νερό από δίπλα!) και πίκλες.


Όλα αυτά σερβίρονται είτε απευθείας πάνω στο thali, το μεταλλικό πιάτο δηλαδή (μεγάλο, ρηχό και με παραπέτο), είτε σε φύλλο μπανανιάς που μπαίνει μέσα στο πιάτο. Σε πιο κυριλέ φαγάδικα, οι γαρνιτούρες μπορεί να έρχονται και σε μικρά μεταλλικά μπολάκια. Σε πιο λαϊκά, μπορεί να σερβίρονται τα πάντα όλα πάνω σε ένα σκέτο φύλλο μπανανιάς, που μετά το πετάνε στις αγελάδες, κι ούτε πιάτα έχεις να πλένεις ούτε τίποτα!

Πρώτα λοιπόν πλένεις καλά τα χεράκια, και μετά κάθεσαι στο τραπέζι. Σε σερβίρουν, και ενδεχομένως να στραβομουτσουνιάσεις γιατί οι μερίδες σου φαίνονται μικρές: μόλις όμως αρχίσεις να τρως, για κάθε έδεσμα που τελειώνει από το πιάτο σου (ή το μπανανόφυλλο) έρχεται ο οικοδεσπότης ή ο σερβιτόρος και σε ρωτάει αν θες λίγο ακόμα. Και ξανά και ξανά, μέχρι να πεις "φτάνει αδερφέ, μπούκωσα"! Μην ψάχνεις για κουταλοπήρουνα, συνήθως δεν έχει: τρώμε με το χεράκι, μόνο με το δεξί (το αριστερό οι Ινδοί το προορίζουν για πιο βρωμερές δουλειές...), ανακατεύοντας τα εδέσματα, φτιάχνοντας το φαγητό μας μπαλάκια και σπρώχνοντας τη μπουκιά στο στόμα με το νύχι του αντίχειρα! Στην αρχή ζορίζεσαι είναι η αλήθεια, αλλά μετά συνηθίζεις.

Το επιδόρπιο, αν υπάρχει, είναι συνήθως κάποιο γλυκό υπερβολικά... γλυκό (χαλβαδοειδές, π.χ.), ή καμιά φρουτοσαλάτα (που μπορεί να είναι και εξόχως εξωτική, με ανανάδες, παπάγιες και τέτοια), ή -συνηθέστερα- το λεγόμενο λάσσι: κάτι ανάμεσα σε γιαούρτι και ξυνόγαλο, αραιωμένο με νερό και γλυκιασμένο με ζάχαρη (στα μαγαζιά για τους τουρίστες θα βρείτε και λάσσι με φρούτα όπως παπάγια και μάνγκο). Εμένα δεν μου άρεσε, να πω την αμαρτία μου, γιατί γενικά δεν μου αρέσει το γιαούρτι, αλλά πολλοί δυτικοί το λατρεύουν.


Από εκεί και πέρα, υπάρχει ένας μεγάλος κατάλογος με σνακ για τη λιγούρα που μπορείς να τα βρεις σχεδόν παντού, όπως το μπελπούρι (ένα είδος αλμυρού λουκουμά γεμιστού με ρύζι, φακές, λαχανικά κλπ), οι ντόσα (αλμυρές κρέπες από ρυζάλευρο, τις συνηθίζουν για πρωινό) και πολλά-πολλά άλλα. Και ψητό καλαμπόκι μπορείς να βρεις, και ρύζι ψημένο κάπως ώστε να μοιάζει με... ποπ-κορν, και ούτε θυμάμαι τι άλλο. Απ' όλα αυτά τα εξόχως ινδικά, μου άρεσε ιδιαίτερα η μασάλα ντόσα (ντόσα με γέμιση πατάτα-κρεμμύδι, σωταρισμένα, με καυτερή πιπεριά, μυρωδικά και μείγμα μπαχαρικών μασάλα, με συνοδεία τσάτνι καρύδας), η σαμόσα (σαν τυροπιτάκι αλλά με γέμιση ντομάτα-κρεμμύδι-τυρί), ενώ αυτό που μου φάνηκε εντελώς αδιάφορο και απογοητευτικό ήταν το ίντλι (μικρά κέικ από ζύμη ρυζάλευρου, με σπογγώδη υφή και σχεδόν χωρίς γεύση -τα συνηθίζουν για πρωινό).

Πρέπει να πω ότι στο Χάμπι Μπαζάρ όπου μείναμε δεκαπέντε μέρες, επειδή το μέρος θεωρείται ιερός τόπος, το κρέας απαγορεύεται. Το ίδιο και το αλκοόλ. Οπόταν, αυτό το διαιτολόγιο που περιγράφω ανωτέρω ήταν μέσες-άκρες το καθημερινό μας φαγητό για δύο βδομάδες! Δεν μπορώ να πω ότι με χάλασε, ή ότι σηκωνόμουν από το τραπέζι πεινασμένος, αλλά ομολογώ ότι από τα μισά της δεύτερης εβδομάδας και μετά άρχισα να ονειρεύομαι γουρουνόπουλα και μοσχαράκια κοκκινιστά (αλλά όχι με ρύζι, παρακαλώ...). Επίσης πρέπει να πω ότι στην επιστροφή η ζυγαριά έγραψε πέντε κιλά λιγότερα.


Συνοψίζοντας, η νότια ινδική κουζίνα είναι κουζίνα του τηγανιού και της κατσαρόλας. Φούρνο δεν είδαμε να δουλεύει (ούτε καν να υπάρχει...), όσο για κάρβουνα, σούβλες και τέτοια πράγματα δεν το συζητάμε καν. Το μαγείρεμα, όσο κι αν τα φαγητά φαίνονται απλά στην εκτέλεσή τους, παίρνει πολλές ώρες: να ψιλοκόψεις λαχανικά, να ζυμώσεις ψωμιά, να πας να πάρεις γάλα (υπάρχει και τυποποιημένο, αλλά πολλοί το παίρνουν κατευθείαν από την αγελάδα, ή βουβάλα, ή κατσίκα, σε ειδικά δοχεία που κυκλοφορούν ευρύτατα), γενικώς έχει αρκετή μανούρα.

Αν εξαιρέσουμε το Χάμπι, και οι κρεοφάγοι θα βρουν κάτι στη Νότια Ινδία, αν και όχι πολλά πράγματα: κυρίως κοτόπουλο, μαγειρεμένο είτε σε κάρι (πηχτή σάλτσα), είτε ψιλοκομμένο και τηγανισμένο με ρύζι (μπιριάνι). Επίσης, στα παραθαλάσσια μέρη βρίσκει κανείς ψάρια και θαλασσινά. Από εκεί και πέρα, ό,τι πετύχει κανείς σε μέρη που σερβίρουν ξένες κουζίνες, κυρίως αραβική, κινέζικη, ή ταντόρι (παραδοσιακός πήλινος βαρελόσχημος φούρνος, πιο συνηθισμένος στη Βόρεια Ινδία). Σε μεγάλες πόλεις όπως η Βομβάη και το Μπανγκαλόρ θα βρει κανείς και δυτικές κουζίνες, κυρίως ιταλική: είναι μια επιλογή, ιδίως αν νιώθουμε το στομαχάκι μας κάπως, αλλά ας ληφθεί υπ' όψη ότι τα ζυμαρικά αλά-ινδικά είναι το ακριβώς αντίθετο του αλ-ντέντε: κοινώς, λασπωμένα ως εκεί που δεν παίρνει! Τέλος, υπάρχουν και διάφορα ΜακΝτόναλντ, Ντόμινο Πίτσα και τα συναφή, αλλά ειλικρινά απορώ τι διάβολο σερβίρουν χωρίς μοσχάρι και χοιρινό...

Κλείνοντας αυτό το μαραθώνιο ποστ, ειδική αναφορά στο τσάι: αν ζητήσετε τσάι (chai) στη Νότια Ινδία, θα σας φέρουν το τοπικό αγαπημένο ρόφημα που γίνεται με νερό ΚΑΙ γάλα μισό-μισό. Ωραίο είναι, ιδίως το μασάλα τσάι που έχει και μπαχάρια! Αν θέλετε το αφέψημα που πίνουμε εδώ, πρέπει να ζητήσετε tea (έχει και ωραίες ποικιλίες, όπως με μέντα, με λεμόνι ή με τζίντζερ). Αν δεν μπορείτε να απεξαρτηθείτε από τον καφέ, η καλύτερη επιλογή είναι δυστυχώς οι αλυσίδες καφέ ευρωπαϊκού στυλ (Barista, Cafe Coffee Day κλπ.), που σερβίρουν διάφορους (ακριβούς...) καπουτσίνους, μακιάτους και τα ρέστα: μολονότι η Ινδία έχει παραγωγή καλού καφέ, τα πιο πολλά τσαγάδικα σερβίρουν κάτι νεροζούμια από στιγμιαίο της συμφοράς. Προς αποφυγήν.

Αυτά. Δεν ξέρω εσείς, αλλά εμένα μου άνοιξε η όρεξη! Καλό Σαββατοκύριακο!


.

09 Σεπτέμβριος 2009

Του μεροκάματου!

Στις 16 του Αυγούστου, επομένη της εθνικής εορτής της Ανεξαρτησίας για τους Ινδούς, πήραμε πάλι το τρένο από το Μαργκάο της Γκόα και μερικές ώρες αργότερα αποβιβαστήκαμε στο σταθμό του Χοσπέτ, τον κοντινότερο σιδηροδρομικό σταθμό για το Χάμπι (προσοχή, διαβάζεται Χάμ-πι, όχι Χάbι). Εκεί έμελλε να περάσουμε τις επόμενες δύο εβδομάδες με χαρά και (εθελοντική) εργασία.

Και ποια θα ήταν η εργασία μας; Χμ, λοιπόν, στο μονοπάτι που φεύγει από το χωριό Χάμπι Μπαζάρ και κατευθύνεται προς τους ναούς του Κοντανταράμα και του Βιτάλα, υπάρχει ένα κομμάτι λιθόστρωτο. Όταν λέμε "λιθόστρωτο", μη φανταστείτε τίποτα πετρούλες όπως στα δικά μας τα ορεινά χωριά, μιλάμε για πλάκες-ογκόλιθους που ζυγίζουν πολλά κιλά έκαστος. Εν πάση περιπτώσει, στο σημείο που το εν λόγω λιθόστρωτο φτάνει στο ναό του Κοντανταράμα, είχε πάθει κάποιες καθιζήσεις που το έκαναν κάπως επισφαλές, ενώ και τα σκαλοπάτια δίπλα από το ναό είχαν χαθεί κάτω από τα χορτάρια και τις λάσπες. Η δουλειά μας λοιπόν, όπως προέκυψε, θα ήταν να αποκαταστήσουμε ένα τμήμα του λιθόστρωτου βγάζοντας και ξαναβάζοντας ίσια τις πλάκες και να καθαρίσουμε τα σκαλοπάτια από τα χόρτα και τις λάσπες.

Στο μεροκάματο: καλλιτεχνική προσθήκη


Τώρα, για να είμαι ειλικρινής, έχω την αίσθηση ότι η δουλειά αυτή ήταν λιγουλάκι πολυτέλεια. Θέλω να πω, εντάξει, το λιθόστρωτο μπορεί να μην ήταν σε άψογη κατάσταση, αλλά δεν ήταν δα και επικίνδυνο για τους επισκέπτες. Η εντύπωσή μου είναι ότι σε έναν τόσο τεράστιο αρχαιολογικό χώρο υπήρχαν άλλες δουλειές που θα μπορούσαν να γίνουν, πιο χρήσιμες και πιθανόν πιο επείγουσες (π.χ., καθαρισμός και σηματοδότηση μονοπατιών). Αλλά τέλος πάντων, εκεί δεν πήγαμε να κάνουμε τους έξυπνους, πήγαμε να κάνουμε ό,τι μας ζητήσουν, έτσι δεν είναι;

Μη βροντοχτυπάς τις χάντρες/η δουλειά κάνει τους άντρες


Το κακό με τη συγκεκριμένη δουλειά ήταν ότι επρόκειτο για βαριά χειρωνακτική εργασία, και η ομάδα μας είχε μόνο δύο άντρες εθελοντές, συν τον Ινδό team leader μας τρεις, και επτά κοπέλες. Και έπρεπε να βγάλουμε κοτρώνια από το χώμα με κάτι λοστούς της εποχής του Σιδήρου, να τους μετακινήσουμε κάμποσα μέτρα (στα χέρια...) και να τους ξαναβάλουμε. Έπρεπε επίσης να ξεχορταριάσουμε με κάτι κοντά τσαπιά, που για να τα χρησιμοποιήσεις έσκυβες μέχρι τη μέση, και να κουβαλήσουμε χώμα με κάτι μεγάλες πιατέλες ("ένα καροτσάκι βρε αδερφέ, χάθηκε ένα καροτσάκι;"). Με άλλα λόγια, εργαλεία και μέθοδοι του 16ου αιώνα (ίσως και προ Χριστού) -μόνο που τότε μπορεί να είχαν και τίποτα ελέφαντες για τις βαριές δουλειές. Κι από πάνω, έπρεπε και να προσέχουμε τις μαϊμούδες που παρεπιδημούσαν στο ναό, μη μας βουτήξουν τις τσάντες!


Εν πάση περιπτώσει, πριν αρχίσουμε τις εργασίες πήραμε την ευλογία του Ράμα σε μια σεμνή τελετή (πούτζα, προσοχή στην προφορά!) που έγινε στον παρακείμενο ναό. Μεγάλη η χάρη του, στο τέλος κάτι καταφέραμε και δεν είχαμε την αίσθηση ότι τζάμπα πήγε ο κόπος μας, αλλά να λέμε την αλήθεια: αν δεν έβαζαν πλάτη ο Πάμπα (τοπικός μας σύνδεσμος, τρόπον τινά) και μερικοί ντόπιοι εργάτες, μαθημένοι στη δουλειά, τρίχες κατσαρές θα κάναμε.

Το τελικό αποτέλεσμα. Καλούτσικο, no?


Κοντολογίς, η εντύπωσή μου είναι ότι το εν λόγω πρόγραμμα εθελοντικής εργασίας ήταν βασισμένο περισσότερο στη λογική "να βρούμε κάτι να απασχολήσουμε τα παιδιά", παρά στόχευε να καλύψει κάποια πραγματική ανάγκη. Επιπλέον, ας μην ξεχνάμε ότι για τη συμμετοχή μας πληρώσαμε (πέρα από το εδώ κατοστάρικο) και 7.500 ρουπίες ο καθένας, περίπου 110 ευρώ, που κάλυπταν γενναιόδωρα και με το παραπάνω το κόστος της διαμονής και διατροφής μας εκεί. Ναι, δεν κάνω λάθος, έχω κάνει τους λογαριασμούς και μπορώ να πω με σιγουριά ότι τουλάχιστον 2.000-2.500 ρουπίες από το ποσό που πλήρωσε έκαστος πήγαν στο ταμείο της οργάνωσης που μας φιλοξένησε, ίσως αρκετά περισσότερα. Δεν το λέω για κακό, στο κάτω-κάτω δεν μας το έκρυψαν οι άνθρωποι, αλλά θα ήμουν πιο ευχαριστημένος αν είχαμε κάνει κάτι πιο χρήσιμο και ουσιώδες. Α! Και κάτι ακόμα που μου έκανε αρνητική εντύπωση: μολονότι είχαμε άδεια από την αρμόδια Αρχαιολογική Υπηρεσία, ένας άνθρωπος δεν ήρθε έστω μια φορά να δει τι διάβολο κάνουμε εκεί πέρα! Ακόμα και στο δικό μας το κ...κράτος, υποθέτω ότι το να μπει μια ομάδα τρέχα-γύρευε εθελοντών να κάνει εργασίες στις Μυκήνες π.χ. χωρίς επίβλεψη από κάποιον ειδικό είναι out of the question. Ή μήπως όχι; Ε, εκεί φαίνεται πως δεν.

Τα απρόοπτα: υπερχείλιση του ποταμού πάνω στο χώρο εργασίας!


Όπως και νά 'χει, η δουλειά αυτή βαστούσε γύρω στο τρίωρο ημερησίως. Μετά είχαμε κάποιο ελεύθερο χρόνο, για ντουζ με κρύο νερό να φύγουνε τα χώματα, και μετά το μεσημεριανό και την απαραίτητη σιέστα υπήρχε και το απογευματινό πρόγραμμα: Επίσκεψη της ομάδας εθελοντικής εργασίας στο Harmony House. Το οποίον είναι μια ταράτσα σ' ένα σοκάκι του Χάμπι Μπαζάρ, όπου λειτουργεί ένα πρόγραμμα απασχόλησης για παιδιά υπό την αιγίδα του Hampi Children's Trust.

Εξηγώ: όταν άρχισε η τουριστική ανάπυξη της περιοχής, το άλλοτε σχεδόν ακατοίκητο χωριό του Χάμπι Μπαζάρ προσέλκυσε πολύ κόσμο που ήρθε από άλλες πολιτείες της Ινδίας για το μεροκάματο. Το χωριό γέμισε ξενώνες (guest house), φαγάδικα και μαγαζάκια με μπιχλιμπίδια για τους τουρίστες. Γέμισε όμως και μικρά παιδιά, καθότι οι Ινδοί γεννάνε πολύ, τα οποία συχνά τριγυρνάνε στους δρόμους είτε πουλώντας καρτ-ποστάλ, είτε ζητιανεύοντας. Και βέβαια, είναι αποκομμένα από την επίσημη εκπαίδευση. Πριν δυο χρόνια, λοιπόν, ένας άγγλος δάσκαλος ερωτευμένος με την περιοχή, ο Τιμ, κι ένας ντόπιος, ο Κάλι, έστησαν από το τίποτα το Hampi Children's Trust: μια ΜΚΟ που έχει σκοπό να τραβήξει τα παιδάκια αυτά από το δρόμο και να τα βάλει στο σχολείο. Για το σκοπό αυτό παρέχει στα παιδιά τις απαραίτητες στολές (!), σάκες, γραφική ύλη κλπ., πληρώνει τα δίδακτρα μερικών από αυτά, και απασχολεί σε μόνιμη βάση μια δασκάλα που τα βοηθά στη μελέτη τους, καθώς επίσης δάσκαλο μουσικής και μαγείρισσα που τους ετοιμάζει ένα υποτυπώδες βραδυνό. Η κεντρική ιδέα είναι να μένουν απασχολημένα τα παιδιά ακόμα και τις ώρες που το σχολείο έχει διάλειμμα (το ινδικό σχολείο ακολουθεί ένα περίεργο διακεκομμένο ωράριο), ώστε να αποκτήσουν κάποια πειθαρχία και ένα πρόγραμμα στην ημέρα τους και να μην ξεστρατίζουν. Και η οργάνωση στηρίζεται σε δωρεές (κυρίως από ξένους τουρίστες) και σε εθελοντική εργασία (επίσης, και μάλιστα συχνά μ' ένα σύστημα "είδα φως και μπήκα").


Κάπως έτσι χωθήκαμε κι εμείς. Χωριστήκαμε σε δύο ομάδες, και εναλλάξ επισκεπτόμασταν το Harmony House τα απογεύματα για να κάνουμε κάποιες "activities" με τα παιδάκια: ζωγραφική, χειροτεχνίες, χαρτοκοπτική, παιχνίδια, τραγουδάκια, τέτοια πράγματα. Στο τέλος βοηθούσαμε να σερβιριστεί και το βραδυνό, και φεύγαμε.

Είναι αλήθεια ότι αρχικά ο ευρωπαϊκός μας σκεπτικισμός μας έκανε να είμαστε λίγο γκρινιάρηδες: λέγαμε, ας πούμε, ότι αντί να πηγαίνουμε έτσι στα κουτουρού και να αυτοσχεδιάζουμε "activities", θα έπρεπε να συνεννοηθούμε με τη δασκάλα και τον Κάλι, που ήξεραν τα παιδιά αυτά, τις ιδιαιτερότητες, τις ανάγκες και τα ταλέντα τους, και να οργανώσουμε κάτι πιο συγκεκριμένο και πιο ωφέλιμο. Αλλά κάποια στιγμή συνειδητοποιήσαμε ότι εκεί είναι Ινδία, και ότι όλα αυτά ακούγονται πολύ επιστημονικά, πολύ ευρωπαϊκά και πολύ ακατανόητα στους ανθρώπους. Σε τελική ανάλυση, το ζητούμενο της προσπάθειας είναι απλό: να μείνουν αυτά τα παιδάκια μακριά από το δρόμο και τη ζητιανιά, και να ακολουθήσουν το σχολικό πρόγραμμα. Τα ρέστα είναι πολυτέλειες για τον ανεπτυγμένο κόσμο, είτε μας αρέσει είτε όχι. Και προσαρμοστήκαμε ανάλογα. Δεν ξέρω πόσο καλό κάναμε με την παρουσία μας, πάντως μια φορά κακό δεν κάναμε...

Μια νότα εξωτισμού: ένας ελέφας στην πόρτα σας!


Αυτός λοιπόν ήταν ένας (όχι και τόσο σύντομος) απολογισμός της παρουσίας μας στο Χάμπι και της συμμετοχής μας στο εθελοντικό πρόγραμμα. Θετικός απολογισμός, θα έλεγα, έστω και με όλες τις παραπάνω επιφυλάξεις. Αν μη τι άλλο, είχαμε την ευκαιρία να βρεθούμε για δεκαπέντε μέρες σε έναν πραγματικά εντυπωσιακό τόπο, που μπορεί να μην είναι πια ακριβώς "βαθιά Ινδία" (ας όψεται η τουριστική ανάπυξη), αλλά πλησιάζει αρκετά. Γνωρίσαμε την καθημερινότητα της Ινδικής επαρχίας, μάθαμε κάποια πράγματα για τις παραδόσεις τους, για την ινδουιστική θρησκεία, για την ιστορία της περιοχής. Δεν είναι και λίγα. Και μπόνους, το "Vishnu Guest House": ο ξενώνας που τον διαχειρίζεται η οικογένεια του κ. Γκάνγκα, αποτελούμενη από τέσσερις γενιές παρακαλώ, και όπου η διαμονή μας ήταν πραγματικά οικογενειακή! Κάθε μέρα ένας από την ομάδα έμενε να βοηθήσει στην κουζίνα την γιαγιά, την κυρία Μάλα με τ' όνομα, τον πραγματικό στρατηγό του νοικοκυριού. Παίζαμε με τις κόρες των νοικοκυραίων, την Τούλαζι και το μικρό διαολάκι την Ρακσίτα, και τρώγαμε από την ίδια κατσαρόλα μ' αυτούς, αληθινά σπιτικό ινδικό φαγητό. Μεγάλη υπόθεση, λέμε -αλλά για το φαγητό χρειάζεται ειδικό (ινδικό) ποστ!

Φέρδερ ρήντινγκ: Η σελίδα του Hampi Children's Trust στο myspace. Υπάρχει και σάιτ της οργάνωσης, αλλά ο Γκούγκλης προειδοποιεί ότι μπορεί να είναι επικίνδυνο για τον υπολογιστή μας, δεν ξέρω γιατί, οπότε επαφίεται στην κρίση σας. Πάντως η οργάνωση έχει ανάγκη από πολλά πράγματα, και όχι απαραίτητα χρήματα. Με τη Μ., σκεφτόμαστε να αγοράσουμε κάποια υλικά δυσεύρετα εκεί (π.χ. πλαστελίνες) και να τα κάνουμε ένα δεματάκι, μαζί με τις φωτογραφίες που τραβήξαμε, να τα στείλουμε στα παιδιά. Spread the word!


ΥΓ: ...κι επειδή οι παλιές αγάπες, εκτός που πάνε στον παράδεισο, δεν ξεχνιούνται, το παρόν ταπεινό ιστολόγιο απέκτησε ένα (προσωρινό) αδελφάκι: xasodikisinthepaint.blogspot.com, σε πιο ελαφρύ ύφος, με θέμα το Ευρωμπάσκετ της Πολωνίας! Ανοίξαμε και σας περιμένουμε, μπασκετόφιλους και μη.

ΥΓ2: Για όσους απορούν πού πήγε η παλιά καλή πολιτική μουρμούρα (Σπύρο, για σένα λέω :)), έχω να πω ότι κοντός ψαλμός αλληλούια: να τελειώσουμε πρώτα με την Ινδία, και μετά... (κουράγιο, δυο-τρία ποστάκια μείνανε :))


.

07 Σεπτέμβριος 2009

Goan corners

Από τη Βομβάη ως τη Γκόα είναι ένα μακρύ και κουραστικό ταξίδι με το τρένο, που οι περισσότεροι το κάνουν νύχτα. Εμείς εισιτήρια για το νυχτερινό τρένο δεν βρήκαμε, έτσι πήραμε το ημερήσιο, με αποτέλεσμα να χάσουμε μια μέρα -αλλά και με ανταμοιβή μας τα υπέροχα τροπικά τοπία της διαδρομής.

Θέα από το Mandovi Express


Η Γκόα είναι η πιο μικρή επαρχία της Ινδίας, και μέχρι τη δεκαετία του '60 ήταν πορτογαλική αποικία, γεγονός που έχει αφήσει έντονα αποτυπώματα τόσο στην αρχιτεκτονική, όσο και στη γλώσσα, την κουζίνα, τα ονόματα των κατοίκων κλπ. Πρωτεύουσα της επαρχίας είναι το Πανάτζι, ή Παντζίμ, όπου και μείναμε: μικρή πόλη (περίπου 100.000 κατοίκων) στις όχθες του ποταμού Μαντόβι. Εδώ οι κλίμακες είναι σαφώς πιο ανθρώπινες απ' ό,τι στη Βομβάη και οι ρυθμοί πιο χαλαροί.

Σπίτι στο Παντζίμ στα χρώματα της Πορτογαλίας


Φημισμένη η Γκόα για τις παραλίες της καθώς και για ξέσαλα ρέιβ πάρτυ, υπήρξε άλλοτε (και είναι ακόμα) αγαπημένος προορισμός των backpackers και των χίπηδων, αλλά σήμερα ο οργανωμένος τουρισμός με τις μεγάλες ξενοδοχειακές μονάδες και τους τουρίστες με τα βραχιολάκια απλώνεται όλο και περισσότερο. Από παραλίες δεν είδαμε και πολλά πράγματα, ο Αύγουστος εκεί είναι off-season καθότι εποχή μουσώνων: πήγαμε μέχρι την κοντινότερη στο Παντζίμ, την παραλία του Σινκέριμ, όπου μια κόκκινη σημαία προειδοποιούσε swimming prohibited -και τα δυνατά κύματα με την αντάρα που σήκωναν σε απέτρεπαν από κάθε σκέψη να μπεις στο νερό.

Παντζίμ by night


Πολύ ενδιαφέρουσα ήταν η επίσκεψη-ξενάγηση σε μια φυτεία μπαχαρικών κοντά στην πόλη Πόντα, όπου είδαμε και μάθαμε διάφορα για τα πιπέρια, τις βανίλιες, την κανέλλα και τα λοιπά μπαχαρικά, για χάρη των οποίων ξεκίνησε κοτζάμ Χριστόφορος Κολόμβος να βρει δρόμο για τις Ινδίες, με τα γνωστά αποτελέσματα! Ενδιαφέρον ήταν και το Μουσείο που βρίσκεται στο Παντζίμ, αν καταφέρεις να το βρεις: το έχουν χώσει σε μια απόμερη γωνιά της πόλης όπου πάει ένας χωματόδρομος της κακιάς ώρας, και ούτε οι ντόπιοι ξέρουν να σου πουν πού βρίσκεται!

Φυτεία μπαχαρικών Σαχακάρι, Πόντα


Σε γενικές γραμμές, οι τρεις μέρες στην Γκόα ήταν το πιο ξεκούραστο και χαλαρό κομμάτι του ταξιδιού -χωρίς την πολλή βαβούρα και τους ποδαρόδρομους της Βομβάης, και πριν τη χειρωνακτική εργασία στο Χάμπι. Συνέβαλε σε αυτό και το θαυμάσιο ξενοδοχείο όπου διαμείναμε -ένα παλιό ινδουιστικό αρχοντικό, με εσωτερικές αυλές, αίθρια και τα τοιαύτα, ανακαινισμένο με καλαισθησία και με το δίκλινο στην πολύ φιλική τιμή των 30 ευρώ τη βραδιά, εκτός σεζόν βέβαια, μην ξεχνιόμαστε. Και ολοκληρώσαμε τη διαμονή μας με μια ωραία βόλτα στους κήπους του Καμπάλ, δίπλα στο ποτάμι, όπου είδαμε και την παρακάτω εικόνα-αφετηρία για συλλογισμούς σχετικά με την τραγική ειρωνεία της Ιστορίας:



(συνεχίζεται)


.

04 Σεπτέμβριος 2009

Salaam Bombay

Πάνω από δεκαέξι εκατομμύρια πληθυσμός, η μεγαλύτερη πόλη της Ινδίας και προφανής πύλη εισόδου στο νότιο τμήμα της χώρας. Βγαίνεις από το κλιματιζόμενο αεροδρόμιο και αμέσως σε χτυπάει ένα κύμα αφόρητης ζέστης: δεν είναι η θερμοκρασία από μόνη της, είναι ο συνδυασμός με την απίστευτη τροπική υγρασία και την ατμοσφαιρική ρύπανση που προκαλεί δύσπνοια. Περπατάς πέντε λεπτά και ιδρώνεις σαν να έτρεξες μαραθώνιο.

Στα πέριξ της Crawford Market


Οι δρόμοι της Βομβάης είναι ένα ανεπανάληπτο χάος. Τα φανάρια στο κέντρο της πόλης είναι λίγα, συχνά εκτός λειτουργίας και θεωρούνται σχεδόν προαιρετικά -τόσο για τους οδηγούς όσο και για τους πεζούς! Παίρνω αμπάριζα και βγαίνω. Το σάουντρακ των δρόμων, ένας αδιάκοπος καταιγισμός από κορναρίσματα. Επιπλέον οδηγούν ανάποδα -με το αγγλικό σύστημα. Αν τη γλιτώσεις και δεν σε πατήσουν, αρχίζεις να παρατηρείς το τοπίο και την ανθρώπινη γεωγραφία. Ατέλειωτο σκουπιδαριό παντού, οι κάδοι απορριμμάτων είναι σπάνιο είδος, καλαθάκια στις κολώνες δεν υπάρχουν, όλος ο κόσμος πετάει τα σκουπίδια του κάτω. Αργότερα μας εξήγησαν ότι το πλαστικό (σακούλες, περιτυλίγματα) είναι σχετικά πρόσφατο φρούτο στην Ινδία, μέχρι πριν 15-20 χρόνια όποτε χρειαζόταν να τυλίξουν κάτι χρησιμοποιούσαν φύλλα μπανανιάς, τα οποία μετά τα πετούσαν όπου νά 'ναι (τα έτρωγαν οι αγελάδες). Τους έμεινε η συνήθεια, λοιπόν, μόνο που τώρα οι αγελάδες στο κέντρο της πόλης είναι λιγοστές και δεν τρώνε πλαστικές σακούλες. Αλήθεια, ψέματα, θα σας γελάσω.

Αντί για περιστέρια, πάνω από την πόλη πετάνε κοράκια. Στα μεγάλα πάρκα του κέντρου (maidan τα λένε εκεί) ο κόσμος ψιλοτρώει και χαζεύει αυτούς που παίζουν κρίκετ. Σε διάφορα σημεία της πόλης βλέπεις από απόσταση τα slum -παραγκουπόλεις που ξεχωρίζουν από τους μπλε πλαστικούς μουσαμάδες που χρησιμοποιούν για σκεπές.

Οποιαδήποτε ώρα της ημέρας βλέπεις κόσμο να παίρνει τον υπνάκο του οπουδήποτε: σε καθίσματα αυτοκινήτων, στα λιγοστά παγκάκια, σε πεζούλια, ακόμα και χύμα κάτω στο πεζοδρόμιο, πάνω σε μια κουρελού -ή και χωρίς. Το κορυφαίο που είδαμε, ένας τύπος να κοιμάται στο αλουμινένιο παραπέτο μιας στάσης λεωφορείου, με πλάτος όχι πάνω από 30 εκατοστά! Πώς διάβολο χώρεσε εκεί πάνω;

Gateway of India


Η μεγάλη περαντζάδα των κατοίκων της Βομβάης γίνεται στη δυτική πλευρά του κέντρου, στον δρόμο που πάει παράλληλα στη θάλασσα και καταλήγει στην παραλία Chowpatty. Δεν είναι για μπάνιο, τα νερά είναι βρωμερά και τρισάθλια. Στην αντίθετη πλευρά της πόλης, στο ανατολικό θαλασσινό μέτωπο, βρίσκεται η μεγάλη αψίδα που λέγεται "Gateway of India", απέναντι από το πολυτελές ξενοδοχείο Taj Mahal, όπου έγινε η περσινή τρομοκρατική επίθεση. Τώρα υπάρει μόνιμος αστυνομικός κλοιός στην περιοχή. Από εδώ φεύγουν τα σαπιοκάραβα που πάνε στο Elephanta Island -ένα καταπράσινο νησάκι γεμάτο μαϊμούδες, που το επισκέπτεσαι για να θαυμάσεις τους ναούς τους σκαλισμένους μέσα σε σπηλιές και διακοσμημένους με αγάλματα, πιο εντυπωσιακό εκ των οποίων εκείνο του θεού Σίβα με τα τρία πρόσωπα.

Elephanta Island, ο τρικέφαλος Σίβα (ελαφρώς κουνημένος)


Την τελευταία μέρα, αναχωρούμε νωρίς το πρωί με το τρένο από τον σταθμό Chatrapati Shivaji (πρώην Victoria). Είναι δέκα λεπτά με τα πόδια από το ξενοδοχείο, οπότε πάμε περπατώντας -και βλέπουμε πόσος κόσμος κοιμάται στον δρόμο, στις στοές των κτιρίων. Σηκώνονται, πλένονται με νερό της βροχής σε γούρνες, κατουράνε στη μέση του δρόμου, φτιάχνουν τσάι με νερό από δημόσιες βρύσες σε γκαζάκια και κατσαρολάκια που τα ξετρυπώνουν από απίθανες καβάτζες. Ναι, υπάρχουν και χειρότερα από τα slum.

(συνεχίζεται)


.

03 Σεπτέμβριος 2009

A passage to India


Η αρχική ιδέα ήταν η εξής: ένα μεγάλο ταξίδι στο εξωτερικό, όχι με γκρουπ/ταξιδιωτικά γραφεία/οργανωμένο τουρισμό, όχι στην Ευρώπη αλλά σε κάποιον πιο εξωτικό προορισμό, και σε οικονομικά πλαίσια που να μπορέσει να τα αντέξει το βαλάντιό μας.

Δύσκολο να τα πετύχεις όλα μαζί. Η εθελοντική εργασία όμως είναι ένας καλός τρόπος να κάνεις ένα μέρος του ταξιδιού (κάπως) οργανωμένα, οικονομικά, και να προσθέσεις μερικές μέρες για να επισκεφτείς και άλλα μέρη στη χώρα όπου θα πας. Σε αντάλλαγμα, σου δεσμεύει δυο βδομάδες από τον χρόνο του ταξιδιού, κατά τις οποίες αναγκαστικά βρίσκεσαι σε ένα συγκεκριμένο μέρος. Και βέβαια, πρέπει και να δουλέψεις.

Έχοντας και οι δύο προηγούμενη εμπειρία από τέτοια προγράμματα, δεν μας πήρε και πολύ να το αποφασίσουμε. Ξεκινήσαμε λοιπόν από την Έλιξ, την ελληνική οργάνωση που συμμετέχει σε ένα διεθνές δίκτυο ΜΚΟ και λειτουργεί σαν σύνδεσμος για τη συμμετοχή Ελλήνων εθελοντών σε προγράμματα ανά τον κόσμο. Μετά από κάμποσο ψάξιμο, καταλήξαμε σε δύο επιθυμητούς προορισμούς, κάναμε τις αιτήσεις μας, πληρώσαμε και το ανάλογο fee των 100 ευρώ και περιμέναμε.

Πρώτη προτίμηση ήταν ένα πρόγραμμα στον Βορρά της Αργεντινής. Δεν μας έκατσε και ίσως ευτυχώς, γιατί τότε ακόμα δεν είχε πάρει διαστάσεις η ιστορία (υστερία;) με τη νέα γρίππη, και αν μας είχαν κάνει δεκτούς θα μπαίναμε εκ των υστέρων σε δίλημμα, να πάμε ή να μην πάμε; Καθότι η Αργεντινή χτυπήθηκε σκληρά από τον ιό μέσα στο καλοκαίρι.


Δεύτερη επιλογή, Hampi, Ινδία. Τι είναι το Hampi; Κατ' αρχήν, Μνημείο Παγκόσμιας Κληρονομιάς της UNESCO: Μια τεράστια έκταση που διατρέχεται από τον ποταμό Τουνγκαμπάντρα, κατάσπαρτη με γρανιτικούς ογκόλιθους πολλών μέτρων ύψους, που μετά από εκατομμύρια χρόνια διάβρωσης έχουν πάρει τα πιο απίθανα σχήματα και τις πιο απίστευτες τοποθετήσεις (όποιος έχει επισκεφτεί το χωριό Βώλαξ στην Τήνο ας φανταστεί κάτι παρόμοιο, αλλά σε πολύ μεγαλύτερη κλίμακα και έκταση). Υπήρξε η έδρα του μεγάλου βασιλείου των Βιτζαγιανάγκαρα από τον 14ο αιώνα και μετά, άκμασε ιδιαίτερα κατά τον 16ο αιώνα, και στη συνέχεια έπεσε σε παρακμή καθώς έγινε στόχος μουσουλμάνων σουλτάνων και Μογγόλων επιδρομέων (κλικ). Φανταστείτε κάτι σαν τις δικές μας Μυκήνες, αλλά πολύ πιο πρόσφατο, απλωμένο σε πολύ μεγαλύτερη έκταση, και με μεγαλύτερη σημασία για τους σύγχρονους Ινδούς, αφού δεν θεωρείται μόνο αρχαιολογικής αξίας προορισμός αλλά και τόπος προσκυνήματος για τους Ινδουιστές. Επιπλέον, είναι ένα μέρος με μεγάλη και απότομη τουριστική ανάπτυξη κατά τα τελευταία χρόνια, πράγμα που -όπως εύκολα καταλαβαίνει κανείς- έχει τόσο θετικές όσο και αρνητικές συνέπειες για την περιοχή.

Την ακριβή φύση της δουλειάς δεν την ξέραμε μέχρι που βρεθήκαμε εκεί. Εργασίες διαμόρφωσης και αποκατάστασης του αρχαιολογικού χώρου, κάτι τέτοιο μας είχαν πει, και όντως τελικά *κάτι τέτοιο* κάναμε (λεπτομέρειες εν καιρώ). Αφότου γίναμε δεκτοί στο πρόγραμμα, όμως, είχαμε μια βάση για να σχεδιάσουμε το ταξίδι: ξέραμε ας πούμε ότι το Hampi βρίσκεται στην επαρχία Καρνατάκα, παναπεί στη Νότια Ινδία, και ότι η δουλειά ήταν προγραμματισμένη για τις δύο τελευταίες εβδομάδες του Αυγούστου. Πήραμε τον οδηγό του Lonely Planet και ριχτήκαμε στο διάβασμα: καταλήξαμε στο προφανές συμπέρασμα ότι η Ινδία είναι πολύυυυυ μεγάλη για να προσπαθήσουμε να την γυρίσουμε *όλη*, ότι ακόμα και η Νότια Ινδία μοναχιά της είναι πολύυυυυ μεγάλη για να πάμε *παντού*, κι επομένως, δοθέντος του διαθέσιμου χρόνου και χρηματικού κεφαλαίου, έπρεπε να περιοριστούμε σε έναν-δύο προορισμούς πριν το Hampi, και πάπαλα. Και επιλέξαμε Βομβάη και Γκόα.

(συνεχίζεται)


.

02 Σεπτέμβριος 2009

Back home...


Κυριακή, 30 Αυγούστου, πρωί

Κάθομαι στο μπαλκόνι του ξενοδοχείου και καπνίζω ράθυμα ένα τσιγάρο, χαζεύοντας απέναντι την (όχι και τόσο σπουδαία) θέα. Πεινάω και θέλω να πιω κι έναν καφέ, αλλά είναι πολύ νωρίς και τα πάντα είναι κλειστά. Ελάχιστη κίνηση στη λεωφόρο απέναντι, θα πρέπει να περιμένουμε μέχρι τις 8 περίπου. Κάτι μου φταίει και δεν είναι μόνο η κούραση από το ολονύχτιο ταξίδι με το τρένο, στο κάτω κάτω δεν την περάσαμε και ξάγρυπνοι. Ούτε μου φταίει που οι διακοπές τελειώνουν και πλησιάζει η ώρα της επιστροφής: όλα τα ταξίδια (όπως κι όλα τα ωραία γενικώς) κάποτε τελειώνουν, κι άλλωστε αυτό είναι και αναγκαίο για να κάτσεις να σκεφτείς, να χωνέψεις τα όσα έζησες και να εκτιμήσεις την εμπειρία.

Το τι μου φταίει θα το βρω τελικά την επόμενη μέρα, ή ίσως τη μεθεπόμενη. Είναι που ξαναβρίσκομαι σε περιβάλλον μεγάλης πόλης, με ψηλά κτίρια, αυτοκίνητα, πολυκοσμία στους δρόμους, γρήγορους ρυθμούς, εφημερίδες. Αυτό με χαλάει. Μετά από δυο βδομάδες στην εξοχή, στο μαγευτικό σμίξιμο της καταπράσινης βλάστησης με την γκρίζα πέτρα, ο οργανισμός συνήθισε αλλιώς -και τώρα διαμαρτύρεται.

Αυτό το στάδιο του τράνζιτ, της αναγκαστικής σύντομης παραμονής σε ένα μέρος εν αναμονή του μεγάλου ταξιδιού της επιστροφής, είναι εκνευριστικό. Όταν πηγαίνεις, όσο και να ταλαιπωρηθείς κι όσο και να κουραστείς έχεις πάντα την προσμονή του καινούργιου, ειδικά όταν ο προορισμός είναι ένα μέρος όπου δεν έχεις ξαναπάει. Αντίθετα, το ταξίδι της επιστροφής είναι μια τυπική διαδικασία, αναγκαίο κακό -κι όσο πιο μακρύ, τόσο το χειρότερο.

Κάθε χρόνο, καθώς πλησιάζει ο καιρός των διακοπών, όλοι κάνουν σχέδια και ονειρεύονται να περάσουν ένα αξέχαστο καλοκαίρι. Αν το καλοσκεφτείς, ωστόσο, οι περισσότεροι αλλάζουμε απλώς τη συνηθισμένη μας ρουτίνα των επαγγελματικών, κοινωνικών και οικογενειακών υποχρεώσεων, με μία άλλη. Πιο σύντομη, πιο χαλαρή οπωσδήποτε, και πιο ευχάριστη συνήθως, αλλά πάντως ρουτίνα.

Έτσι κι εμείς τις τελευταίες δύο εβδομάδες: εφαρμόσαμε απλώς μια διαφορετική ρουτίνα. Πρωινό ξύπνημα, μετά στη δουλειά, δύσκολη μεν αλλά μόνο για ένα σκάρτο τρίωρο τη μέρα, μετά μπάνιο, μεσημεριανό φαγητό, υπνάκος, απογευματινές βόλτες, βραδυνό, λίγη κουβεντούλα και ύπνο από νωρίς. Τίποτα το εξαιρετικό, αλλά όλα γοητευτικά όμορφα μέσα στην απλότητά τους: συνηθίσαμε στο στοιχειώδες δωμάτιο, με μόνη επίπλωση ένα κρεβάτι κι έναν πάγκο για τα σακίδια, συνηθίσαμε να πηγαίνουμε στην τουαλέτα με το φακό κεφαλής όταν κοβόταν το ρεύμα, συνηθίσαμε να κάνουμε μπάνιο με κρύο νερό και με τη βρύση άλλοτε να τρέχει και άλλοτε όχι. Και η παρέα ήταν καλή, έστω κι αν δεν γίναμε κολλητοί μεταξύ μας, έστω κι αν δεν μείνουμε φίλοι για μια ζωή, ωστόσο περάσαμε καλά, αστειευτήκαμε, κουβεντιάσαμε περί ανέμων και υδάτων αλλά και για βαριά φιλοσοφία. Και το φαγητό ήταν καλό, αληθινό σπιτικό και όχι "σαν σπιτικό", το ίδιο που έτρωγε και η οικογένεια που συντηρούσε τον ξενώνα μας, πέντε δωμάτια όλα κι όλα που τα είχαμε καταλάβει εμείς για δύο εβδομάδες. Και η δουλειά ήταν κουραστική, αλλά το τελικό αποτέλεσμα ήταν αρκετά ικανοποιητικό και μας έκανε χαρούμενους που καταφέραμε κάτι καλό. Και οι ντόπιοι στην αρχή μας κοιτούσαν με δυσπιστία, ίσως και με κάποια ελαφρά σαρκαστική διάθεση, αλλά στο τέλος μας συνήθισαν, και μπορεί να μας κατάλαβαν κιόλας. Κάπως.

- Και τι κάνατε φέτος το καλοκαίρι;
- Εθελοντική εργασία στην Ινδία. Κουβαλούσαμε πέτρες, ξεριζώναμε χόρτα, τέτοια πράγματα.

Ναι, εντάξει, το παραδέχομαι: πρέπει να είσαι λίγο πειραγμένος για να διαλέξεις να περάσεις έτσι τις διακοπές σου. Εμείς είμαστε αρκετά, καταπώς φαίνεται. Αλλά εν τέλει, ήταν μια όμορφη ρουτίνα.

Καλό φθινόπωρο να έχουμε -και τις επόμενες μέρες θα πούμε περισσότερα.


.